Κομισιόν για την Ελλάδα: «Υπερβολικές ανισορροπίες» και μεγάλα προβλήματα με χρέος, ανεργία και κόκκινα δάνεια

REUTERS

Σοβαρές προειδοποιήσεις για μια σειρά θεμάτων, όπως τα κόκκινα δάνεια και την προστασία πρώτης κατοικίας. Ενστάσεις και για την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Στη διαπίστωση ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειώσει η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν ακόμα «υπερβολικές ανισορροπίες», όπως το υψηλό δημόσιο χρέος, η ανεργία και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, καταλήγει η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Εξαμήνου, το οποίο εξετάζει τις μακροοικονομικές ανισορροπίες σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Όπως σημειώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «η Ελλάδα, η οποία έχει ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο μετά την έξοδο από το πρόγραμμα στήριξης, έχει διαπιστωθεί ότι αντιμετωπίζει υπερβολικές ανισορροπίες». Σύμφωνα με την έκθεση, τα προηγούμενα χρόνια σημειώθηκαν «σημαντικές βελτιώσεις» που αφορούν «την ανταγωνιστικότητα του κόστους, οι οποίες, όμως, πάγωσαν πρόσφατα λόγω της υποτονικής αύξησης της παραγωγικότητας».

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι «υπερβολικές ανισορροπίες» της Ελλάδας «συνδέονται με το υψηλό δημόσιο χρέος, την αρνητική εξωτερική θέση, το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε ένα πλαίσιο υψηλής, αν και μειούμενης, ανεργίας και χαμηλής προοπτικής ανάπτυξης».

Η Επιτροπή υπογραμμίζει την ανάγκη να επιτευχθεί σύντομα συμφωνία μεταξύ των ελληνικών αρχών και των θεσμών στο σχέδιο μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στο θέμα της ΔΕΗ.

Κακός οιωνός για το επόμενο Eurogroup

Αρχικά, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το Eurogroup θα βασιστεί στην έκθεση αυτή για να αποφασίσει αν θα ενεργοποιήσει τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που αντιστοιχούν σε ποσό ύψους 970 εκατ. ευρώ. Αυτά περιλαμβάνουν τις επιστροφές των κερδών των ελληνικών ομολόγων που διακρατούν οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες (ΑΝFAs-SMPs) και την κατάργηση της προσαύξησης επιτοκίου από τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕFSF).

«Ενώ το ύψος του δημόσιου χρέους παραμένει υψηλό, κατέχεται κυρίως από τους επίσημους πιστωτές και οι ανάγκες χρηματοδότησης θα είναι σχετικά χαμηλές για τουλάχιστον μια δεκαετία», αναφέρει η έκθεση, ενώ υπογραμμίζεται πως «ο ρυθμός μείωσης του χρέους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχιση της επίτευξης των συμφωνηθέντων δημοσιονομικών στόχων και από την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων για τη δημιουργία βιώσιμης προοπτικής ανάπτυξης».

Σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά, η έκθεση τονίζει ότι η Ελλάδα είναι πιθανόν να έχει υπερβεί, για τέταρτη συνεχή χρονιά, το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος που είναι 3,5% του ΑΕΠ για το 2018 και πως ο ίδιος στόχος αναμένεται να επιτευχθεί και το 2019.

Συνεχίζοντας, η Eπιτροπή επισημαίνει τους κινδύνους για την ανάκαμψη των επενδύσεων και τις εξαγωγικές επιδόσεις της Ελλάδας. Ένας βασικός κίνδυνος είναι το υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, οι πιέσεις στις μισθολογικές αυξήσεις, αλλά και η παγκόσμια επιβράδυνση, ιδιαίτερα η επιβράδυνση στην ανάπτυξη της ΕΕ.

Σοβαρή προειδοποίηση για τα κόκκινα δάνεια και πρώτη κατοικία

Σε ό,τι αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα, η Επιτροπή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το πολύ υψηλό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων. «Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνεχίζεται, αλλά η υιοθέτηση εργαλείων για την επίλυσή τους υπολείπεται των προσδοκιών», αναφέρει η έκθεση. Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώνεται σταδιακά, αλλά παραμένει υψηλό σε 85 δισ. ευρώ ή περίπου 47% του συνόλου των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων το Σεπτέμβριο του 2018.

Επισημαίνεται ότι οι Ελληνικές αρχές έστειλαν πρόσφατα στην Επιτροπή μια πρόταση για ένα είδος καθεστώτος προστασίας περιουσιακών στοιχείων που στοχεύει στη μείωση των «κόκκινων» δανείων. Σε ό,τι αφορά τις συζητήσεις για το νέο σύστημα προστασίας της πρώτης κατοικίας, το οποίο θα αντικαταστήσει το νόμο Κατσέλη, επισημαίνεται ότι οι θεσμοί ανησυχούν για τα εξής: Πρέπει να διασφαλιστεί ότι το σύστημα είναι προσωρινό, με στόχο την προστασία των πλέον ευάλωτων νοικοκυριών και όχι την ενθάρρυνση των στρατηγικών κακοπληρωτών. Επίσης, το νέο καθεστώς θα πρέπει να αξιολογηθεί από την Επιτροπή από την άποψη της κρατικής ενίσχυσης.

Καθυστερήσεις σε ιδιωτικοποιήσεις και αγορά ενέργειας

Σε ό,τι αφορά τη μεταρρύθμιση της αγοράς ενέργειας, η έκθεση της Επιτροπής λέει ότι έχει προχωρήσει, αν και με αργούς ρυθμούς και με ορισμένα ανοικτά ζητήματα. Ειδικότερα για το ζήτημα της ΔΕΗ, η Επιτροπή εντοπίζει καθυστερήσεις και θέτει ζήτημα κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της. Τα μέτρα για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης πρέπει να συμφωνηθούν με την Επιτροπή και οι ελληνικές αρχές θα υποβάλουν νέα πρόταση έως τις αρχές Μαρτίου 2019 για να αξιολογηθεί αν έχει σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις αντιμονοπωλιακές διορθωτικές ενέργειες. Σημειώνεται, επίσης, ότι οι συζητήσεις μεταξύ των ελληνικών αρχών, της ΔΕΗ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής βρίσκονται σε εξέλιξη για την εξεύρεση αποδεκτού μέσου αντιμετώπισης της αντιμονοπωλιακής υπόθεσης, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας της ΕΕ.

Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις, η έκθεση της Επιτροπής τονίζει ότι κάποιες ολοκληρώθηκαν επιτυχώς (ΔΕΣΦΑ, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών), ενώ το Ελληνικό έχει καθυστερήσει. Όσον αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις που σχεδιάζεται να ολοκληρωθούν ως το τέλος του 2019, σημειώνεται πρόοδος για τους περιφερειακούς λιμένες, αλλά και καθυστερήσεις στην παραχώρηση της Εγνατίας και της μαρίνας του Αλίμου.

Σοβαρή προειδοποίηση για τη μεγάλη αύξηση του κατώτατου μισθού

Στον τομέα της αγοράς εργασίας η Επιτροπή εκφράζει ανησυχίες για τη «διψήφια ποσοστιαία αύξηση του κατώτατου μισθού κατά περίπου 11%» και τις μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις της στην ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι κάποια αύξηση του νόμιμου κατώτατου μισθού ήταν αναμενόμενη και είναι πράγματι ευπρόσδεκτη, καθώς το επίπεδό της είχε παγώσει από το 2012. Αναγνωρίζει, επίσης, ότι βραχυπρόθεσμα, η αύξηση μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις όσον αφορά το αυξημένο διαθέσιμο εισόδημα και την κατανάλωση. Σημειώνει, ωστόσο, ότι οι προοπτικές απασχόλησης συγκεκριμένων ομάδων μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά, καθώς η αύξηση κατά σχεδόν 11% υπερβαίνει κατά πολύ τα προβλεπόμενα ποσοστά αύξησης της παραγωγικότητας στην Ελλάδα κατά τα προσεχή έτη. Συνεπώς, αυτό θα συνεπάγεται σημαντική απώλεια ανταγωνιστικότητας σε σύγκριση με τις άλλες χώρες στην Ευρωζώνη και αυξάνεται ο κίνδυνος αρνητικών επιπτώσεων στην απασχόληση, κυρίως στους εργαζόμενους με χαμηλή ειδίκευση και στους νέους.

Η Επιτροπή εκφράζει ανησυχία και για την επιβράδυνση του ρυθμού μείωσης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, ενώ επισημαίνει ότι δημιουργούνται νέες οφειλές. Στο τέλος Δεκεμβρίου του 2018 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανέρχονταν στα 1,4 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 0,3 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Αύγουστο του 2018.

Σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα, η Επιτροπή εκφράζει ανησυχίες για τις πρόσφατες ανακοινώσεις της κυβέρνησης για νέες προσλήψεις μόνιμου προσωπικού το 2019 και για τη σημαντική αύξηση του έκτακτου προσωπικού το 2018, υπογραμμίζοντας ότι πρέπει να αποφευχθεί η επιστροφή στον υπερβολικό αριθμό δημοσίων υπαλλήλων στα προ κρίσης επίπεδα, αλλά και η αντίστοιχη πίεση στους δημοσιονομικούς στόχους.

Σε ό,τι αφορά τον εκσυγχρονισμό της Δημόσιας Διοίκησης, ο διορισμός των 90 υψηλόβαθμων στελεχών του Δημοσίου ολοκληρώθηκε, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί κανένας από τους αναμενόμενους 69 διορισμούς διοικητικών γραμματέων.

Σχετικά με την κρατική χρηματοδότηση, υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα άντλησε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ με την έκδοση πενταετούς κρατικού ομολόγου στα τέλη Ιανουαρίου 2019, την πρώτη έκδοση ομολόγων από το Φεβρουάριο του 2018, και από το τέλος του προγράμματος ESM. Η απόδοση ήταν 3,6%, χαμηλότερη από το αρχικά προγραμματισμένο εύρος 3,75-3,85%. Παρόλο που η εξέλιξη αυτή ήταν θετική, δείχνει επίσης ότι τα περιθώρια διακύμανσης των αποδόσεων (yield spreads) της Ελλάδας παραμένουν υψηλά και ευαίσθητα όχι μόνο στις εξωτερικές συνθήκες της αγοράς αλλά και σε εσωτερικούς παράγοντες.

 

Σχετικά άρθρα