Πόλεμος στη Μέση Ανατολή: Τιμές τροφίμων και λιπασμάτων υπό πίεση
- 05/04/2026, 12:15
- SHARE
- Οι διεθνείς τιμές τροφίμων παραμένουν συγκρατημένες χάρη στα υψηλά αποθέματα, με το σιτάρι, το καλαμπόκι και το ρύζι να μην εμφανίζουν ακραίες αυξήσεις.
- Η σταθερότητα στο ενεργειακό κόστος και στις πρώτες ύλες περιορίζει το πλήγμα στις βιομηχανίες τροφίμων, αποτρέποντας νέα κύματα ανατιμήσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα.
- Η πραγματική απειλή εντοπίζεται στα λιπάσματα: η δυσκολία μεταφοράς και η έλλειψη φυσικού αερίου αυξάνουν τις τιμές ουρίας και αμμωνίας, επηρεάζοντας πιθανές μελλοντικές καλλιέργειες, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες.
Ο πόλεμος στο Ιράν και η αναστολή διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ έχουν επαναφέρει τις ανησυχίες για ανατιμήσεις στις διεθνείς αγορές τροφίμων. Παρά τις φόβους για πληθωρισμό, τα υψηλά παγκόσμια αποθέματα σιτηρών και ρυζιού λειτουργούν ως ανάχωμα, περιορίζοντας τις άμεσες αυξήσεις. Οι τιμές του σιταριού, του καλαμποκιού και της σόγιας καταγράφουν ήπιες αυξήσεις, ενώ το ρύζι παραμένει σταθερό, ενισχύοντας τη σχετική σταθερότητα.
Η κατάσταση διαφέρει σημαντικά από την κρίση του 2022 στην Ουκρανία, όπου οι βασικοί εξαγωγείς σιτηρών είχαν πληγεί άμεσα, προκαλώντας σοκ στην προσφορά. Σήμερα, η σύγκρουση περιορίζεται σε περιοχές με περιορισμένη γεωργική παραγωγή, γεγονός που συγκρατεί την άνοδο των τιμών.
Η σταθερότητα στην ενέργεια και το κόστος πρώτων υλών, όπως χαρτόνι και χάλυβας, βοηθά στη συγκράτηση του κόστους παραγωγής τροφίμων. Ωστόσο, η αγορά λιπασμάτων αποτελεί το κρίσιμο σημείο: η περιορισμένη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ και η έλλειψη φυσικού αερίου στην Ασία αυξάνουν τις τιμές ουρίας και αμμωνίας, επηρεάζοντας τη χρήση λιπασμάτων στις καλλιέργειες. Παρά την άνοδο, η επίπτωση στην παραγωγή θα είναι σταδιακή, καθώς οι αγρότες προσαρμόζουν τη χρήση εισροών. Ταυτόχρονα, τα εναλλακτικά θρεπτικά στοιχεία όπως φωσφορικά και ποτάσα λειτουργούν ως «μαξιλάρι» για τη σταθερότητα της παραγωγής.
Στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι επιδοτήσεις λιπασμάτων απορροφούν μέρος του κόστους, περιορίζοντας τον άμεσο αντίκτυπο στους καταναλωτές. Παρά τη σχετική ανθεκτικότητα του συστήματος τροφίμων, μια παρατεταμένη σύγκρουση ή νέα διαταραχή στις ενεργειακές ροές θα μπορούσε να ενισχύσει τις πιέσεις και να προκαλέσει νέο κύμα πληθωρισμού. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι όχι αν θα υπάρξουν επιπτώσεις, αλλά με ποιον ρυθμό και σε ποια ένταση θα εμφανιστούν.