Πώς είναι να είσαι τραπεζίτης στη Ρωσία εν καιρώ πολέμου

Πώς είναι να είσαι τραπεζίτης στη Ρωσία εν καιρώ πολέμου
Photo: Shutterstock
Ποια είναι η αυστριακή τράπεζα που παρά τον πόλεμο και την αποχώρηση μεγάλων ομίλων όπως η Société Générale και η HSBC αποφάσισε να παραμείνει στη Ρωσία και να συνεχίσει κανονικά την λειτουργία της

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η αυστριακή Raiffeisen Bank International (RBI) παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα αδιέξοδο που δεν έχει καταφέρει να επιλύσει: κατέχει τη μεγαλύτερη ξένη τράπεζα στη Ρωσία, αλλά δεν μπορεί —ή δεν θέλει— να αποχωρήσει. Σε αντίθεση με ομίλους όπως η Société Générale και η HSBC που εγκατέλειψαν τη ρωσική αγορά, η Raiffeisen παρέμεινε, καταγράφοντας μάλιστα δισεκατομμύρια σε κέρδη.

Το πρόβλημα είναι ότι τα κεφάλαια αυτά δεν μπορούν να μεταφερθούν εκτός Ρωσίας, ενώ η πώληση της θυγατρικής προσκρούει σε περιορισμούς του Κρεμλίνου, που επιτρέπουν αποτίμηση έως και στο μισό της πραγματικής αξίας. «Από την πρώτη στιγμή αναζητούσαμε αγοραστή, αλλά δεν κατέστη εφικτό», παραδέχεται ο CEO Johann Strobl.

Τους πρώτους μήνες του πολέμου, η διοίκηση επεξεργάστηκε σενάρια έκτακτης ανάγκης, ακόμη και για πιθανή κρατικοποίηση των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων. Η τράπεζα ανέστειλε τη χορήγηση νέων δανείων στη Ρωσία και περιόρισε τις διασυνοριακές δραστηριότητες, ουσιαστικά «σφραγίζοντας» τη μονάδα. Ταυτόχρονα, η RBI διαθέτει και τη μεγαλύτερη ξένη τράπεζα στην Ουκρανία, γεγονός που περιέπλεξε περαιτέρω τη διαχείριση της κρίσης: εκκενώσεις οικογενειών εργαζομένων, διακοπή λειτουργιών σε επικίνδυνες περιοχές και ακόμη και λειτουργία καταστημάτων σε καταφύγια κατά τη διάρκεια βομβαρδισμών.

Αρχικά, η διοίκηση εκτιμούσε ότι ο πόλεμος θα ήταν σύντομος. Καθώς όμως η σύγκρουση παρατεινόταν, αυξάνονταν οι ανησυχίες για αντιδράσεις από μετόχους και κοινή γνώμη. Η άμεση αποχώρηση, με παράδοση περιουσιακών στοιχείων αξίας δισεκατομμυρίων στο ρωσικό κράτος, δεν θεωρήθηκε ρεαλιστική επιλογή.

Η παρουσία της Raiffeisen στην Ανατολική Ευρώπη χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990, μετά την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος. Στη Ρωσία εισήλθε το 1996, λίγο πριν από τη ρωσική χρεοκοπία και την κατάρρευση του ρουβλίου — εμπειρία που, σύμφωνα με τον Strobl, βοήθησε την τράπεζα να διαχειριστεί τις πρόσφατες αναταράξεις. Παράλληλα, αποτελεί βασικό χρηματοδότη αγροτών στην Ουκρανία και εξυπηρετεί αυστριακές επιχειρήσεις με παρουσία στην περιοχή.

Σήμερα, ωστόσο, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η ρωσική μονάδα λειτουργεί ως «κανονική» τράπεζα. Τα νέα δάνεια έχουν ουσιαστικά παγώσει, ενώ οι διεθνείς πληρωμές περιορίζονται σε λίγους μεγάλους εταιρικούς πελάτες, καθώς το κόστος συμμόρφωσης με τις κυρώσεις καθιστά τις μικρότερες συναλλαγές ασύμφορες. Η τράπεζα δεν προσφέρει τόκο σε καταθέσεις, επιχειρώντας να αποθαρρύνει εισροές, ωστόσο Ρώσοι πελάτες διατηρούν άνω των 10 δισ. ευρώ. Με περιορισμένη πιστωτική δραστηριότητα, τα κεφάλαια αυτά τοποθετούνται στην κεντρική τράπεζα της Ρωσίας, αποφέροντας διψήφια επιτόκια και δημιουργώντας «παγωμένο» απόθεμα ρευστότητας ύψους 5 δισ. ευρώ.

Κέρδη χωρίς έξοδο: Το ρωσικό αδιέξοδο της Raiffeisen

Η λειτουργία από απόσταση δεν είναι απλή. Ακόμη και στις αρχές του έτους, η εφαρμογή της ρωσικής θυγατρικής φαινόταν να προσφέρει στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια — κάτι που, σύμφωνα με τη διοίκηση, οφειλόταν σε τεχνική αδυναμία ενημέρωσης και όχι σε πραγματική δραστηριότητα.

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η RBI οφείλει να αποχωρήσει πλήρως. Οργανώσεις υπέρ της Ουκρανίας έχουν ασκήσει πίεση, ενώ γίνεται αναφορά σε συναλλαγές που σχετίζονται με ρωσικές επιχειρήσεις, αν και η τράπεζα διαβεβαιώνει ότι δεν έχει παραβιάσει κυρώσεις. Παράλληλα, οι φόροι που καταβάλλει στη ρωσική κυβέρνηση θεωρούνται έμμεση στήριξη της πολεμικής προσπάθειας.

Ο 66χρονος Strobl αποχωρεί την 1η Ιουλίου, χωρίς να έχει επιτύχει λύση. Οποιαδήποτε πώληση απαιτεί έγκριση από πέντε διαφορετικές αρχές — Αυστρία, Ρωσία, ΗΠΑ, ΕΕ και το Κρεμλίνο — με αντικρουόμενα συμφέροντα. Βάσει ρωσικών κανόνων, η πώληση δεν μπορεί να υπερβεί το 40% της εύλογης αξίας, ενώ επιβάλλεται και φόρος εξόδου 35%.

Το μέλλον της υπόθεσης συνδέεται στενά με τις ευρωρωσικές σχέσεις μετά τον πόλεμο. Το εμπόριο έχει μειωθεί πάνω από 70% από το 2021, ενώ η ΕΕ σχεδιάζει πλήρη απεξάρτηση από ρωσικό πετρέλαιο και αέριο έως το 2027. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η επιστροφή σε «business as usual» δεν φαίνεται πιθανή σύντομα.

Μέχρι τότε, η Raiffeisen παραμένει σε μια ιδιότυπη ισορροπία: μια τράπεζα με παρουσία και στις δύο πλευρές του μετώπου, που προσπαθεί να διατηρήσει επιχειρησιακή σταθερότητα εν μέσω γεωπολιτικής καταιγίδας, αναζητώντας διέξοδο σε έναν λαβύρινθο ρυθμιστικών και πολιτικών εμποδίων.