Ο «πόλεμος» των τυριών: Πώς οι ΗΠΑ αμφισβητούν το ευρωπαϊκό μονοπώλιο σε παρμεζάνα και φέτα
- 13/04/2026, 21:00
- SHARE
- Οι παγκόσμιες πωλήσεις «απομιμήσεων» παρμεζάνας εκτός ΕΕ υπολογίζεται ότι υπερβαίνουν τα 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
- Ενώ η ΕΕ υποστηρίζει ότι τα ονόματα αυτά πρέπει να συνδέονται αποκλειστικά με τον τόπο και τον παραδοσιακό τρόπο παραγωγής, οι ΗΠΑ θεωρούν ότι πλέον αποτελούν γενικούς περιγραφικούς όρους του είδους του τυριού.
- Η σύγκρουση έχει μεταφερθεί σε αναδυόμενες αγορές, με τις δύο πλευρές να υπογράφουν συχνά αντικρουόμενες εμπορικές συμφωνίες με κράτη της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.
Για γενιές, οικογένειες μεταναστών στις ΗΠΑ, όπως η οικογένεια Sartori από το Ουισκόνσιν, παράγουν τυριά ευρωπαϊκού τύπου βασισμένα στις παραδόσεις των προγόνων τους. Ωστόσο, η προσπάθειά τους να εξάγουν προϊόντα όπως το ασιάγκο ή η παρμεζάνα προσκρούει στις έντονες πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιδιώκει να απαγορεύσει τη χρήση αυτών των ονομάτων από μη ευρωπαίους παραγωγούς. Προκειμένου να αποφύγουν περιγραφές όπως «σκληρό τυρί ιταλικού τύπου», αμερικανικές εταιρείες περιορίζουν τις εξαγωγές τους. «Οι καταναλωτές πρέπει να αποφασίζουν ποιο τυρί κερδίζει στην αγορά, όχι οι Ευρωπαίοι δικηγόροι», δηλώνει ο Bert Sartori, δισέγγονος του ιδρυτή της εταιρείας.
Η αμερικανική αντεπίθεση μέσω εμπορικών συμφωνιών
Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί πλέον να ανατρέψει αυτό το καθεστώς, διεκδικώντας την αναγνώριση αυτών των ονομασιών ως γενικών όρων. Μέσω νέων εμπορικών συμφωνιών με χώρες όπως η Ταϊβάν, η Μαλαισία και η Αργεντινή, οι ΗΠΑ διασφαλίζουν ότι οι εταιρείες τους μπορούν να διαθέτουν στο εμπόριο τα τυριά τους με τις ευρέως αναγνωρίσιμες ονομασίες τους. Αυτή η εξέλιξη θεωρείται από την αμερικανική βιομηχανία γαλακτοκομικών ως μια κρίσιμη νίκη.
Οι αμερικανικές γαλακτοβιομηχανίες, όντας μεγάλης κλίμακας και εξαιρετικά αποδοτικές, συχνά προσφέρουν ανταγωνιστικότερες τιμές σε σχέση με τους Ευρωπαίους παραγωγούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αμερικανικές εξαγωγές τυριού σημείωσαν ρεκόρ πέρυσι, αγγίζοντας τους 613.000 μετρικούς τόνους.
Η στάση της Ευρώπης και ο ρόλος των γεωγραφικών ενδείξεων
Από την άλλη πλευρά, οργανισμοί όπως η Κοινοπραξία Parmigiano Reggiano (Consorzio del Formaggio Parmigiano Reggiano) υπερασπίζονται σθεναρά την αυθεντικότητα και τα αυστηρά πρότυπα παραγωγής των ιταλικών τυριών. Η Κοινοπραξία εκτιμά ότι το 2025 οι πωλήσεις «ψεύτικης παρμεζάνας» εκτός ΕΕ ξεπέρασαν τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ (περίπου 2,3 δισεκατομμύρια δολάρια). Ο πρόεδρος της Κοινοπραξίας, Nicola Bertinelli, τονίζει ότι το ζήτημα είναι η διαφάνεια: «Οι καταναλωτές μπορεί να πιστεύουν ότι αγοράζουν ένα προϊόν που συνδέεται με συγκεκριμένη ιταλική προέλευση και μέθοδο παραγωγής, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι».
Το πότε ένα τοπωνύμιο ή μια παραδοσιακή περιγραφή μετατρέπεται σε γενικό όρο αποτελεί σημείο τριβής. Ενώ υπάρχει συμφωνία ότι το «τσένταρ» είναι πλέον ένας τύπος τυριού και δεν περιορίζεται στο ομώνυμο αγγλικό χωριό, ή ότι η «σαμπάνια» προέρχεται αποκλειστικά από τη Γαλλία, πολλές άλλες περιπτώσεις βρίσκονται σε γκρίζα ζώνη. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ θεωρούν τη φέτα ως έναν τύπο τυριού, ενώ η ΕΕ επισημαίνει ότι, παρότι δεν αποτελεί τοπωνύμιο, η παραγωγή της έχει ρίζες χιλιετιών στην Ελλάδα, με αναφορές ακόμη και στην Οδύσσεια.
Αντικρουόμενες συμφωνίες σε τρίτες χώρες
Με τις ΗΠΑ και την ΕΕ να αδυνατούν να καταλήξουν σε συμφωνία, ο ανταγωνισμός μεταφέρεται σε τρίτες χώρες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ινδονησίας, μιας τεράστιας αγοράς που εισάγει αμερικανικά γαλακτοκομικά αξίας 220 εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Τον περασμένο Σεπτέμβριο, η ΕΕ ανακοίνωσε συμφωνία με την Ινδονησία για την προστασία άνω των 200 ευρωπαϊκών προϊόντων (π.χ. φέτα και γκοργκοντζόλα). Λίγους μήνες μετά, η αμερικανική κυβέρνηση συνήψε τη δική της εμπορική συμφωνία, σύμφωνα με την οποία η Ινδονησία θα επιτρέπει στους Αμερικανούς παραγωγούς να χρησιμοποιούν τις προτιμώμενες ονομασίες, ερχόμενη σε αντίθεση με τα όσα είχε υποσχεθεί στους Ευρωπαίους.
Αντίστοιχα, στην Αυστραλία, η νέα εμπορική συμφωνία με την ΕΕ προβλέπει ότι όλοι οι Αυστραλοί τυροκόμοι θα πρέπει, μετά από πέντε χρόνια, να σταματήσουν να ονομάζουν το προϊόν τους «fontina». Όσοι παράγουν ήδη φέτα θα μπορούν να διατηρήσουν την ονομασία, όμως αυτό δεν θα επιτρέπεται σε νέες γαλακτοβιομηχανίες.
Οι αμερικανικές εταιρείες παραμένουν αισιόδοξες για τις πρόσφατες εξελίξεις. Στελέχη του κλάδου χαιρετίζουν τις εμπορικές συμφωνίες της Ουάσιγκτον, υπογραμμίζοντας ότι οι αγορές της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Λατινικής Αμερικής παρουσιάζουν τεράστιο ενδιαφέρον λόγω του αυξανόμενου πληθυσμού και της αυξημένης ζήτησης για τυρί.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
Πηγή: The Wall Street Journal