Ο θησαυρός στη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας

REUTERS

Πεκίνο και Τόκιο ερίζουν για πέντε ακατοίκητα νησάκια, τρεις βραχονησίδες και τα πλούτη που κρύβουν στον υποθαλάσσιο χώρο του για πάνω από έναν αιώνα.

Ανεβάζοντας πολύ τον πήχη, το Πεκίνο αποφάσισε χθες να κλιμακώσει επικίνδυνα τις εντάσεις στη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας, στέλνοντας για πρώτη φορά μαχητικά Su-30 και J-11 ως απάντηση στη διέλευση περίπου δέκα γιαπωνέζικων αεροσκαφών -μεταξύ αυτών F16 και αναγνωριστικά  E-767 Awacs και P3- στην αμφιλεγόμενη νέα «αναγνωριστική ζώνη αεράμυνας» (ADIZ), που οριοθέτησε μονομερώς η Κίνα από το περασμένο Σάββατο.

Τόσο οι Ιάπωνες όσο οι Αμερικανοί και οι Νοτιοκοερεάτες έχουν ήδη αψηφίσει τις νέες «εντολές» με υπερπτήσεις αεροσκαφών τους, ενώ το Τόκιο έχει αρνηθεί κάθε διάλογο με το Πεκίνο για το θέμα, εκτιμώντας ότι αυτό θα ισοδυναμεί με αποδοχή της κυριαρχίας της Κίνας στη διεκδικούμενη και από τις δυο χώρες θαλάσσια περιοχή.

Η διαμάχη αυτή κρατάει δεκαετίες και στην καρδιά της είναι αυτά τα νησιά, που οι Ιάπωνες αποκαλούν Σενκάκου και οι Κινέζοι Ντιαογού, και βρίσκονται μεταξύ Κίνας, Ιαπωνίας και Ταΐβάν. Η ένταση, όμως, άρχισε να κλιμακώνεται επικίνδυνα από πέρσι, όταν το Τόκιο αποφάσισε να αγοράσει τρία από τα αμφισβητούμενα νησάκια από τους ιδιώτες ιδιοκτήτες τους. Η κίνηση προκάλεσε τότε μεγάλες διαδηλώσεις στην Κίνα και ζημιά στις εμπορικές σχέσεις με ευρύ μποϊκοτάζ από τους Κινέζους καταναλωτές.

Τα νησιά αποτελούν κομμάτι του γεωπολιτικού παζλ της περιοχής. Από το 1895 τη διοίκηση τους έχει η Ιαπωνία- με εξαίρεση το διάστημα από το 1945 έως το 1972 που οι ΗΠΑ παραιτήθηκαν κι επίσημα από τον μεταπολεμικό έλεγχο που ασκούσαν σε περιοχές της Ιαπωνίας. Ωστόσο, τόσο το Πεκίνο όσο και η Ταΐβάν ποτέ δεν αποδέχθηκαν την κυριαρχία του Τόκιο, υποστηρίζοντας ότι τα νησιά ανήκαν στην Κίνα επί αιώνες και κατελήφθησαν από την Ιαπωνία το 1895, στο τέλος του μεταξύ τους πολέμου. Το Πεκίνο υποστηρίζει ότι τα Ντιαογού θα έπρεπε να είχαν επιστραφεί, μαζί με άλλες τις αυτοκρατορικές κατακτήσεις, όταν το Τόκιο παραδόθηκε στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου.

Διαβάστε ακόμη: Το Πεκίνο «τραβάει το σχοινί»

Η Ιαπωνία από την άλλη, αρνείται καν να παραδεχθεί ότι η γη είναι αμφισβητούμενη. Υποστηρίζει ότι πάτησε τα νησιά στα τέλη του 19ου αιώνα και διαπίστωσε ότι είναι «terra nullius» – δηλαδή γη που δεν ανήκει σε κανέναν- και ότι Κίνα και Ταΐβάν άρχισαν να τα διεκδικούν όταν διαπιστώθηκε ότι στην υποθαλάσσια περιοχή κρύβεται ενεργειακός θησαυρός, δηλαδή στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Στη μέση στέκεται η Ουάσιγκτον η οποία παρότι δεν παίρνει επίσημη θέση σε ποιον ανήκουν τα νησιά, τα έχει συμπεριλάβει στην αμοιβαία αμυντική συνθήκη που έχει υπογράψει με το Τόκιο. Αυτό σημαίνει ότι εάν η Κίνα επιτεθεί στην Ιαπωνία για τα νησιά, θα πρέπει οι Αμερικανοί να σταθούν στο πλευρό των συμμάχων τους.

Το πρόβλημα παρουσιάζεται στη διεθνή σκηνή συχνά-πυκνά σας εκκρεμές: κορυφώνεται και μετά «ξεχνιέται». Τα τελευταία χρόνια όμως, η Κίνα έχει αρχίσει να επεκτείνει τις στρατιωτικές και ιδιαίτερα τις ναυτικές της δυνατότητες και αρχίσει να τηρεί ολοένα και πιο σκληρή γραμμή στις μακροχρόνιες εδαφικές της διαφορές στις Θάλασσες της Ανατολικής της Νότιας Κίνας. Μετά την αγορά των νησιών Σενκάκου/Ντιαογού τον Σεπτέμβριο του 2012, έχει αυξήσει τις τακτικές ναυτικές περιπόλους και τις υπερπτήσεις μαχητικών στα αμφισβητούμενα νερά και τον εναέριο χώρο της περιοχής.

Πέρα από αυτές τις τακτικές αναμέτρησης δυνάμεων, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών είναι μια υπενθυμίζουν στο Πεκίνο τη δυναμική σχέσης Ιαπωνίας-ΗΠΑ και θέτει ερωτήματα για τη δυνατότητα που έχει να εφαρμόσει αποτελεσματικά τέτοιου είδους διακηρύξεις.

Η «ζώνη» της αλληλοεπικαλύπτει την αντίστοιχη ADIZ της Ιαπωνίας – που το Τόκιο επίσης αποφάσισε να επεκτείνει μονομερώς τον περασμένο Ιούνιο, την ADIZ της Ταΐβάν και μέρος του νησιού Γιεζού της Νότιας Κορέας. Και το πιο σημαντικό, επικαλύπτει περιοχές με πιθανά πολύ πλούσια κοιτάσματα φυσικού αερίου.

Διαβάστε ακόμη: Σκληρή απάντηση Ιαπωνίας και Νότιας Κορέας στο Πεκίνο

Η ADIZ δεν είναι το ίδιο με τον «εναέριο χώρο» που σύμφωνα με τους διεθνείς κανονισμούς είναι ο χώρος πάνω από την αντίστοιχη επικράτεια συν άλλα 12 μίλια παράκτιας ναυσιπλοΐας. Αντίθετα, είναι ένας μονομερής τρόπος σε μια χώρα για να εντοπίζει και να παρακολουθεί αεροσκάφη που πλησιάζουν την επικράτεια της και τον εναέριο χώρο της. Θεωρητικά, δεν αποτελεί εμπόδιο στη διέλευση των αεροσκαφών όσο αυτά προειδοποιούν για το δρομολόγιο τους και καταθέτουν το σχέδιο πτήσης τους. Η παραβίαση της ζώνης ωστόσο μπορεί να θεωρηθεί «εισβολή» κι επιδέχεται στρατιωτικής προειδοποίησης με αναχαιτίσεις από μαχητικά. Η Ιαπωνία έχει υιοθετήσει αυτή τη στρατηγική δεκάδες φορές από τον Δεκέμβριο του 2012, γι αυτό και οι αντίστοιχες κινήσεις του Πεκίνου τώρα θεωρούνται από πολλούς «αντίποινα».

Ο κλιμακούμενος «εναέριος» ανταγωνισμός προσδίδει άλλη μια διάσταση στις εντάσεις μεταξύ των δυο χωρών γύρω από τα νησιά Σενκάκου/Ντιαογού κι έχει οδηγήσει το Πεκίνο στην αλλαγή προσέγγισης στο πρόβλημα, εγκαινιάζοντας μια εθνικιστική τακτική για να «επαναπροσδιορίσει» τα σύνορα του. Έχει αυξήσει τις ναυτικές περιπολίες, ενθαρρύνει την παρουσία αλιευτικών στην περιοχή ακόμα και μέσα στα 12 μίλια της Ιαπωνίας, κι έχει ήδη ανακοινώσει την πρόθεση του να  οριοθετήσει  τα θαλάσσια σύνορα του στα 12 μίλια πέρα από τα αμφισβητούμενα νησιά.

Άμεσα, ο στόχος του φαίνεται ότι είναι να «ανταλλάξει» τον de facto έλεγχο της Ιαπωνίας στα νησιά με μια νέα ισορροπία, που να αναγνωρίζει το ενδιαφέρον του Πεκίνου για τη θαλάσσια κυριαρχία και παρουσία του. Όπως συμβαίνει στην επίσης «θερμή» Θάλασσα της Νότιας Κίνας, το Πεκίνο κατανοεί πλήρως ότι οι προσπάθειες του να αλλάξουν οι συσχετισμοί επιρροής στην θάλασσα θα περιορίζονται όσο δεν επιθυμεί να προκαλέσει μια σοβαρή απάντηση από τις ΗΠΑ. Προς το παρόν, η Κίνα δείχνει την επιθυμία να δοκιμάσει τα όρια της, αλλά η σκόπιμη κλιμάκωση των εντάσεων, με «εργαλεία» όπως οι επεκτάσεις των «ζωνών αεράμυνας» αναγκάζει όλους τους παίκτες να προσαρμόσουν τις στρατηγικές τους απέναντι στις αυξανόμενες περιφερειακές φιλοδοξίες της.