MSCI: «Δεν είμαστε καθόλου χαρούμενοι» – Γιατί η JP Morgan βλέπει την αναβάθμιση της Ελλάδας ως «παγίδα»

MSCI: «Δεν είμαστε καθόλου χαρούμενοι» – Γιατί η JP Morgan βλέπει την αναβάθμιση της Ελλάδας ως «παγίδα»
Bangkok Thailand 20 October 2023 Logo J.P.Morgan on building Photo: Shutterstock
Ενώ η δημόσια διαβούλευση της MSCI για την αναβάθμιση της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές αντιμετωπίζεται από την αγορά ως θετικό ορόσημο, η JP Morgan κρατά σαφώς διαφορετική στάση.
  • Η JP Morgan εκτιμά ότι η μετάβαση της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές θα προκαλέσει καθαρές εκροές έως 500 εκατ. δολάρια.

  • Προειδοποιεί για απώλεια επενδυτικής προσοχής και χαμηλότερη αναλυτική κάλυψη.

  • Η ελληνική αγορά θα έχει πολύ μικρό βάρος στον MSCI Europe και σχεδόν αμελητέο στον MSCI World.

  • Η τράπεζα αμφισβητεί το timing και θεωρεί ότι η αναβάθμιση επιταχύνεται ασυνήθιστα.

  • Καλύτερα «μεγάλος παίκτης» στις αναδυόμενες παρά «αόρατος» στις ανεπτυγμένες.

Η JP Morgan εμφανίζεται ξεκάθαρα επιφυλακτική απέναντι στην πιθανή αναβάθμιση της Ελλάδας από τις αναδυόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές, εκτιμώντας ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη ενδέχεται να έχει περισσότερο κόστος παρά όφελος για το Χρηματιστήριο Αθηνών.

Αφορμή αποτελεί η ανακοίνωση της MSCI ότι ξεκινά δημόσια διαβούλευση για τη μετάβαση της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές, με πιθανή εφαρμογή κατά το review του Αυγούστου του 2026. Η JP Morgan θεωρεί πως η διαδικασία είναι σε μεγάλο βαθμό τυπική και προεξοφλεί ότι η αναβάθμιση τελικά θα υλοποιηθεί.

Ωστόσο, αυτό που προβληματίζει την αμερικανική τράπεζα δεν είναι μόνο η ίδια η απόφαση, αλλά κυρίως οι συνέπειές της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το νέο αποτύπωμα της Ελλάδας στους δείκτες

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της JP Morgan, η Ελλάδα θα εισέλθει στον MSCI Europe με μόλις πέντε μετοχές — έναντι οκτώ που σήμερα συμμετέχουν στον δείκτη αναδυόμενων αγορών.

Το βάρος της χώρας στον ευρωπαϊκό δείκτη εκτιμάται στις 37 μονάδες βάσης, καθιστώντας την τη δεύτερη μικρότερη αγορά του MSCI Europe: μεγαλύτερη μόνο από την Πορτογαλία και μικρότερη από την Ιρλανδία και την Αυστρία. Στον MSCI World, η παρουσία της Ελλάδας περιορίζεται σε περίπου έξι μονάδες βάσης.

Κατά την JP Morgan, αυτή η υποβάθμιση του σχετικού βάρους είναι κρίσιμη, καθώς μειώνει δραστικά την ορατότητα της ελληνικής αγοράς στους διεθνείς επενδυτές.

Γιατί η JP Morgan βλέπει εκροές

Σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι μια αναβάθμιση οδηγεί αυτόματα σε εισροές, η τράπεζα εκτιμά ότι το καθαρό αποτέλεσμα θα είναι αρνητικό.

Η μετάβαση από τον MSCI Emerging Markets στον MSCI Developed Markets συνεπάγεται:

  • εισροές 75–100 μονάδων βάσης κεφαλαιοποίησης για κάθε μετοχή που εισέρχεται στους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών,

  • αλλά ταυτόχρονα εκροές περίπου 8% της κεφαλαιοποίησης για κάθε μετοχή που αφαιρείται από τον δείκτη αναδυόμενων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι πέντε μετοχές που παραμένουν θα δεχθούν περιορισμένες εισροές, ενώ οι τρεις που εξέρχονται από τον δείκτη αναδυόμενων αναμένεται να δεχθούν σημαντικές εκροές.

Το τελικό ισοζύγιο, σύμφωνα με την JP Morgan, μεταφράζεται σε καθαρές εκροές περίπου 500 εκατ. δολαρίων. Το ποσό θα μπορούσε να μειωθεί στα 150 εκατ. δολάρια μόνο εάν ο ΟΠΑΠ καταφέρει να ενταχθεί στον βασικό δείκτη ανεπτυγμένων αγορών.

Απώλεια επενδυτικής εστίασης

Πέρα από τις ροές κεφαλαίων, η JP Morgan εστιάζει σε έναν λιγότερο ορατό αλλά εξίσου κρίσιμο παράγοντα: Την επενδυτική προσοχή.

Η μετάβαση από μια βάση επενδυτών αναδυόμενων αγορών — όπου τοποθετούνται με κριτήριο τη χώρα — σε μια πανευρωπαϊκή βάση επενδυτών — όπου κυριαρχεί ο κλαδικός διαχωρισμός — αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο «διαβάζεται» η Ελλάδα.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές μετοχές καθίστανται πολύ μικρές για να προσελκύσουν ουσιαστικό ενδιαφέρον:

  • Η Εθνική Τράπεζα, η μεγαλύτερη ελληνική τράπεζα, θα ήταν μόλις η 58η μεγαλύτερη χρηματοοικονομική εταιρεία στον MSCI Europe.

  • Η ΔΕΗ θα κατατασσόταν ως η 25η μεγαλύτερη εταιρεία κοινής ωφέλειας ή η δεύτερη μικρότερη στον κλάδο.

Κατά την JP Morgan, αυτή η σχετική «αορατότητα» αυξάνει τον κίνδυνο να αγνοηθεί πλήρως η ελληνική αγορά από μεγάλα χαρτοφυλάκια.

Ερωτήματα για το timing

Η τράπεζα δηλώνει επίσης έκπληξη για το χρονοδιάγραμμα που ακολουθεί η MSCI. Με βάση τους τυπικούς κανόνες, μια τέτοια αναβάθμιση θα έπρεπε — θεωρητικά — να ολοκληρωθεί το 2028 και όχι το 2026.

Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η MSCI διατηρεί «διακριτική ευχέρεια» και έχει στο παρελθόν επιταχύνει αντίστοιχες διαδικασίες, όπως στην περίπτωση του Κουβέιτ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: