Μείωση του δείκτη επίπτωσης της πανδημίας σε Γερμανία, Αυστρία, σταθερός στην Ολλανδία – Αποδίδουν τα μέτρα;

AFP

Υπάρχουν ενδείξεις σταθεροποίησης της επιδημίας του νέου κορωνοϊού στη Δανία, δήλωσε σήμερα ο υπουργός Υγείας της χώρας, επικαλούμενος ως πιθανούς λόγους τους εμβολιασμούς κατά της COVID-19 και την ενισχυτική δόση των εμβολίων.

«Ο δείκτης αναπαραγωγής υπολογίζεται στο 1. Άλλα σημαντικά στοιχεία όπως ο δείκτης επίπτωσης, ο δείκτης θετικότητας, κλπ. δείχνουν ότι επιβραδύνεται η αύξηση των λοιμώξεων και ότι έχουμε πιο σταθερή επιδημία», αναφέρει σε μήνυμά του ο υπουργός Υγείας Μάγκνους Χόνικε.

Ο δείκτης αναπαραγωγής μετρά σε πόσους ανθρώπους κατά μέσον όρο μεταδίδει τον ιό ένα προσβεβλημένο πρόσωπο. Το 1 δείχνει ότι η επιδημία ούτε επιταχύνεται ούτε επιβραδύνεται.

Αυτό «μπορεί μεταξύ άλλων να οφείλεται στην ανοσία από τους εμβολιασμούς και επανεμβολιασμούς, καθώς ένα πρόσωπο στα επτά άνω των 12 ετών έχει τώρα λάβει τρίτη δόση» εμβολίου κατά της COVID-19, σημείωσε ο υπουργός.

Μεγαλύτερο ποσοστό από το 75% του πληθυσμού έχει εμβολιαστεί στην Δανία, ενώ το 13,5% έχει λάβει αναμνηστική δόση.

Η Δανία είχε καταγράψει ποσοστά ρεκόρ άνω των 4.000 ημερήσιων κρουσμάτων τις τελευταίες εβδομάδες από περίπου 200 στα μέσα Σεπτεμβρίου, αλλά η χώρα έχει αποφύγει μέχρι στιγμής να επιβάλλει αυστηρούς περιορισμούς λοκντάουν.

Γερμανία, Αυστρία και Ολλανδία

Παράλληλα, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα, ο δείκτης επίπτωσης μειώθηκε ελαφρά στην Γερμανία και την Αυστρία και σταθεροποιήθηκε στην Ολλανδία από τότε που οι τρεις χώρες εισήγαγαν νέα μέτρα για την αναχαίτιση της εξάπλωσης του νέου κορωνοϊού.

Αφότου έγιναν επίκεντρα ενός νέου κύματος της επιδημίας της COVID-19 στην δυτική Ευρώπη, η Αυστρία επέβαλε ένα τέταρτο ολικό λοκντάουν την περασμένη εβδομάδα και η Ολλανδία και η Γερμανία επέβαλαν νέους περιορισμούς.

Το ινστιτούτο Ρόμπερτ Κοχ της Γερμανίας ανακοίνωσε ότι 452,2 άνθρωποι ανά 100.000 προσβλήθηκαν την περασμένη εβδομάδα, με τον αριθμό να παρουσιάζει ελαφρά μείωση από 452,4 που ήταν την Δευτέρα. Πρόκειται για την πρώτη μείωση από τις αρχές του Νοεμβρίου.

Μολαταύτα, ο αριθμός των νέων κρουσμάτων αυξήθηκε ελαφρά σε σύγκριση με την περασμένη εβδομάδα σε 45.753 και άλλοι 388 θάνατοι καταγράφηκαν, που είναι ο υψηλότερος αριθμός από τις αρχές Μαρτίου. Με αυτούς ο συνολικός αριθμός των νεκρών στη χώρα από την COVID-19 ανήλθε σε 101.344.

Η Αυστρία παράλληλα ανακοίνωσε 8.186 νέα κρούσματα σήμερα. Ο δείκτης επίπτωσης ανά 100.000 ανθρώπους βρισκόταν στους 936, σημειώνοντας μείωση από την κορύφωσή του στις 22 Νοεμβρίου, όταν ανερχόταν σε 1.107.

Ο αριθμός των ημερήσιων κρουσμάτων στην Αυστρία κορυφώθηκε σε άνω των 15.000 την προπερασμένη εβδομάδα. Κατά την προηγούμενη κορύφωσή του ανερχόταν σε 9.586 τον Νοέμβριο του 2020, όταν δόθηκε εντολή για εθνικό λοκντάουν.

Η Ολλανδία παράλληλα ανακοίνωσε 21.443 νέα κρούσματα χθες, Δευτέρα, μετά την σταθεροποίηση του αριθμού τους σε επίπεδα ρεκόρ την περασμένη εβδομάδα με τις εγκαταστάσεις διεξαγωγής διαγνωστικών τεστ να φτάνουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους.

Περίπου 886 κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους καταγράφηκαν την εβδομάδα που τελείωσε χθες. Πρόκειται για αύξηση 3% σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα, στην χαμηλότερη εβδομαδιαία αύξηση που παρατηρείται από τις αρχές του Οκτωβρίου.

Στο μεταξύ οι εισαγωγές στα νοσοκομεία εξακολουθούν να αυξάνονται και στις τρεις χώρες.

«Σήμερα η COVID-19 είναι η πρώτη αιτία θανάτου στην Ευρώπη και την κεντρική Ασία», δήλωσε σήμερα ο Χανς Κλούγκε, ο περιφερειακός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την Ευρώπη.

Ωστόσο, πρόσθεσε: «Έχουμε τα εργαλεία για να ελέγξουμε την μετάδοση και να μετριάσουμε τον αντίκτυπο».

Η καγκελάριος της Γερμανίας Άγγελα Μέρκελ και ο διάδοχός της Όλαφ Σολτς αναμένεται να συνεδριάσουν σήμερα με τους επικεφαλής των κρατιδίων για να συζητήσουν πώς θα αντιδράσουν μετά τον εντοπισμό κρουσμάτων της νέας παραλλαγής Όμικρον στη Γερμανία.

Εξάλλου το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας απεφάνθη νωρίτερα σήμερα ότι τα μέτρα λοκντάουν που είχαν ληφθεί προηγουμένως στη χώρα δεν παραβιάζουν το δικαίωμα των παιδιών στην σχολική εκπαίδευση ή άλλες συνταγματικές ελευθερίες, δίδοντας στην κυβέρνηση μεγαλύτερη ελευθερία για τη λήψη μέτρων.