Κορωνοϊός: Αγώνας δρόμου για το «αντίδοτο» στην οικονομική «καταιγίδα»

Φωτ. Προσωπικού Αρχείου

H μετάβαση από την «οδύνη» στη βαθμιαία επούλωση. Οι εκτιμήσεις κορυφαίων αναλυτών για την Ελλάδα
και την παγκόσμια οικονομία αποκλειστικά στο Fortune.

«Δεν λέω πως όλα είναι τέλεια. Θα µολυνθούν ορισµένοι άνθρωποι; Ναι. Θα πληγούν κάποιοι πάρα πολύ άσχηµα; Ναι. Αλλά πρέπει να ξανανοίξουµε τη χώρα µας και πρέπει να το κάνουµε σύντοµα».

Aυτή η κυνική παραδοχή του Αµερικανού Προέδρου Donald Trump είναι µία από τις πολλές (ατυχείς) δηλώσεις του κατά τη διάρκεια της πανδηµίας COVID-19. O Πρόεδρος των ΗΠΑ φέρεται να βιάζεται να επανεκκινήσει την οικονοµία, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια και τη ζωή εκατοµµυρίων εργαζοµένων. Παρά τις εικόνες κάποιων οπαδών του, που διαµαρτύρονται έντονα σε ορισµένες πολιτείες για το «lockdown», η πλειονότητα των Αµερικανών πολιτών δεν φαίνεται να συµµερίζεται τη φράση του ότι «απλά θα µολυνθούν ορισµένοι άνθρωποι». Σύµφωνα µε την έρευνα του ινστιτούτου Ipsos, στις αρχές Μαΐου, για λογαριασµό του ABC News, το 64% θεωρεί ότι η βεβιασµένη επανεκκίνηση της οικονοµικής δραστηριότητας «δεν αξίζει τον κόπο, γιατί θα στοιχίσει ανθρώπινες ζωές», την ώρα που ο ιός COVID-19 έχει σκοτώσει περισσότερους από 80.000 ανθρώπους στις ΗΠΑ.

Το δίληµµα «υγεία ή οικονοµία» απλά δεν υφίσταται. Όπως είπε και το πρόσωπο των ηµερών στην Ελλάδα, ο λοιµωξιολόγος Σωτήρης Τσιόδρας, προφανώς και δεν µπορούµε να µείνουµε κλεισµένοι στα σπίτια µας για πάντα.

Ωστόσο, το «recovery» από µια πανδηµία που ανέτρεψε σε µόλις δύο µήνες όσα θεωρούσαµε δεδοµένα τα τελευταία 70 χρόνια πρέπει να γίνει µε γνώµονα την ανθρώπινη ζωή. Το ίδιο πιστεύει, άλλωστε, και η µεγάλη πλειονότητα των πολιτών σε όλο τον κόσµο, γεγονός που καταγράφεται στην έρευνα του Edelman Trust Barometer. Συνολικά το 67% των περισσότερων από 13.200 ανθρώπων που ρωτήθηκαν από τις 15 ως τις 23 Απριλίου συµφώνησαν µε την ακόλουθη δήλωση: «Η σηµαντικότερη προτεραιότητα κάθε κυβέρνησης θα πρέπει να είναι να σώσει όσο περισσότερες ζωές γίνεται, ακόµη και αν αυτό σηµαίνει ότι η οικονοµία θα ανακάµψει πιο αργά».

Η τέλεια οικονομική «καταιγίδα» και η ανάκαμψη 

Η ουσία της συζήτησης είναι στην ανάκαµψη µε τις δεδοµένες συνθήκες. Οι γιατροί κάνουν τη δουλειά τους. Από την άλλη, η πολιτεία και ο ιδιωτικός τοµέας πρέπει να κάνουν τη δική τους, σεβόµενοι τις εισηγήσεις των πρώτων.

Με ορισµένες εξαιρέσεις, ανάµεσα στις οποίες είναι και η χώρα µας, το παγκόσµιο «έλλειµµα» ηγεσίας φαίνεται ότι είναι η κύρια απειλή για την επόµενη ηµέρα. Οι κυβερνήσεις αντέδρασαν µε διαφορετικό τρόπο στην κρίση της πανδηµίας. Για παράδειγµα, οι αρχές της Ελλάδας, της Νοτίου Κορέας και της Νέας Ζηλανδίας δέχθηκαν επαίνους για την έγκαιρη λήψη µέτρων που σταµάτησε την εξάπλωση του COVID-19, ενώ οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ, της Βρετανίας, της Ιαπωνίας και της Ρωσίας δέχθηκαν επικρίσεις για την απουσία προετοιµασίας.

Ευρύτερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται, όπως πάντα, µε εξαιρετικά αργούς ρυθµούς, οι ΗΠΑ υιοθετούν µια αντικινεζική «υστερία» µε πρόσχηµα την πανδηµία, η οποία παίρνει επικίνδυνες πλέον διαστάσεις, και η Κίνα, στον αντίποδα, φαίνεται να ανταποδίδει το «blame game» του Donald Trump.

Όλα αυτά συµβαίνουν την ώρα που οι εκτιµήσεις για την παγκόσµια οικονοµία από αναλυτές και οίκους αξιολόγησης έχουν πάρει «φωτιά» και είναι εξαιρετικά δυσοίωνες. Δεν έχει νόηµα να αναφερθούµε στο πλαίσιο ενός άρθρου σε όλες αυτές, αλλά έχει σηµασία να επισηµάνουµε τρία και µόνο στοιχεία: α) To ΔΝΤ, στην έκθεσή του για τις παγκόσµιες οικονοµικές προοπτικές, προβλέπει τη µεγαλύτερη ύφεση από το κραχ του 1929. β) Στις ΗΠΑ, τον Απρίλιο χάθηκαν 20,5 εκατοµµύρια θέσεις εργασίας και το ποσοστό της ανεργίας εκτινάχτηκε στο 14,7%, το υψηλότερο από τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο. γ) Η ανησυχία για την υπερπαραγωγή και την έλλειψη αποθηκευτικών δυνατοτήτων, την ώρα που η ζήτηση υποχωρεί ραγδαία λόγω των περιορισµών, οδηγεί το πετρέλαιο σε µεγάλη πτώση (18 δολάρια και κάτι το αµερικανικό αργό αναφοράς). Αυτό απλά σηµαίνει µείωση της αγοραστικής δύναµης και φτωχοποίηση, δεδοµένης της τεράστιας εξάρτησης της παγκόσµιας οικονοµίας από τον «µαύρο χρυσό».

Ισχυρό, αλλά παροδικό «σοκ»;

Παρά την ανασφάλεια σε όλους τους τοµείς, το σοκ θα είναι ισχυρό, αλλά ίσως παροδικό. Η ύφεση στην οποία βυθίζεται η παγκόσµια οικονοµία θα µπορούσε εύκολα να αναδειχθεί σε µια από τις βαθύτερες αλλά και συντοµότερες στη σύγχρονη εποχή, όπως ανέφερε στο Fortune o Joachim Fels, Managing Director και Global Economic Advisor της PIMCO.

«Δεδοµένης της ταχείας και µεγάλης ανταπόκρισης της νοµισµατικής και δηµοσιονοµικής πολιτικής και ελλείψει σηµαντικών ανισορροπιών στην πραγµατική οικονοµία, που θα απαιτούσαν παρατεταµένη περίοδο προσαρµογής, αναµένουµε ότι η παγκόσµια οικονοµία θα µεταβεί από την έντονη βραχυπρόθεσµη «οδύνη» κατά τη διάρκεια της φάσης καταστολής του ιού στη βαθµιαία επούλωση τους επόµενους έξι έως δώδεκα µήνες, όταν η πανδηµία του κορωνοϊού θα είναι υπό έλεγχο και οι περιορισµοί θα έχουν αρθεί. Ωστόσο, η βασική µας υπόθεση παραµένει µια ανάκαµψη σε σχήµα U, και όχι τύπου V, επειδή οι περιορισµοί στην οικονοµική δραστηριότητα θα αρθούν πιθανώς σταδιακά και µε διαφορετικές ταχύτητες για διαφορετικούς τοµείς και περιοχές» αναφέρει σχετικά.

Από την πλευρά του, ο Αριστοτέλης Νινιός, αντιπρόεδρος της Euroxx ΑΧΕΠΕΥ επισηµαίνει πως η παρούσα κρίση, λόγω της πανδηµίας, που οδήγησε σε κατακρήµνιση των τιµών των αξιών στις αγορές δεν είναι συγκρίσιµη, τουλάχιστον µε αξιόπιστη αντιστοιχία, µε άλλες γνωστές οικονοµικές κρίσεις αυτού ή του προηγούµενου αιώνα. «Οι λόγοι της µη συγκρισιµότητας είναι απλοί. Η απότοµη πτώση στις τιµές των αξιών δεν επήλθε ως αποτέλεσµα κατάρρευσης, του «σπασίµατος µιας φούσκας», δηλαδή στις τιµές κάποιας συγκεκριµένης κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων, π.χ. τα ακίνητα. Στην πραγµατικότητα, ήταν απόρροια µιας γενικευµένης ανάσχεσης της οικονοµικής δραστηριότητας σε µια προσπάθεια παγκόσµιας κλίµακας για την καταπολέµηση µια άγνωστης ασθένειας» αναφέρει.

H ελληνική περίπτωση

Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα µέχρι σήµερα δεδοµένα δείχνουν ότι η χώρα µας αντιµετώπισε µε επιτυχία την πανδηµία, περιόρισε τις καταστροφικές επιπτώσεις του ιού και κέρδισε εµπιστοσύνη σε παγκόσµιο επίπεδο, όπως δείχνουν και τα συνεχή θετικά δηµοσιεύµατα διεθνώς. Αυτό από µόνο του είναι ένα σηµαντικό στοιχείο στην προσπάθεια της χώρας να γίνει πιο ελκυστική στη νέα κανονικότητα. Ωστόσο, στη ζυγαριά της ανάκαµψης µπαίνουν και τα προβλήµατα που άφησε πίσω της η δεκαετής οικονοµική κρίση, τα οποία παραµένουν αρκετά και κρίσιµα.

Μιλήσαµε σχετικά µε τον Zsolt Darvas, τον κορυφαίο οικονοµολόγο του Bruegel, το οποίο θεωρείται ένα από τα πιο επιδραστικά think tank των Bρυξελλών, αµέσως µετά την έκθεση της Κοµισιόν που προβλέπει ύφεση 9,7% στην Ελλάδα το 2020, αλλά γρήγορη ανάκαµψη το 2021. Ο ίδιος, πριν από περίπου έναν µήνα, είχε προβλέψει συρρίκνωση του ΑΕΠ ακόµη και πάνω από 10%, σε συνέντευξή του σε ελληνικό τηλεοπτικό σταθµό.

«Πιο αξιόπιστες προβλέψεις για την οικονοµική συρρίκνωση το 2020 θα µπορούν να γίνουν µόνο µετά τη δηµοσιοποίηση των πραγµατικών δεδοµένων για το α’ εξάµηνο του έτους, τα οποία αναµένονται το καλοκαίρι, όταν θα µάθουµε εάν η σταδιακή χαλάρωση των περιορισµών του lockdown θα έχει οδηγήσει σε νέες µολύνσεις ή όχι. Μέχρι τότε όλες οι προβλέψεις είναι ακόµη πιο αβέβαιες από το συνηθισµένο. Προς το παρόν διατηρώ την πρόβλεψη ότι η µέση συρρίκνωση στην Ευρωζώνη πιθανότατα θα είναι περίπου 10% το 2020 και η Ελλάδα θα υποφέρει περισσότερο. Η πρόβλεψη που δηµοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 6 Μαΐου αναφέρει συρρίκνωση 7,7% στην Ευρωζώνη και 9,7% στην Ελλάδα το 2020 – και γνωρίζουµε ότι οι προβλέψεις της Επιτροπής στοχεύουν συχνά στη διαχείριση των προσδοκιών, παρουσιάζοντας µια πιο αισιόδοξη προοπτική από αυτή που είναι πιο πιθανή. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η προηγούµενη πρόβλεψή µου παραµένει έγκυρη».

Ο Zsolt Darvas θέτει κάποια βασικά ερωτήµατα, η απάντηση στα οποία θα καθορίσει σε µεγάλο βαθµό και την ταχύτητα ανάκαµψης της ελληνικής οικονοµίας την επόµενη ηµέρα.

«Η συνολική ταχύτητα ανάκαµψης στην Ελλάδα και αλλού θα εξαρτηθεί από διάφορους παράγοντες. Πόσες εταιρείες θα χρεοκοπήσουν κατά τη διάρκεια του lockdown; Στον αλληλένδετο κόσµο µας, οι προµηθευτές παίζουν σηµαντικό ρόλο: Πόσοι προµηθευτές τόσο στη χώρα όσο και από το εξωτερικό θα χρεοκοπήσουν και πόσο δύσκολο θα είναι να βρεθούν νέοι; Πόσα άτοµα θα χάσουν τη δουλειά τους και θα παραµείνουν µακροχρόνια άνεργοι, µειώνοντας έτσι την κατανάλωση; Πώς θα επηρεαστούν µεσοπρόθεσµα ορισµένοι τοµείς, όπως ο τουρισµός και οι µεταφορές; Οι επιχειρήσεις ίσως συνειδητοποιήσουν ότι η τηλεδιάσκεψη µπορεί να αντικαταστήσει πολλές προσωπικές συναντήσεις, αφήνοντας έναν µόνιµο αρνητικό αντίκτυπο στους κλάδους που σχετίζονται άµεσα ή έµµεσα µε τα ταξίδια, τα ξενοδοχεία και τις εκδηλώσεις. Και κάτι τελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σηµαντικό: Θα υπάρξει ένα δεύτερο κύµα της πανδηµίας αργότερα; Οι απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις θα καθορίσουν τη συνολική ταχύτητα της ανάκαµψης το 2021. Εκτιµώ ότι η αύξηση του ΑΕΠ το 2021 θα αντισταθµίσει εν µέρει τη µεγάλη συρρίκνωση του 2020» συµπληρώνει.

Το «χάσμα» μεταξύ Βορρά και Νότου

Μόλις την Παρασκευή 8 Μαΐου το Eurogroup αποφάσισε φθηνά δάνεια, που θα φθάνουν έως το 2% του ΑΕΠ κάθε χώρας, θα έχουν δεκαετή διάρκεια και σχεδόν µηδενικό επιτόκιο, µε µοναδικό όρο χορήγησής τους να αφορούν υγειονοµικές δαπάνες, που σχετίζονται άµεσα ή έµµεσα µε την πανδηµία του COVID-19. Πρόκειται, στην ουσία, για µια µικρή υποχώρηση του µπλοκ του Βορρά, µε προεξάρχουσες την Ολλανδία και τη Γερµανία, στα αιτήµατα του ισχυρά βαλλόµενου από από την πανδηµία Νότου, που ζητούσε ενίσχυση της χρηµατοδότησης. O ESM θα έχει την εποπτεία για τη σωστή χρήση αυτών των δανείων, αλλά τουλάχιστον αποφεύγονται τα «µνηµόνια», που ισχύουν, βέβαια, κανονικά για οποιαδήποτε άλλη αίτηση χρηµατοδότησης από τον Μηχανισµό.

Ο αναλυτής του Bruegel επισηµαίνει ότι το «χάσµα» µεταξύ Βορρά και Νότου δύσκολα θα κλείσει σε αυτήν τη συγκυρία. «Οι χώρες µε χαµηλό δηµόσιο χρέος, όπως η Γερµανία, έχουν άφθονο δηµοσιονοµικό χώρο για να βοηθήσουν τις εταιρείες και τους εργαζοµένους τους. Ωστόσο, χώρες µε υψηλά χρέη, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, έχουν πολύ λιγότερο δηµοσιονοµικό χώρο και έχουν ενεργήσει µέχρι στιγµής µε προσοχή. Αυτό, πιθανότατα, θα έχει βαθιές επιπτώσεις, δεδοµένων της µικρότερης οικονοµικής συρρίκνωσης και της ταχύτερης ανάκαµψης στον Βορρά, και της βαθύτερης ύφεσης και της βραδύτερης ανάκαµψης στον Νότο. Οι διαφορές στις απόψεις των κρατών-µελών σχετικά µε ένα µελλοντικό ταµείο ανάκαµψης επίσης είναι τεράστιες: κατά πόσο πρέπει να περιλαµβάνει µόνο δάνεια ή και επιχορηγήσεις, µε ποια διάρκεια και µε ποιον τρόπο χρηµατοδότησης; Αυτές οι διαφορές δεν θα επιλυθούν και, ως εκ τούτου, το ταµείο ανάκαµψης θα προσφέρει, ως επί το πλείστον, δάνεια, συν τη συνήθη χρηµατοοικονοµική µηχανική της ΕΕ».

Για το ελληνικό χρέος ο Zsolt Darvas προβλέπει σηµαντική αύξηση, αλλά και περαιτέρω µέτρα ελάφρυνσής του από το Eurogroup, αν χρειαστεί. «Ο λόγος του δηµόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αναµένεται να αυξηθεί σηµαντικά , καθώς θα προκύψει ένα τεράστιο δηµοσιονοµικό έλλειµµα για το 2020: 9% σύµφωνα µε το ΔΝΤ και 6,4% σύµφωνα µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ένα πρώτο ερώτηµα είναι πώς θα χρηµατοδοτηθεί το µεγάλο έλλειµµα. Η Ελλάδα, πιθανότατα, θα χρησιµοποιήσει τα ταµειακά αποθέµατά της. Θα πρότεινα να χρησιµοποιήσει τη νέα πιστωτική γραµµή του ESM για τον κορωνοϊό, η οποία µπορεί να ανέλθει στο 2% του ΑΕΠ, και το νέο εργαλείο δανειοδότησης για την υποστήριξη της απασχόλησης, που ονοµάζεται SURE. Η νέα πολυετής πρόταση προϋπολογισµού της ΕΕ, µαζί µε το µελλοντικό ταµείο ανάκαµψης της Ένωσης, επίσης θα παρέχει δάνεια.

Ωστόσο, όλα αυτά τα δάνεια θα αυξήσουν απλώς το ελληνικό δηµόσιο χρέος, ενώ το ΑΕΠ συρρικνώνεται σηµαντικά, οπότε ο λόγος του δηµόσιου χρέους προς το ΑΕΠ αναµένεται να αυξηθεί πολύ. Μόλις µειωθεί η αβεβαιότητα σχετικά µε τις οικονοµικές προοπτικές, το Eurogroup θα επανεκτιµήσει την πορεία του ελληνικού δηµόσιου χρέους και είµαι πεπεισµένος πως θα διαπιστώσει ότι απαιτείται περαιτέρω αναδιάρθρωση ή ακόµη και ελάφρυνσή του».

Το σχέδιο ανάκαμψης για την επόμενη μέρα

Ο Αριστοτέλης Νινιός, από την πλευρά του, επισηµαίνει ότι ζητούµενο πλέον είναι η ταχύτητα επανόδου της οικονοµικής δραστηριότητας όσο το δυνατόν εγγύτερα στα προ πανδηµίας επίπεδα.

«Όσο γρηγορότερα συντελεστεί αυτή η επανεκκίνηση τόσο θα περιοριστούν οι απώλειες για τις ελληνικές επιχειρήσεις, σε µια χρονιά που για πολλούς θεωρείται χαµένη. Η συγκυρία είναι εξαιρετικά δυσµενής για τη χώρα µας, η οποία ήδη βρισκόταν σε µια διαδικασία επούλωσης των πληγών της τραγικής δεκαετίας που προηγήθηκε και η αισιοδοξία που άρχισε να αναβλύζει από τις καλές µακροοικονοµικές επιδόσεις του 2019 χάθηκε µέσα σε έναν µήνα. Σαν έναν άρρωστο που, ενώ πασχίζει να αποκαταστήσει την υγεία του, τον χτυπά µια νέα βαρύτερη ασθένεια, η χώρα µας στην παρούσα φάση υποχρεώνεται να επουλώσει, εκτός από τις παλαιές, και τις νέες πληγές».

Επισηµαίνει ότι, στην παρούσα φάση, µαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και ότι κρίσιµο κριτήριο για τις εξελίξεις αποτελούν η ταχύτητα και η συνέπεια στην προσπάθεια της επανόδου, ώστε να αποφευχθούν πισωγυρίσµατα.

«Στην παρούσα φάση, η ελληνική κυβέρνηση κάνει µια σοβαρή προσπάθεια για παροχή βοήθειας στις επιχειρήσεις, δεδοµένων, µάλιστα, των περιορισµένων πόρων που κατέχει. Tουλάχιστον απολαµβάνει πλέον δηµοσιονοµική ελευθερία που της επιτρέπει µεγαλύτερο εύρος κινήσεων. Οι επιχειρήσεις, από την πλευρά τους, θα χρειαστούν περισσότερο από κάθε άλλη φορά να ενεργοποιήσουν την προσαρµοστικότητά τους και να αφοµοιωθούν σε ένα µεταλλαγµένο επιχειρηµατικό και εργασιακό περιβάλλον. Η Ελλάδα, για να διεκδικήσει ό,τι τυχόν της αναλογεί από την παγκόσµια οικονοµική πίτα, θα πρέπει να έχει ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, σταθερό νοµοθετικό περιβάλλον, και να ελκύει επενδύσεις περιβάλλοντας τες µε σταθερότητα, ταχύτητα, αµεσότητα και υψηλό επίπεδο παρεχόµενων υπηρεσιών» καταλήγει.

Σχετικά άρθρα