Πούτιν: «Θα το μετανιώσουν» – Πυρηνικές αιχμές και μήνυμα κλιμάκωσης προς Ουκρανία και Δύση

Πούτιν: «Θα το μετανιώσουν» – Πυρηνικές αιχμές και μήνυμα κλιμάκωσης προς Ουκρανία και Δύση
epa11733502 Russian President Vladimir Putin makes an address to the Russian armed forces personnel and citizens, at the Kremlin in Moscow, Russia, 21 November 2024. Putin announced a successful test of the latest medium-range missile 'Oreshnik'. Russia launched a combined strike on Ukraine's Yuzhmash defense plant in Dnipro with a ballistic missile in a non-nuclear hypersonic warhead, in response to Ukrainian strikes carried out with US and British weapons. EPA/VYACHESLAV PROKOFYEV/SPUTNIK/KREMLIN POOL MANDATORY CREDIT Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ο Ρώσος πρόεδρος προειδοποιεί Κίεβο και συμμάχους ότι «ωθούν τη Ρωσία στα άκρα», ενώ το Κρεμλίνο δηλώνει πως οι στόχοι του πολέμου δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί.
  • Ο Βλαντίμιρ Πούτιν απειλεί ότι Ουκρανία και σύμμαχοι «θα το μετανιώσουν» αν συνεχίσουν να «ωθούν τη Ρωσία στα άκρα».
  • Η Μόσχα επαναφέρει πυρηνικές αιχμές, με τον Ντμίτρι Μέντβέντεφ να κάνει λόγο ακόμη και για χρήση μη στρατηγικών πυρηνικών όπλων.
  • Το Κρεμλίνο επιμένει ότι οι στόχοι της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» δεν έχουν επιτευχθεί, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης της σύγκρουσης.

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ο Βλαντίμιρ Πούτιν κλιμακώνει εκ νέου τη ρητορική του, προειδοποιώντας ότι η Ουκρανία και οι δυτικοί της σύμμαχοι «θα το μετανιώσουν» εάν συνεχίσουν, όπως είπε, να επιδιώκουν τη στρατηγική ήττα της Ρωσίας.

Μιλώντας στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας (FSB), διάδοχο της σοβιετικής KGB, ο Ρώσος πρόεδρος κατηγόρησε το Κίεβο και δυτικές μυστικές υπηρεσίες ότι υπονομεύουν τις ειρηνευτικές προσπάθειες και εντείνουν τις «ασύμμετρες επιθέσεις» κατά ρωσικών στόχων.

Παράλληλα, άφησε σαφείς αιχμές για το ενδεχόμενο χρήσης «πυρηνικού στοιχείου», σημειώνοντας ότι οι αντίπαλοι της Ρωσίας «κατανοούν πιθανόν» ποιες θα ήταν οι συνέπειες μιας τέτοιας κλιμάκωσης.

Πυρηνικές αιχμές και κατηγορίες για Δύση

Η ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών (SVR) υποστήριξε ότι Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία ενδέχεται να εξετάζουν τη μεταφορά στοιχείων πυρηνικής τεχνολογίας στην Ουκρανία – ισχυρισμός που δεν συνοδεύτηκε από αποδείξεις.

Ο σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου, Γιούρι Ουσάκοφ, δήλωσε ότι η Μόσχα θα ενημερώσει τις ΗΠΑ για όσα χαρακτηρίζει ως «απόπειρες» του Κιέβου να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, προσθέτοντας ότι το ζήτημα θα επηρεάσει τη ρωσική στάση στις διαπραγματεύσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Σε ακόμη πιο σκληρή γραμμή, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ προειδοποίησε ότι, σε περίπτωση τέτοιας εξέλιξης, η Ρωσία θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει «οποιαδήποτε όπλα, συμπεριλαμβανομένων μη στρατηγικών πυρηνικών», όχι μόνο εναντίον στόχων στην Ουκρανία αλλά και κατά χωρών που —κατά τη Μόσχα- θα καθίσταντο «συνεργοί» σε πυρηνική σύγκρουση.

Το Κρεμλίνο: «Οι στόχοι δεν έχουν επιτευχθεί»

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι οι στρατηγικοί στόχοι της Μόσχας δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί και πως η «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» θα συνεχιστεί.

Απαντώντας σε δηλώσεις του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο Πεσκόφ υποστήριξε ότι, αν και «πολλοί στόχοι έχουν επιτευχθεί», ο βασικός σκοπός της Ρωσίας παραμένει η «ασφάλεια των ανθρώπων» στην ανατολική Ουκρανία.

Ο ίδιος χαρακτήρισε τη σύγκρουση «ευρύτερη αντιπαράθεση με τη Δύση», κατηγορώντας τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές χώρες ότι επιδιώκουν την «καταστροφή» της Ρωσίας.

Διπλωματικό παράθυρο ή παρατεταμένη σύγκρουση;

Παρά τη σκληρή ρητορική, το Κρεμλίνο δηλώνει ότι παραμένει ανοικτό σε πολιτική και διπλωματική λύση, χωρίς ωστόσο να έχει οριστικοποιηθεί νέος γύρος ειρηνευτικών συνομιλιών.

Το μήνυμα της Μόσχας είναι διττό: Από τη μία, επιμένει ότι δεν θα υποχωρήσει από τους στρατηγικούς της στόχους. Από την άλλη, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης — υπό τους δικούς της όρους.

Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων στρατιωτικών πιέσεων και ενεργειακών κινδύνων, η ρητορική περί «πυρηνικού στοιχείου» λειτουργεί τόσο ως προειδοποίηση όσο και ως μοχλός διαπραγμάτευσης.

Το ερώτημα που παραμένει για τη διεθνή κοινότητα είναι αν πρόκειται για ακόμη έναν γύρο λεκτικής κλιμάκωσης – ή για ένδειξη ότι η σύγκρουση εισέρχεται σε πιο επικίνδυνη φάση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: