Πόλεμος στο Ιράν: Το ανησυχητικό déjà vu του 2008 και η αντοχή της Ελλάδας
- 27/03/2026, 15:58
- SHARE
Εξόριστος στη Σιβηρία, ο σπουδαίος Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ένα βήμα πριν το τέλος που τον είχαν πείσει πως θα ερχόταν, αποδομεί τον δυτικό ορθολογισμό. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα ον λογικό το οποίο με διανοητική επεξεργασία φέρνει αλλαγές στον κόσμο και τον εαυτό του, γράφει αργότερα στο Υπόγειο. Αντίθετα, είναι ένα ον παράλογο, με ποικίλες εσωτερικές αντιφάσεις. Αιτία; Ο φόβος… Είναι στη φύση του ο αγώνας, ενώ η πραγματοποίηση ενός στόχου σημαίνει για αυτόν τον «θάνατο». Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος αγαπά την καταστροφή και το χάος, από φόβο μήπως κάποτε φτάσει στην ολοκλήρωση του σκοπού και στο τέλος. Εξ ου και οι πόλεμοι, μια απέλπιδα προσπάθεια να αποδείξει πως είναι ελεύθερος, μια τάση για αυτοκαταστροφή που εκδηλώνεται λίγο πριν από την επίτευξη ενός στόχου.
Οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν
Η τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία, με τον πόλεμο των ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ίσως είναι απότοκο αυτής της βαθιά ανθρώπινης παρόρμησης, αυτής της ροπής προς τον ανορθολογισμό. Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις έχουν επιπτώσεις στις αγορές του πετρελαίου, και συνακόλουθα στις χρηματοπιστωτικές αγορές όσο και στην πραγματική οικονομία.
Σε θεμελιώδες επίπεδο, δύο παράγοντες θα αποδειχθούν καθοριστικοί για την εξέλιξη των πραγμάτων: η διάρκεια του σοκ και η αντίδραση των κεντρικών τραπεζών: κατά πόσο θα επιλέξουν να αγνοήσουν τις αυξήσεις των τιμών βραχυπρόθεσμα.
Εν προκειμένω αξίζει να επισημανθεί πως, ιστορικά, τα γεωπολιτικά σοκ σπάνια προκαλούν βαθιά ή παρατεταμένη αναταραχή, εκτός εάν συνοδεύονται από έντονες πληθωριστικές πιέσεις ή σημαντικές διαταραχές στην προσφορά ενέργειας. Βασικός, λοιπόν, παράγοντας κινδύνου παραμένει η διάρκεια της ανόδου των τιμών του πετρελαίου: μια βραχύβια αύξηση αναμένεται να διατηρήσει την αγορά ασταθή αλλά διαχειρίσιμη, ενώ μια παρατεταμένη άνοδος θα οδηγήσει σε αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες και θα καθυστερήσει την επαναφορά των spreads προς χαμηλότερα επίπεδα.
Η Ελλάδα ανθεκτική παρά τις προκλήσεις
Σύμφωνα με όσα αναφέρει στο Fortune Greece ο Ιωσήφ Κιουρούκογλου, Country Executive της Bank of America για την Ελλάδα, σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε υψηλές τιμές ενέργειας λόγω της εξάρτησής της από το εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 30%-35% της ηλεκτροπαραγωγής.
Παρά ταύτα, η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν, χάρη στην αυξημένη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες πλέον καλύπτουν περίπου το 45%–50% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτή η εξέλιξη έχει προσφέρει στην οικονομία ένα σημαντικό «μαξιλάρι» προστασίας, περιορίζοντας τις επιπτώσεις από τις αυξήσεις στις τιμές της Ενέργειας.
Σε ένα περιβάλλον υψηλότερων τιμών, όπως τονίζει ο Ιωσήφ Κιουρούκογλου, «οι κυριότερες συνέπειες μετακυλίονται στο κόστος των καυσίμων, των μεταφορών και των τροφίμων. Αυτό αναμένεται να επηρεάσει τον πληθωρισμό, καθώς στην Ελλάδα παραμένει πιο ευαίσθητος στην αύξηση του κόστους Ενέργειας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Από την άλλη, η επενδυτική βαθμίδα, η βελτιωμένη δημοσιονομική της θέση και το σχετικά χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους επιτρέπουν στην Ελλάδα να απορροφήσει μέρος του σοκ με στοχευμένα μέτρα στήριξης, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα».
Η εικόνα που προκύπτει, λοιπόν, είναι ότι η χώρα μας, παρότι αντιμετωπίζει εξωτερικές προκλήσεις στον ενεργειακό τομέα, διαθέτει πλέον μεγαλύτερα περιθώρια αντίστασης και σταθερότητας, γεγονός που καθιστά την οικονομία πιο ανθεκτική και προετοιμασμένη για τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς.
Το ανησυχητικό déjà vu
Πέρα από τον πόλεμο, ωστόσο, ένα ανησυχητικό μοτίβο φαίνεται να επιστρέφει στις αγορές. Το καλοκαίρι του 2008, λίγο πριν ξεσπάσει η μεγάλη κρίση, δύο εξελίξεις συνέπεσαν με εκρηκτικό τρόπο: η τιμή του πετρελαίου εκτοξεύθηκε στα 150 δολάρια το βαρέλι, ενώ τα επενδυτικά κεφάλαια που είχαν «φορτωθεί» με στεγαστικά δάνεια χαμηλής πιστοληπτικής ποιότητας άρχισαν να σημειώνουν σημαντικές απώλειες. Σήμερα, αρκετοί επενδυτές έχουν την αίσθηση ότι κάτι παρόμοιο μπορεί να επαναλαμβάνεται.
Όπως προειπώθηκε, ήδη ο πόλεμος στο Ιράν προκαλεί σημαντικές αναταράξεις, ενώ ένας δεύτερος κίνδυνος αρχίζει να διαφαίνεται στον ορίζοντα: η λεγόμενη «σκιώδης τραπεζική», και ειδικότερα το private credit.
Οι εποπτικές αρχές εδώ και καιρό προειδοποιούν ότι ο συγκεκριμένος κλάδος δείχνει σημάδια υπερθέρμανσης. Ακόμη και μεγάλες τράπεζες, όπως η JPMorgan, έχουν αρχίσει να περιορίζουν την έκθεσή τους. Ο επικεφαλής της, Jamie Dimon, είχε χρησιμοποιήσει μια χαρακτηριστική παρομοίωση: στο private credit υπάρχουν «κατσαρίδες», που τώρα κάνουν την εμφάνισή τους. Μεγάλα επενδυτικά σχήματα, από κολοσσούς όπως η Morgan Stanley και η BlackRock μέχρι πιο εξειδικευμένους διαχειριστές όπως η Blue Owl και η Cliffwater, αναφέρουν αυξανόμενες πιέσεις από επενδυτές που επιδιώκουν να αποσύρουν τα χρήματά τους. Όπως γίνεται αντιληπτό πίσω από αυτή την τάση κρύβονται μεγάλες ανησυχίες. Μία από αυτές σχετίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη, η οποία ανατρέπει το επιχειρηματικό μοντέλο αρκετών εταιρειών λογισμικού που χρηματοδοτούνται μέσω private credit. Ωστόσο, οι δυσκολίες φαίνεται να είναι βαθύτερες. Η κατάρρευση της βρετανικής Market Financial Solutions υπενθύμισε ότι οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται στον τεχνολογικό τομέα.
Αν και τα περισσότερα private credit funds έχουν κανόνες που περιορίζουν το πότε μπορεί ένας επενδυτής να αποσύρει τα χρήματά του, επιτρέποντας στους διαχειριστές να επιβάλουν «φραγμούς» σε περιόδους μαζικών εκροών, εύλογα το κλίμα στις αγορές θυμίζει την κρίση του 2008.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Kunal Shah της Goldman Sachs σχολίασε πως αρκετοί είναι ανακουφισμένοι που η προσοχή του κόσμου είναι στραμμένη στο Ιράν, αντί για τις εταιρείες λογισμικού και το private credit. Με άλλα λόγια, η γεωπολιτική κρίση λειτουργεί για κάποιους ως ένας βολικός αντιπερισπασμός. Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται αναπόφευκτα είναι το εξής: υπάρχει κίνδυνος για μια νέα κρίση τύπου 2008;
Όπως επισημαίνει ο Chief Economist της Forvis Mazars, Γιώργος Λαγαρίας, στο Fortune Greece, το Private Credit δεν αποτελεί προς το παρόν συστημικό ρίσκο που θα μπορούσε να επηρεάσει μαζικά άλλες αγορές, ελληνικές ή διεθνείς. Ωστόσο, όπως σημειώνει, απαιτεί προσοχή.
Η αγορά των private credit funds παραμένει σχετικά περιορισμένη, με συνολική αξία περίπου 1,5 τρισ. δολαρίων, εκ των οποίων 100–225 δισ. δολάρια εκτιμάται ότι ενδέχεται να βρίσκονται σε κίνδυνο. Σε σχέση με τον τραπεζικό δανεισμό, αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 7,5%–8% των συνολικών δανείων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Ο Γιώργος Λαγαρίας υπογραμμίζει ότι, λόγω των αλληλεπιδράσεων με άλλες αγορές που δεν είναι πλήρως γνωστές, οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να παρακολουθούν στενά και να αντιδρούν γρήγορα σε περίπτωση «παγώματος» του δανεισμού. Οι επενδυτές, με τη σειρά τους, θα πρέπει να παρατηρούν τις ενδείξεις παρέμβασης από τις κεντρικές τράπεζες και να επανεκτιμούν το συνολικό ρίσκο των χαρτοφυλακίων τους σε περίπτωση καθυστερήσεων.
Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι, ενώ ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, η αγορά παραμένει διαχειρίσιμη, αρκεί να υπάρχουν σωστή εποπτεία και έγκαιρη αντίδραση από τις αρχές και τους επενδυτές. Συνεπώς, η αγορά του private credit δεν μοιάζει να απειλεί με μια ξαφνική κατάρρευση. Περισσότερο θυμίζει μια αργή, σταδιακή εκτόνωση, που ίσως δεν σκάσει με ένα δυνατό «μπαμ», αλλά με ένα παρατεταμένο «φσσσσς». Και εφόσον αυτό έχει ξεκινήσει, οι επενδυτές θα πρέπει να δώσουν προσοχή.
Πέντε σενάρια για τις τιμές του πετρελαίου
Η γαλλική τράπεζα Société Générale δίνει πέντε σενάρια για τις τιμές του πετρελαίου:
- Βραχύβια έξαρση και στη συνέχεια μερική υποχώρηση – το επικρατέστερο σενάριο.
- Διατήρηση τιμών σε υψηλά επίπεδα – πολύ πιθανό.
- Μεγάλη αλλά προσωρινή υπέρβαση (overshoot) – πιθανό.
- Σημαντική διαταραχή των ιρανικών εξαγωγών – χαμηλή πιθανότητα (tail risk).
- Πλήρες κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, 150 δολ. το βαρέλι – ακραίο σενάριο (extreme tail).
*Το κείμενο δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Fortune Greece κυκλοφορεί από την Τρίτη 31/03 στα περίπτερα.