Όλους τους πολιτικούς της χώρας συγκέντρωσε ο στρατός της Ταϊλάνδης

REUTERS

Αντιμέτωπη με τη διεθνή κατακραυγή και την πίεση των ΗΠΑ η στρατιωτική ηγεσία που διέπραξε χθες πραξικόπημα και επέβαλε στρατιωτικό νόμο στη χώρα.

Το σύνολο των πολιτικών αρχηγών και 100 περίπου πολιτικών της χώρας συγκέντρωση η στατιωτική ηγεσία της Ταϊλάνδης που χθες επέβαλε στρατιωτικό πραξικόπημα στη χώρα.

Μεταξύ αυτών η πρώην πρωθυπουργός της Ταϊλάνδης Γινγκλάκ Σιναουάτρα, αλλά και ο Νιουατουμρόγκ Μπουνσονγκπαϊζάν, που είχε αναλάβει την πρωθυπουργία μετά την αποπομπή της από το Συνταγματικό δικαστήριο για κατάχρηση εξουσίας στις 7 Μαΐου. Κλήθηκαν ακόμη να παρουσιαστούν στο αρχηγείο του στρατού και οι ηγέτες των πολύμηνων εκδηλώσεων διαμαρτυρίας κατά της κυβέρνησης της Γινγκλάκ Σιναουάτρα.

Ταυτόχρονα, η στρατιωτική ηγεσία που έχει αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά το πραξικόπημα απαγόρευσε την έξοδο από τη χώρα σε 155 πολιτικούς και ακτιβιστές, όπως μεταδόθηκε από την τηλεόραση. Στην ανακοίνωση του στατού αναφέρεται ότι η απόφαση ελήφθη «για τη διαφύλαξη της ειρήνης και την διευθέτηση της κρίσης».

Ο στρατηγός Πραγιούθ Τσαν-ότσα φέρεται να συγκέντρωσε ήδη από χθες τους ηγέτες των διαδηλωτών, φιλοκυβερνητικούς και αντικυβερνητικούς ηγέτες στη Λέσχη Αξιωματικών της Μπανγκόκ και κεκλεισμένων των θυρών να έκανε μια ύστατη προσπάθεια να σπάσει το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχει συρθεί η χώρα τους τελευταίους έξι μήνες. Μετά από περίπου μια ώρα συνομιλιών και μπροστά στο νέο αδιέξοδο ο αρχηγός του στρατού έχασε την υπομονή του: « Καθώς δεν μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο να φέρουμε την ειρήνη στη χώρα και καθώς κανείς δεν υποχωρεί, θα ήθελα να ανακοινώσω ότι αναλαμβάνω την εξουσία», είπε – μιλώντας σε ήρεμο τόνο –, σύμφωνα με ένα μέλος της εκλογικής επιτροπής που ήταν στις συνομιλίες. «Όλοι σας παραμείνετε εδώ» συμπλήρωσε και προχώρησε στο 12ο πραξικόπημα αφότου η χώρα έπαψε να είναι απόλυτη μοναρχία, το 1932.

«Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία γι’ αυτό το στρατιωτικό πραξικόπημα», ανέφερε χθες σε ανακοίνωσή του ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζον Κέρι. «Η ενέργεια αυτή θα έχει αρνητικές συνέπειες στις σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ταϊλάνδης, ειδικά στις σχέσεις μας με τον στρατό της χώρας. Είμαστε σε διαδικασία επανεξέτασης της στρατιωτικής και οποιαδήποτε άλλης βοήθειας, σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία».

«Καλώ να αποκατασταθεί (στην εξουσία) η πολιτική κυβέρνηση άμεσα, να επανέλθει η δημοκρατία και να τυγχάνουν σεβασμού τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως η ελευθεροτυπία», πρόσθεσε ο Κέρι, καλώντας να διεξαχθούν εκλογές που να «σέβονται τη βούληση του λαού».

Μετά το πραξικόπημα του 2006 στην Ταϊλάνδη , οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέστειλαν οικονομική βοήθεια ύψους 24.000.000 δολαρίων, σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία που απαγορεύει την ενίσχυση μιας χώρας της οποίας ο εκλεγμένος ηγέτης καθαιρεθεί από ένα στρατιωτικό πραξικόπημα Η πολιτική αναταραχή στην Ταϊλάνδη είναι ένα ανεπιθύμητος πονοκέφαλος για την Ουάσιγκτον σε μια περίοδο αυξανόμενης έντασης στην περιοχή εξαιτίας των εδαφικών διαφορών της Κίνα με άλλες χώρες.

Από την πλευρά του ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Μπαν Κι Μουν εξέφρασε τη «σοβαρή του ανησυχία» για τη εκδήλωση του στρατιωτικού πραξικοπήματος στην Ταϊλάνδη. Σε δήλωσή του απηύθυνε έκκληση «για την άμεση επιστροφή στη συνταγματική, πολιτική και δημοκρατική διακυβέρνηση και στην έναρξη ενός διαλόγου εφ’ όλης της ύλης που θα ανοίξει το δρόμο για τη μακροπρόθεσμη ειρήνη και ευημερία της Ταϊλάνδης».

Thai soldier stands guard outside a temple near Government House in Bangkok

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέφρασε την ανησυχία της για τις εξελίξεις στην Ταϊλάνδη. «Ο στρατός πρέπει να δεχτεί και να σεβαστεί» το Σύνταγμα και την διακυβέρνηση από τους πολιτικούς, δήλωσε η εκπρόσωπος της Κάθριν Άστον, επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ. «Είναι ύψιστης σημασίας η Ταϊλάνδη να επιστρέψει γρήγορα στη νόμιμη δημοκρατική διαδικασία . Σε αυτό το πλαίσιο, τονίζουμε τη σημασία της διεξαγωγής αξιόπιστων εκλογών το συντομότερο δυνατό», συμπλήρωσε.

Ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ και ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ καταδίκασαν επίσης το πραξικόπημα. Ο Ολάντ απηύθυνε έκκληση για «άμεση επιστροφή στη συνταγματική τάξη και την οργάνωση μιας εκλογικής διαδικασίας», ενώ ο επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας συμβούλεψε τους Γερμανούς που βρίσκονται στην Ταϊλάνδη να αποφύγουν τις συγκεντρώσεις και να ακολουθούν τις οδηγίες του υπουργείου Εξωτερικών. Και ο Ιάπωνας υπουργός Εξωτερικών Φούμιο Κισίντα χαρακτήρισε το πραξικόπημα « λυπηρό» και απηύθυνε έκκληση για «ταχεία αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος».

Ο στρατός κήρυξε απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 10 μ.μ. έως τις 5 το πρωί, ανέστειλε το Σύνταγμα και ζήτησε από το απερχόμενο υπουργικό συμβούλιο να υποβάλει αναφορά σε μια στρατιωτική βάση στο βόρειο τμήμα της πρωτεύουσας , Μπανγκόκ , μέχρι το τέλος της ημέρας. Οι καταυλισμοί των διαδηλωτών διατάχτηκε να διαλυθούν, επιβλήθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας, ο στρατιωτικός νόμος επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια και ο στρατός απαγόρευσε την συνάθροιση περισσότερων από πέντε ανθρώπων και απαγόρευσε επίσης την μετάδοση ειδήσεων ή υλικού που δεν εγκρίνει.

Διαβάστε ακόμη:

Αναστολή του Συντάγματος στην Ταϊλάνδη

Πυρά του στρατού κατά διαδηλωτών στην Ταϊλάνδη

Στρατιωτικός νόμος στην Ταϊλάνδη