Κούρεμα του ελληνικού χρέους και νέα χρηματοδότηση ζητά το ΔΝΤ

REUTERS

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι το ελληνικό χρέος θα βρεθεί στο 150% του ΑΕΠ το 2020.

«Γενναίο» κούρεμα του χρέους κατά 30%, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο, προτείνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Έκθεση Βιωσιμότητας που εξέδωσε.

Σύμφωνα με την Έκθεση, το ΔΝΤ προβλέπει ότι το χρέος της χώρας θα βρίσκεται στο 150% του ΑΕΠ το 2020 και κοντά στο 140% του ΑΕΠ ΤΟ 2022. Οι εκτιμήσεις αυτές γίνονται με την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα έχει πρωτογενή πλεονάσματα 1% του ΑΕΠ για φέτος, 2% του ΑΕΠ για το 2016, στο 3% του ΑΕΠ για το 2017, στο 3,5% του ΑΕΠ για το 2018 και όλα τα επόμενα χρόνια. Επίσης, το ονομαστικό ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά 1,2% φέτος, ενώ από το 2016 θα υπάρχει ανάπτυξη της τάξης του 2,8%, το 2017 κατά 4,4% και το 2018 κατά 4,5%.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα για το χρέος που καθιστά κατά το ΔΝΤ μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος είναι η σταδιακή αντικατάσταση του φθηνού δανεισμού από την Ευρωζώνη με τον ακριβό δανεισμό από τις αγορές.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί απαραίτητη νέα διευθέτηση του χρέους με τουλάχιστον τον διπλασιασμό της περιόδου χάριτος που έχει η Ελλάδα για τα δάνεια από την Ευρωζώνη, καθώς και του χρόνου αποπληρωμής τους, ενώ τα νέα δάνεια θα πρέπει να έχουν τους ίδιους ευνοϊκούς όρους.

Πιο συγκεκριμένα, το Ταμείο προτείνει να επεκταθεί η περίοδος χάριτος που έχει παραχωρηθεί για τα δάνεια του Μνημονίου στα 20 χρόνια και σταδιακή αποπληρωμή των δανείων που έχει χορηγήσει η ΕΕ στα 40 χρόνια. Αναφέρει επίσης ότι αν επιδεινωθεί η οικονομική δραστηριότητα και ταυτόχρονα μειωθούν τα πρωτογενή πλεονάσματα, τότε θα απαιτείται «κούρεμα» χρέους της τάξης των 30 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με το ΔΝΤ να προτείνει την πλήρη διαγραφή των 53 δισ. ευρώ που έχουν δανείσει στην Ελλάδα οι χώρες της Ευρωζώνης στο πλαίσιο του πρώτου Μνημονίου ή κάτι αντίστοιχο.

Το ΔΝΤ προβλέπει ότι μέχρι τον Οκτώβριο η χώρα θα καλύψει τις υποχρεώσεις της από τα δάνεια που θα διαθέσει η Ευρωζώνη και από τη χρήση μέρους των 10,9 δισ ευρώ που ήταν για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ η ανάγκη για επιπλέον δάνειο οφείλεται σε διάφορες αλλαγές των βασικών προβλέψεων που υπήρχαν.

Αναλυτικά:

1. Η μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα δημιουργεί «τρύπα» 13 δισ ευρώ στο χρηματοδοτικό πρόγραμμα.

2. Οι αποκλίσεις στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων επιβαρύνουν κατά 9 δισ ευρώ τις ανάγκες χρηματοδότησης της χώρας. Πλέον εκτιμάται ότι τα ετήσια έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις θα είναι της τάξης των 500 εκατ. ευρώ. Οτιδήποτε παραπάνω θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αποπληρωμή χρέους.

3. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου υπολογίζονται σε περισσότερα από 7 δισ ευρώ. Ετσι, η χώρα θα χρειαστεί νέα δάνεια ύψους τουλάχιστον 5 δισ ευρώ για να τις αποπληρώσει σταδιακά.

4. Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός από φορείς του Δημοσίου έχει φθάσει στα 10,7 δισ ευρώ και εν μέρει θα πρέπει να αναπληρωθεί. Λαμβάνοντας υπόψη και τα 700 εκατ. ευρώ που χρησιμοποίησε η Ελλάδα για να εξοφλήσει το ΔΝΤ αξιοποιώντας τα κεφάλαια που ήταν κατατεθειμένα στο Ταμείο και θα πρέπει να επιστραφούν, το Ταμείο εκτιμά ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας αυξάνονται κατά 6,5 δισ ευρώ. Και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι τα κεφάλαια που είχε το ΤΧΣ θα παραμείνουν στην άκρη, για ενδεχόμενες νέες ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Η προκαταρκτική έκθεση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας έχει ως εξής:

«Στην τελευταία αξιολόγηση τον Μάιο 2014, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας εκτιμήθηκε ότι επιστρέφει στην οδό της βιωσιμότητας, αν και παρέμενε πολύ ευάλωτο στα σοκ. Μέχρι αργά το καλοκαίρι του 2014, με τα επιτόκια να έχουν μειωθεί περαιτέρω, φάνηκε ότι δεν θα χρειαζόταν περαιτέρω ελάφρυνση χρέους βάσει του πλαισίου του Νοεμβρίου 2012, αν το πρόγραμμα εφαρμοζόταν όπως είχε συμφωνηθεί.

«Όμως σημαντικές αλλαγές που έγιναν έκτοτε στις πολιτικές -χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα και μια αδύναμη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που θα επιβαρύνει την ανάπτυξη και τις ιδιωτικοποιήσεις- οδηγούν σε σημαντικές νέες ανάγκες χρηματοδότησης.

«Με δεδομένο επιπλέον το πολύ υψηλό υφιστάμενο χρέος, αυτές οι νέες χρηματοδοτικές ανάγκες καθιστούν μη βιώσιμη τη δυναμική του χρέους. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει είτε εξετάσει κανείς το χρέος βάσει του πλαισίου του Νοεμβρίου 2012 είτε στρέψει την προσοχή στην εξυπηρέτηση του χρέους ή στις συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες.

«Για να εξασφαλισθεί με υψηλές πιθανότητες ότι το χρέος είναι βιώσιμο, οι ελληνικές πολιτικές πρέπει να επανέλθουν σε σωστή πορεία, αλλά επίσης, κατ’ ελάχιστον, οι ωριμάνσεις των υφιστάμενων ευρωπαϊκών δανείων πρέπει να επιμηκυνθούν σημαντικά, ενώ θα χρειασθεί να παρασχεθεί νέα ευρωπαϊκή χρηματοδότηση με παρόμοιους όρους παραχώρησης για να καλυφθούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες τα επόμενα χρόνια.

«Όμως αν το πακέτο των μεταρρυθμίσεων που εξετάζεται αποδυναμωθεί περαιτέρω –ιδιαίτερα μέσω μιας περαιτέρω μείωσης των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα και ακόμη ασθενέστερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων– θα καταστεί απαραίτητο να γίνουν κουρέματα του χρέους».

«Η Ελλάδα θα χρειαστεί ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του χρέους, λέει ανώτατος αξιωματούχος του ΔΝΤ»

Η Ελλάδα θα χρειαστεί ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του χρέους, ενώ οι χρηματοδοτικές της ανάγκες έχουν αυξηθεί σημαντικά, δήλωσε ανώτατος αξιωματούχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) , μετά την δημοσιοποίηση της προκαταρκτικής ανάλυσης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Σύμφωνα με τον αξιωματούχο, η έκθεση που παρουσιάστηκε δεν λαμβάνει υπόψην την πρόσφατη επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα – το κλείσιμο των τραπεζών, την επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων και την μη πληρωμή της τελευταίας δόσης προς το Ταμείο – γεγονότα τα οποία μπορεί να επηρεάσουν τις μελλοντικές βασικές προβλέψεις της έκθεσης.

Εντούτοις, όπως εξήγησε, το Ταμείο έχει καταλήξει σε δύο συμπεράσματα: «Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σημαντικά υψηλότερες χρηματοδοτικές ανάγκες και δεδομένου το πού βρίσκεται η χώρα όσον αφορά την υπερχρέωσή της και την περιορισμένη της δυνατότητα να απορροφήσει χρέος, υπάρχει η ανάγκη για μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του χρέους».

Ο αξιωματούχος είπε επίσης ότι δεν έχει διεξαχθεί λεπτομερής συζήτηση για την αντιμετώπιση του χρέους, ωστόσο «το εκτελεστικό συμβούλιο του ΔΝΤ δεν θα μπορέσει να ολοκληρώσει την αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος αν οι Ευρωπαίοι δεν συμφωνήσουν σε μια αντιμετώπιση του χρέους που θα το καταστήσει βιώσιμο».

«Προτού έχουμε και τα δυο, δεν θα μπορούμε να πάμε στο εκτελεστικό συμβούλιο [του ΔΝΤ] και να πούμε ότι έχουμε ένα πρόγραμμα που είναι αξιόπιστο και βιώσιμο μεσοπρόθεσμα», είπε.

Αντίδραση της κυβέρνησης

«Η έκθεση του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους δικαιώνει πλήρως την ελληνική κυβέρνηση», σημειώνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γαβριήλ Σακελλαρίδης σε δήλωσή του και τονίζει ότι η έκθεση αποτελεί ομολογία αποτυχίας του Μνημονίου, που δεν διατυπώνεται από κάποιον πολέμιό του, αλλά από τον βασικό εμπνευστή του.

Ειδικότερα, ο κ. Σακελλαρίδης δήλωσε ότι «με τη σημερινή έκθεσή του το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δικαιώνει πλήρως την ελληνική κυβέρνηση, τόσο ως προς την άποψή της για τη μη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, όσο και προς την επιμονή της η όποια νέα συμφωνία με τους δανειστές να περιλαμβάνει οπωσδήποτε αναδιάρθρωση/κούρεμα του χρέους».

Υπογράμμισε δε ότι «πέρα από τις γνωστές ιδεολογικές εμμονές του ΔΝΤ στην υφεσιακή νεοφιλελεύθερη πολιτική, η έκθεση αποτελεί ομολογία αποτυχίας του Μνημονίου. Ομολογία που δεν διατυπώνεται από κάποιον πολέμιό του, αλλά από τον βασικό εμπνευστή του».