Κοινωνικός διχασμός λόγω κορωνοϊού: Και όμως, δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ- Η εικόνα στην ΕΕ

ΑΠΕ-ΜΠΕ

της Sophie Mellor

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες χειρίστηκαν την πανδημία του COVID-19 με πολύ διαφορετικό τρόπο, αλλά οι δύο χώρες έχουν κάτι κοινό: και οι δύο βγαίνουν από την πανδημία πιο διχασμένες από ό,τι ήταν πριν από αυτήν.

Σε ολόκληρη την ΕΕ, οι άνθρωποι σε διαφορετικές χώρες είχαν πολύ διαφορετικές εμπειρίες από τη συνεχιζόμενη πανδημία του COVID-19 και δείχνουν με το δάχτυλο προς διαφορετικές κατευθύνσεις για το ποιος φταίει, σύμφωνα με νέα έρευνα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (European Council of Foreign Relations – ECFR).

Πρόκειται για έναν διχασμό που παρουσιάζει εντυπωσιακή ομοιότητα με αυτόν που παρατηρείται στις ΗΠΑ, όπου οι πολιτείες που ξεκίνησαν την πανδημία με υψηλότερα επίπεδα φτώχειας παρουσίασαν πολύ υψηλότερο αριθμό κρουσμάτων COVID-19 – και είχαν πολύ χαμηλότερα επίπεδα εμβολιασμού μόλις έγιναν διαθέσιμα τα εμβόλια.

Ένα βασικό σημείο απόκλισης μεταξύ των ερωτηθέντων στην ΕΕ στην έκθεση του ECFR ήταν το κατά πόσον έβλεπαν την πανδημία ως μια οικονομική κρίση ή ως μια κρίση δημόσιας υγείας. Οι κάτοικοι των βόρειων και δυτικών χωρών της ΕΕ ήταν πολύ πιο πιθανό να μην έχουν επηρεαστεί καθόλου από την πανδημία, ενώ οι κάτοικοι των χωρών του νότου και της ανατολής ανέφεραν μεγαλύτερες οικονομικές και υγειονομικές επιπτώσεις.

Για τους κατοίκους χωρών όπως η Σουηδία, η Δανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Γερμανία, ο ιός ήταν για πολλούς «περισσότερο ένα φρικιαστικό άθλημα που παρακολουθούν θεατές παρά μια συγκλονιστική βιωματική εμπειρία», σύμφωνα με την έρευνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 16.000 ερωτηθέντες τον Ιούνιο. Η πλειονότητα των ερωτηθέντων από τις χώρες αυτές σημείωσε ότι δεν είχε επηρεαστεί προσωπικά από σοβαρή ασθένεια, πένθος ή οικονομικές δυσκολίες. Επικεφαλής αυτής της ομάδας είναι η Δανία, όπου το 72% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι δεν είχε επηρεαστεί καθόλου.

Εντωμεταξύ, περισσότεροι από τους μισούς ανθρώπους από χώρες του ευρωπαϊκού νότου και της ανατολής – όπως η Βουλγαρία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Πορτογαλία – δήλωσαν ότι είχαν επηρεαστεί προσωπικά από τον COVID-19, οικονομικά ή από άποψη υγείας. Στην Ισπανία και την Ουγγαρία, σχεδόν τα δύο τρίτα του πληθυσμού ανέφεραν άμεσες επιπτώσεις.

«Η εμπειρία του COVID-19 στην Ευρώπη ήταν μια ιστορία δύο πανδημιών», σημειώνουν οι ερευνητές στην έκθεση.

Αυτή η διάσπαση των χωρών έχει παρατηρηθεί επανειλημμένα στην ΕΕ. Είναι σε μεγάλο βαθμό η ίδια διαφορά με εκείνη που παρατηρήθηκε μεταξύ των πιστωτών και των οφειλετών κατά τη διάρκεια της κρίσης του ευρώ, και είναι η ίδια διαίρεση μεταξύ των χωρών που είδαν εισροή προσφύγων το 2015 και εκείνων που δεν είδαν.

Πιο πρόσφατα, ο διαχωρισμός μπορεί να φανεί στους ρυθμούς εμβολιασμού, που είναι πολύ υψηλότεροι στις χώρες της δυτικής Ευρώπης σε σχέση με τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης.

Και όπως έχει παρατηρηθεί στις ΗΠΑ, μια άλλη σημαντική τάση είναι σαφής στην ΕΕ: οι άνθρωποι που έμειναν φτωχότεροι από την πανδημία είναι πιο θυμωμένοι με την κυβέρνηση που τους κλείδωσε μέσα.

Αυτή η περιφερειακή διαστρέβλωση είχε μεγάλες πολιτικές συνέπειες. Τα οικονομικά θύματα της πανδημίας έτειναν να είναι πιο επιφυλακτικοί για τις προθέσεις των κυβερνήσεών τους πίσω από τα λουκέτα και ήταν πιο πιθανό να τις κατηγορήσουν ότι χρησιμοποιούν τον COVID-19 ως δικαιολογία για να ελέγχουν το κοινό. Τα άτομα που επλήγησαν οικονομικά ήταν επίσης πιο πιθανό να πουν ότι οι περιορισμοί ήταν υπερβολικά αυστηροί. Στην Πολωνία, την πιο δύσπιστη χώρα, μόνο το 38% των ερωτηθέντων εμπιστεύονταν τις προθέσεις της κυβέρνησής τους.

Οι άνθρωποι ήταν επίσης διχασμένοι ως προς το ποιον να κατηγορήσουν. Οι κάτοικοι των βόρειων και δυτικών χωρών ήταν πιο πιθανό να κατηγορήσουν τα άτομα που δεν ακολουθούσαν τους κανόνες – η Ολλανδία ηγήθηκε αυτής της ομάδας, με ποσοστό 63% – ενώ οι κάτοικοι των νότιων και ανατολικών χωρών κατηγορούσαν τους από πάνω, εστιάζοντας στις ενέργειες της εθνικής τους κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, των πολυεθνικών εταιρειών, του εμβολιαστικού εθνικισμού ή της Κίνας. Η Πολωνία, με ποσοστό 58%, ηγήθηκε αυτής της ομάδας, ακολουθούμενη από τη Γαλλία και την Ισπανία.

Η μελέτη υποδηλώνει ότι αυτός μπορεί να είναι ο λόγος για τον οποίο πολλά κυρίαρχα κόμματα ενσωματώνουν εκ νέου την κυβερνητική δράση, ενώ τα πιο λαϊκιστικά κόμματα έχουν γίνει πιο ελευθεριακά.

Το ηλικιακό χάσμα

Υπάρχει επίσης ένα σημαντικό χάσμα μεταξύ των γενεών.

Ενώ τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη της κοινωνίας κινδύνευαν περισσότερο να κολλήσουν τον COVID-19, η μελέτη διαπίστωσε ότι οι νέοι αισθάνονταν ότι ήταν τα μεγαλύτερα θύματα της πανδημίας.

Και οι δύο ομάδες επέρριπταν την ευθύνη σε διαφορετικά σημεία. Οι Ευρωπαίοι ηλικίας 60 ετών και άνω ήταν πιο πιθανό να κατηγορήσουν τα άτομα, ενώ οι Ευρωπαίοι κάτω των 30 ετών ήταν πιο πιθανό να κατηγορήσουν τις κυβερνήσεις και άλλους θεσμούς.

Αυτό έρχεται να προστεθεί στον αυξανόμενο κυνισμό μεταξύ των νέων αναφορικά με τις κυβερνητικές προθέσεις. Η δημοσκόπηση διαπίστωσε ότι οι νέοι δεν αποδέχθηκαν τον ισχυρισμό ότι οι κύριοι λόγοι της κυβέρνησης για τη θέσπιση περιορισμών που σχετίζονται με την πανδημία ήταν ο περιορισμός της εξάπλωσης του ιού.

Από τους ερωτηθέντες ηλικίας κάτω των 30 ετών, το 43% ήταν επιφυλακτικό ως προς τα κίνητρα της κυβέρνησης, το 23% πίστευε ότι η κυβέρνηση απλώς προσπάθησε να δημιουργήσει την εντύπωση ελέγχου, ενώ το 20% έφτασε στο σημείο να πει ότι η κυβέρνηση χρησιμοποίησε την πανδημία για να αυξήσει τον έλεγχο του πληθυσμού.