Όταν το χρέος τρομάζει τις αγορές, ο χρυσός «παίρνει τον λόγο»
- 27/01/2026, 11:16
- SHARE
- Ο χρυσός ξεπέρασε τα 5.000 δολάρια/ουγγιά, λίγους μήνες μετά τις 4.000.
- Οι αναλυτές συνδέουν το ράλι με φόβους για παγκόσμια δημοσιονομική εκτροπή.
- Οι παραδοσιακές σχέσεις επιτοκίων–χρυσού φαίνεται να έχουν «σπάσει».
Σε λιγότερους από λίγους μήνες, ο χρυσός πέρασε από τις 4.000 στις 5.000 δολάρια ανά ουγγιά, σπάζοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ και σηματοδοτώντας μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο οι αγορές αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο.
Σύμφωνα με αναλυτές, το νέο ράλι δεν σχετίζεται πρωτίστως με τις αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες — έναν παράγοντα που τα προηγούμενα χρόνια θεωρούνταν καταλυτικός.
Όπως επισημαίνει το Business Insider, τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνουν ότι οι αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες των αναδυόμενων οικονομιών παραμένουν σταθερές, χωρίς ενδείξεις επιτάχυνσης ακόμη και μετά τις κυρώσεις που ακολούθησαν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Αντίθετα, η άνοδος του χρυσού συμπίπτει χρονικά με την αυξανόμενη πίεση στις αγορές κρατικών ομολόγων, ιδίως σε χώρες με υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους.
Οι επενδυτές στρέφονται όλο και περισσότερο σε περιουσιακά στοιχεία που εντάσσονται στο λεγόμενο «debasement trade» — μια στρατηγική που βασίζεται στον φόβο ότι η υπερβολική κρατική δανειοδότηση οδηγεί, αργά αλλά σταθερά, σε διάβρωση της αξίας του χρήματος.
Όταν «σπάνε» οι κανόνες της αγοράς
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το πρόσφατο ράλι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους παραδοσιακούς κανόνες της αγοράς.
Ιστορικά, ο χρυσός τείνει να πιέζεται όταν αυξάνονται τα πραγματικά επιτόκια, καθώς δεν προσφέρει απόδοση και συνεπάγεται κόστος κατοχής σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων.
Αυτή η σχέση, όμως, έχει πλέον διαρραγεί.
Όπως σημειώνει ο Ρόμπιν Μπρουκς του Brookings Institution, η παραδοσιακή συσχέτιση έχει «σπάσει με θεαματικό τρόπο», καθώς οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα υπερισχύουν των κλασικών μοντέλων αποτίμησης.
Την εικόνα ενισχύει και η αποδυνάμωση του δολαρίου, η οποία καθιστά τον χρυσό φθηνότερο για επενδυτές εκτός ΗΠΑ και εντείνει τη διεθνή ζήτηση.
Γεωπολιτική, άμυνα και μέταλλα
Σύμφωνα με τον έμπειρο στρατηγικό αναλυτή Εντ Γιαρντένι, οι γεωπολιτικές εντάσεις της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ λειτουργούν ενισχυτικά όχι μόνο για τα πολύτιμα, αλλά και για τα βασικά μέταλλα.
Η αύξηση της αμυντικής παραγωγής ενισχύει τη ζήτηση πρώτων υλών, ενώ ο παγκόσμιος αγώνας για την τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί σε αυξημένες κεφαλαιουχικές δαπάνες σε τεχνολογία, ενέργεια και υποδομές.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκονται και τα δημοσιονομικά των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Τραμπ έχει προτείνει αύξηση των στρατιωτικών δαπανών στα 1,5 τρισ. δολάρια έως το 2027 — σημαντικά υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα.
Η Committee for a Responsible Federal Budget προειδοποιεί ότι το σχέδιο αυτό θα μπορούσε να προσθέσει σχεδόν 6 τρισ. δολάρια στο αμερικανικό δημόσιο χρέος την επόμενη δεκαετία, εξέλιξη που συνέπεσε με άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
«Βρισκόμαστε σε επιφυλακή για μια επίθεση των Bond Vigilantes», προειδοποιεί ο Γιαρντένι, αναφερόμενος στους επενδυτές που απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις όσο αυξάνονται οι δαπάνες και το χρέος.
Έχει τελειώσει το ράλι;
Παρά τη θεαματική άνοδο, ο Γιαρντένι εκτιμά ότι ο κύκλος δεν έχει ολοκληρωθεί.
Θέτει τιμή-στόχο τα 6.000 δολάρια μέχρι το τέλος του έτους και, σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, τις 10.000 δολάρια έως το τέλος του 2029.
Η εκτίμηση αυτή βασίζεται όχι σε βραχυπρόθεσμους τεχνικούς δείκτες, αλλά σε μια βαθύτερη μεταβολή της παγκόσμιας ισορροπίας: υψηλότερο χρέος, μεγαλύτερες κρατικές δαπάνες και διαρκής γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Όπως σημειώνουν αναλυτές της αγοράς, όσο οι κυβερνήσεις δανείζονται περισσότερο και οι επενδυτές αμφισβητούν τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα των νομισμάτων, ο χρυσός παραμένει το απόλυτο καταφύγιο.