Οι αγορές σταθμίζουν την αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα
- 08/01/2026, 10:38
- SHARE
Οι αγορές επιχειρούν να αποτιμήσουν τις συνέπειες της στρατιωτικής επέμβασης των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα. Η επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου οδήγησε στην απομάκρυνση του προέδρου Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ποινικές κατηγορίες στη Νέα Υόρκη για ναρκοτρομοκρατία και έχουν δηλώσει αθώοι.
Μετά την επέμβαση, η αντιπρόεδρος της Βενεζουέλας, Ντέλσι Ροντρίγκες, ζήτησε την άμεση απελευθέρωση του προέδρου και της πρώτης κυρίας, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον θα «διοικήσει» τη χώρα και θα «αποκαταστήσει» τις πετρελαϊκές της υποδομές.
Αναλυτές της Morgan Stanley επισημαίνουν ότι πρόκειται για μία από τις πιο άμεσες και καθοριστικές παρεμβάσεις των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική τα τελευταία χρόνια, με τις επιπτώσεις της να αναμένεται να εκδηλωθούν σταδιακά, λόγω της έκτασης της πολιτικής και θεσμικής αβεβαιότητας που ακολουθεί.
Πετρέλαιο, χρυσός και ομόλογα
Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν άνοδο στην πρώτη συνεδρίαση μετά την επέμβαση, καθώς οι επενδυτές στάθμισαν τον κίνδυνο διαταραχών στην παραγωγή της Βενεζουέλας. Παρά το γεγονός ότι η χώρα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου παγκοσμίως, παραμένει ο μικρότερος παραγωγός μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων κατόχων αποθεμάτων, έπειτα από χρόνια υποεπενδύσεων, χαμηλής αποδοτικότητας και διεθνών κυρώσεων.
Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, η πολιτική αναταραχή ενδέχεται να προκαλέσει περαιτέρω απώλειες παραγωγής στο άμεσο μέλλον. Ωστόσο, η παγκόσμια αγορά πετρελαίου θεωρείται ήδη επαρκώς εφοδιασμένη, γεγονός που περιορίζει τον αντίκτυπο στις τιμές. Σε ένα πιο θετικό σενάριο, η εγκαθίδρυση σταθερής κυβέρνησης και η εξομάλυνση των σχέσεων με τις ΗΠΑ θα μπορούσαν, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, να ξεκλειδώσουν σημαντικές επενδύσεις, αυξάνοντας την παραγωγή και ασκώντας καθοδική πίεση στις διεθνείς τιμές.
Οι αναλυτές διατηρούν πρόβλεψη για υποχώρηση του Brent στα μέσα των 50 δολαρίων το βαρέλι τους επόμενους μήνες, επισημαίνοντας ότι τυχόν ανάκαμψη της βενεζουελάνικης παραγωγής θα ενίσχυε αυτό το σενάριο. Ένα περιβάλλον χαμηλότερων τιμών θα έπληττε μεγάλους εξαγωγείς πετρελαίου, ενώ θα μπορούσε να ωφελήσει αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες μέσω αποζημιώσεων για εθνικοποιημένα περιουσιακά στοιχεία και να ενισχύσει τα αμερικανικά διυλιστήρια, τα οποία έχουν ανάγκη από βαρύ αργό. Αντίθετα, οι Καναδοί παραγωγοί ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξημένο ανταγωνισμό.
Την ίδια στιγμή, η αγορά χρέους εμφανίζει τις πιο άμεσες αντιδράσεις. Οι αποδόσεις στα ομόλογα της κυβέρνησης της Βενεζουέλας και της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας PDVSA συνέχισαν το ράλι που ξεκίνησε στα τέλη του 2025, καθώς η ταχεία απομάκρυνση του Μαδούρο μείωσε την πιθανότητα ενός παρατεταμένου ή άτακτου πολέμου.
Οι επενδυτές είχαν ήδη προεξοφλήσει αυξημένο κίνδυνο κλιμάκωσης, μετά τις αναφορές για στρατιωτική συγκέντρωση των ΗΠΑ στην Καραϊβική, επιθέσεις σε πλοία και κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων. Πλέον, το ενδιαφέρον στρέφεται στο κατά πόσο οι εναπομείνασες αρχές θα ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Ουάσιγκτον και θα διασφαλίσουν ομαλή πολιτική μετάβαση.
Ο αντίκτυπος σε άλλα ομόλογα της Λατινικής Αμερικής κρίνεται περιορισμένος, αν και χώρες με στενότερες σχέσεις με τις ΗΠΑ ενδέχεται να υπεραποδώσουν, ενόψει ενός έτους με έντονη εκλογική δραστηριότητα στην περιοχή.
Η κρίση στη Βενεζουέλα ενδέχεται να αποτελέσει δοκιμασία για τον ρόλο του δολαρίου ως παγκόσμιου ασφαλούς καταφυγίου, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας στις τιμές της ενέργειας. Αναλυτές σημειώνουν ότι η επενδυτική εμπιστοσύνη στο αμερικανικό νόμισμα εμφανίζεται εύθραυστη, γεγονός που καθιστά την αντίδρασή του σε γεωπολιτικά και οικονομικά γεγονότα δυνητικά καθοριστική για τις αγορές συναλλάγματος.
Σε αντίθεση με το 2014, όταν η πτώση των τιμών του πετρελαίου ενίσχυσε το δολάριο, το σημερινό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από έναν κύκλο νομισματικής χαλάρωσης της Federal Reserve, ο οποίος θα μπορούσε να λειτουργήσει ανασταλτικά.
Τέλος, ο χρυσός κατέγραψε άνοδο, καθώς η γεωπολιτική ένταση ενίσχυσε τη ζήτηση για ασφαλή επενδυτικά καταφύγια. Παράλληλα, οι μετοχές του αμυντικού κλάδου σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη προσελκύουν αυξημένο ενδιαφέρον, με τους επενδυτές να εξετάζουν το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης και αυξημένων δημόσιων δαπανών για την άμυνα.
Στην Ευρώπη, η παρέμβαση των ΗΠΑ εκλαμβάνεται ως ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον στρέφει το ενδιαφέρον της σε ζητήματα πιο κοντά στην έδρα της, ενισχύοντας τις πιέσεις προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη δική τους ασφάλεια.