Οδηγεί ο εμπορικός πόλεμος τις αμερικανικές εταιρείες μεταποίησης εκτός Κίνας;

Δεν είναι λίγες οι εταιρείες που έχουν επιδιώξει να αποκτήσουν πρόσβαση σε ακόμα φθηνότερη εργασία σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.

του Eamon Barrett

Οι δασμοί αποτελούν το όπλο της Ουάσινγκτον στον εμπορικό της πόλεμο εναντίον του Πεκίνου.

Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει δασμούς 25% σε εμπορεύματα αξίας 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων που εισάγονται από την Κίνα, αναγκάζοντας τους παραγωγούς είτε να απορροφήσουν τα πρόσθετα κόστη είτε να περάσουν τη διαφορά στους καταναλωτές.

Ωστόσο, αναφορές και δημοσιεύματα υποδεικνύουν ότι ορισμένες εταιρείες ίσως επιλέξουν μια τρίτη επιλογή: τη μετεγκατάσταση της παραγωγής εκτός της Κίνας.

Σε μια έρευνα γνώμης που εξέδωσε το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο (AmCham) τον περασμένο μήνα, περίπου το 40% των 250 επιχειρήσεων που συμμετείχαν δήλωσαν ότι «εξετάζουν να μεταφέρουν ή έχουν ήδη μεταφέρει τις εγκαταστάσεις παραγωγής εκτός της Κίνας». Σε μια παρόμοια έρευνα γνώμης της AmCham τον περασμένο Σεπτέμβριο, μόνο το 30% δήλωσαν ότι σκέφτονταν τη μερική μετεγκατάσταση.

Εντούτοις, η τάση εξόδου δεν μπορεί να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον εμπορικό πόλεμο.

«Το φαινόμενο των επιχειρήσεων που μεταφέρουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες εκτός Κίνας ξεκίνησε πριν από την τρέχουσα εμπορική διαμάχη», λέει η Hannah Anderson, επικεφαλής στρατηγικής της παγκόσμιας αγοράς στο τμήμα διαχείρισης ενεργητικού της J.P. Morgan. «Οι υψηλότεροι δασμοί μπορεί να έχουν επιταχύνει κάποια από αυτά τα σχέδια που υπήρχαν ήδη, κάτι που επιβεβαιώνεται απ’ όσα βλέπω και ακούω όταν μιλάω με διευθύνοντες συμβούλους, αλλά πολύ λίγες εταιρείες δεν είχαν ήδη αρχίσει να σκέφτονται ένα τέτοιο ενδεχόμενο».

Η άνοδος του κόστους εργασίας οδήγησε στη μετεγκατάσταση αρκετών εργοστασίων εκτός Κίνας προτού αναδειχθεί το ζήτημα των δασμών της Ουάσινγκτον. Το κατώτατο ωρομίσθιο στους μεγάλους εργοστασιακούς κόμβους της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ αυξήθηκε από τα 4,12 ρενμίμπι το 2008 στα 14,4 ρενμίμπι (2 δολάρια) πέρυσι.

Οι εταιρείες μεταποίησης, ιδιαίτερα εκείνες με χαμηλή προστιθέμενη αξία, όπως τα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια, έχουν επιδιώξει να αποκτήσουν πρόσβαση σε ακόμα φθηνότερη εργασία σε χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Βιετνάμ και τη Μαλαισία.

Ωστόσο, η έξοδος κάποιων εταιρειών μεταποίησης χαμηλών προδιαγραφών θα μπορούσε να αποτελέσει μακροπρόθεσμα ένα πλεονέκτημα για την Κίνα, λέει ο Li Keaobo, εκτελεστικός γενικός γραμματέας του Κέντρου για την Κίνα στην Παγκόσμια Οικονομία (Center for China in World Economics) της Σχολής Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Tsinghua.

Ο Λι επισημαίνει ότι η απώλεια της χαμηλού κόστους μεταποίησης θα αναγκάσει τα τοπικά εργοστάσια να σημειώσουν πρόοδο στην παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας – μια μετάβαση που εγκρίνει το ίδιο το Πεκίνο.

Από το 2015, όταν το κινεζικό Συμβούλιο του Κράτους δημοσιοποίησε την πολιτική Made in China 2025, το Πεκίνο όρισε ως βασικό στόχο τη μετατροπή της χώρας σε κέντρο μεταποίησης υψηλών προδιαγραφών. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής, που παραπέμπει στη στρατηγική Industry 4.0 της Γερμανίας, διατέθηκαν δισεκατομμύρια δολάρια για την αναβάθμιση των παραγωγικών δυνατοτήτων της Κίνας. Μένει να αποδειχθεί, όμως το κατά πόσο η χώρα μπορεί να επιτύχει αυτόν τον στόχο χωρίς τη βοήθεια υπεργολαβιών από Δυτικές εταιρείες.