Μεταρρυθμίσεις, ψηφιακή μετάβαση και προκλήσεις: Η «ακτινογραφία» της ελληνικής εκπαίδευσης από τον ΟΟΣΑ

Μεταρρυθμίσεις, ψηφιακή μετάβαση και προκλήσεις: Η «ακτινογραφία» της ελληνικής εκπαίδευσης από τον ΟΟΣΑ
Αγιασμός και έναρξη στα σχολεία για την νέα σχολική χρονιά. Πέμπτη 11 Σεπτεβρίου 2025 (ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ / EUROKINISSI) Photo: Eurokinissi
Σημαντικές μεταρρυθμίσεις αλλά και διαρθρωτικές αδυναμίες στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα καταγράφει η νέα μελέτη του ΟΟΣΑ, επισημαίνοντας την ανάγκη ενίσχυσης της σχολικής αυτονομίας, μείωσης των ανισοτήτων και βελτίωσης των μαθησιακών αποτελεσμάτων.
  • Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού, όπως η αξιολόγηση σχολικών μονάδων, η αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών, η ψηφιακή μετάβαση και η επικαιροποίηση των αναλυτικών προγραμμάτων με έμφαση στις δεξιότητες.

  • Παρά τις μεταρρυθμίσεις, οι επιδόσεις των μαθητών –ιδίως στα μαθηματικά και την κατανόηση κειμένου, σύμφωνα με τα στοιχεία της PISA 2022– εμφανίζουν διακυμάνσεις, ενώ οι κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές ανισότητες παραμένουν ισχυρές.

  • Ο ΟΟΣΑ συστήνει μεγαλύτερη αυτονομία σχολείων με εθνική συνοχή, σαφή κατανομή ρόλων στη διακυβέρνηση, ουσιαστική ενσωμάτωση των ψηφιακών εργαλείων και σύνδεση της αξιολόγησης εκπαιδευτικών με την επαγγελματική τους εξέλιξη.

Τα πλεονεκτήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, τους τομείς βελτίωσης, καθώς επίσης και τους τομείς που χρήζουν βελτιώσεων από εδώ και στο εξής, αναφέρονται στην αναλυτική μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), που δημοσιεύθηκε σήμερα, Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026 και φέρει τον τίτλο «Ανασκόπηση της Εκπαιδευτικής Πολιτικής: Βελτίωση των Μαθησιακών Αποτελεσμάτων στην Ελλάδα».

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τη μελέτη, η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε «σημαντικές μεταρρυθμίσεις» για τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος κατά τα τελευταία χρόνια, μεταξύ των οποίων η εισαγωγή εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης των σχολικών μονάδων, η ενίσχυση του ρόλου και του επαγγέλματος των εκπαιδευτικών μέσω νέων ευθυνών και ηγετικών ρόλων, καθώς και οι επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό. «Παρά τους οικονομικούς περιορισμούς του παρελθόντος, οι πρωτοβουλίες αυτές αναδεικνύουν ισχυρή δέσμευση για τη βελτίωση της ποιότητας και της ισότητας στην εκπαίδευση», αναφέρεται στην περίληψη της μελέτης.

Στα πλεονεκτήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος συγκαταλέγονται η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, οι μεταρρυθμίσεις για την αναβάθμιση του ρόλου των εκπαιδευτικών και η ψηφιακή μετάβαση. Επισημαίνεται, επίσης, η επικαιροποίηση του αναλυτικού προγράμματος σπουδών με έμφαση στην κριτική σκέψη και την επίλυση προβλημάτων, η υποχρεωτική προσχολική εκπαίδευση από 4 ετών («που ενισχύει την προσβασιμότητα»), οι επενδύσεις σε ψηφιακές υποδομές και πλατφόρμες («που υποστηρίζουν τη διδασκαλία και τη μάθηση»), καθώς και η εισαγωγή των Εργαστηρίων Δεξιοτήτων και της πρώιμης εκμάθησης ξένων γλωσσών, («που ενισχύουν τις διαθεματικές δεξιότητες»).

Ωστόσο, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα αποτελέσματα των εξετάσεων PISA το 2022, στην ανασκόπηση αποτυπώνονται διακυμάνσεις στις επιδόσεις των μαθητών, ιδίως στα μαθηματικά και στην κατανόηση κειμένου, ενώ οι κοινωνικοοικονομικές και γεωγραφικές ανισότητες εξακολουθούν να επηρεάζουν τα μαθησιακά αποτελέσματα.

«Η συγκεντρωτική διακυβέρνηση σε κεντρικό επίπεδο πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή ώστε να μην περιορίζει την προσαρμοστικότητα των σχολικών μονάδων στις τοπικές ανάγκες και έτσι να παρατηρείται ανομοιογένεια στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων μεταξύ περιφερειών. Παράλληλα, η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων στην καθημερινή διδασκαλίαι παραμένει περιορισμένη», αναφέρεται στη μελέτη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο ΟΟΣΑ, μέσω της εν λόγω ανασκόπησης, συστήνει τη σταδιακή ενίσχυση της αυτονομίας των σχολικών μονάδων, σε συνδυασμό με διασφάλιση εθνικής συνοχής και ισότητας, την ενδυνάμωση της ικανότητας εφαρμογής σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο ώστε οι μεταρρυθμίσεις να αποτυπώνονται σε βελτιώσεις στην τάξη, καθώς και τη σαφή αποσαφήνιση ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων διακυβέρνησης.

Επισημαίνει, επίσης, την ανάγκη ανάπτυξης «συνεκτικών πλαισίων που συνδέουν την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών με την επαγγελματική μάθηση και σταδιοδρομία, τη βελτίωση της πρόσβασης και της ποιότητας της προσχολικής εκπαίδευσης, ιδίως για τα παιδιά κάτω των 4 ετών, και τη διασφάλιση ουσιαστικής ενσωμάτωσης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των ψηφιακών πρωτοβουλιών».

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο Στρατηγικό Σχέδιο 2025-2027 του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, το οποίο αναδεικνύει τον προγραμματισμό για την υλοποίηση των προτάσεων του ΟΟΣΑ και, γενικότερα, την ενίσχυση της εκπαίδευσης σε επίπεδο ισότητας, ποιότητας και καινοτομίας.

Πάντως, αξίζει να σημειωθεί, ότι τα αποτελέσματα των τελευταίων εξετάσεων PISA, που διεξήχθηκαν την περασμένη άνοιξη (2025) δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστά.

Υπενθυμίζεται, ότι στις εξετάσεις συμμετέχουν μαθητές και μαθήτριες 15 χρονών και εξετάζονται στα μαθηματικά, την κατανόηση κειμένου και τις φυσικές επιστήμες. Στην έρευνα PISA 2025 θα αξιολογηθούν γνώσεις και δεξιότητες των 15χρονων μαθητών και μαθητριών σε περισσότερες από 80 χώρες και σε νέα πεδία, εκτός των τριών βασικών, όπως τα αγγλικά και η μάθηση στον ψηφιακό κόσμο.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται να έχει η διεξαγωγή στην Ελλάδα —και, φυσικά, η δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων— της Διεθνούς Έρευνας για τη Διδασκαλία και τη Μάθηση «ΤALIS» (Teaching and Learning International Survey) του ΟΟΣΑ, μέσα στο 2026, για να αποτυπωθεί πιο ολοκληρωμένα η σύγχρονη εικόνα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: