Σενάρια αναθεώρησης της Οδηγίας MiFID II για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων- Οι αλλαγές που έφερε η πανδημία

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι νέες προκλήσεις για τους Έλληνες παρόχους επενδυτικών υπηρεσιών.

*Του Κωνσταντίνου Τσερμενίδη, Supervising Senior Manager, Συμβουλευτικό Τμήμα, KPMG

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ήδη από πριν το ξέσπασμα της πανδημίας σχεδίαζε μια σειρά αλλαγών του πλαισίου της Οδηγίας (MiFID II), ενόψει διαβουλεύσεων για την αναθεώρησή της και της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από τους κόλπους της.

Ένα κρίσιμο στοιχείο για τη μετεξέλιξη του πλαισίου, ήταν η χαλάρωση της ισχύουσας υποχρέωσης διαχωρισμού της τιμολόγησης υπηρεσιών έρευνας από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από μέρους των υπόχρεων. Οι σκέψεις για τροποποίηση ενισχύθηκαν από το γεγονός ότι, παρά τον εξορθολογισμό και τη στοχοθέτηση των δαπανών που επιτεύχθηκε με το ισχύον καθεστώς, ο διαχωρισμός προκάλεσε μείωση στη δαπάνη έρευνας, με αρνητικές επιπτώσεις σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) και startups. Από τη μία πλευρά η διαβούλευση για την εν λόγω τροποποίηση, υπό την επιρροή και του Ηνωμένου Βασιλείου, ανέδειξε τη στρέβλωση των τιμών από μεγάλες επενδυτικές τράπεζες, οι οποίες προσφέροντας ανταγωνιστικές τιμές στην έρευνα παραγκώνισαν μικρότερους οίκους. Από την άλλη πλευρά, με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου προκρίθηκαν και άλλοι εναλλακτικοί μηχανισμοί στήριξης των ΜμΕ, όπως η δυνατότητα έρευνας από ανεξάρτητες εταιρείες ερευνών και η παροχή κινήτρων σε διαχειριστές αγοράς να χρηματοδοτούν έρευνες για εισηγμένες ΜμΕ. Έτσι, επανακαθορίζονται οι ευκαιρίες που παρουσιάζονται στους υπόχρεους, ιδιαίτερα αυτούς που εξειδικεύονται σε ΜμΕ, ανασχεδιάζοντας το επιχειρηματικό και λειτουργικό τους μοντέλο και αναθεωρώντας την επενδυτική και τιμολογιακή τους πολιτική.

Επιπλέον, η πρωτοβουλία της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, προσπάθησε να βελτιώσει τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας και να ανακατευθύνει τις επενδύσεις των νοικοκυριών από τις τράπεζες στις κεφαλαιαγορές μέσω της βελτίωσης της προσβασιμότητας σε απλά επενδυτικά προϊόντα και μέσω της ενίσχυσης της προστασίας στα σύνθετα. Ωστόσο, η προστασία των επενδυτών, που συχνά λαμβάνει τη μορφή πληθώρας εντύπων προσυμβατικής ενημέρωσης και ελέγχων καταλληλότητας και συμβατότητας, καθίσταται δαπανηρή και με μικρή προστιθέμενη αξία για όσους χρειάζονται εξατομικευμένη πληροφόρηση. Έτσι, διερευνήθηκε η απλούστευση των διαδικασιών ενημέρωσης, η δυνατότητα εξαιρέσεων στους επαγγελματίες και η δημιουργία νέων κατηγοριών πελατών, όπως οι ημι-επαγγελματίες. Οι πόροι που θα εξοικονομηθούν από τις παραπάνω ενέργειες, θα διοχετευθούν προς την καλύτερη και πιο στοχευμένη πληροφόρηση των πελατών, ενώ ο επανακαθορισμός της κατηγοριοποίησης αναμένεται να δημιουργήσει με τη σειρά του την ανάγκη αναθεώρησης υφιστάμενων σχετικών πολιτικών και διαδικασιών (π.χ. αγοράς στόχου, διακυβέρνησης και διανομής προϊόντων, κατηγοριοποίησης πελατών, και  αποδοχών) και την αντίστοιχη προσαρμογή των σχετικών πληροφοριακών συστημάτων.

Στο πλαίσιο της υποχρέωσης εκτέλεσης εντολών με το βέλτιστο αποτέλεσμα για τους πελάτες και της περαιτέρω ολοκλήρωσης των αγορών, η ΕΕ εξέτασε επίσης τη δημιουργία «ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών» (consolidated tape). Σε αντίθεση με τις Η.Π.Α., η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη μια ενιαία πηγή πληροφόρησης, που να παρέχει διαφάνεια μέσω της δημοσιοποίησης τιμών και όγκου συναλλαγών ανά χρηματοπιστωτικό μέσο και τόπο εκτέλεσης. Το δελτίο μπορεί να περιλαμβάνει προ-συναλλακτικές και μετα-συναλλακτικές πληροφορίες και αναμένεται να οδηγήσει στην περαιτέρω ενοποίηση των κεφαλαιαγορών. Ο εντεινόμενος έτσι ανταγωνισμός μεταξύ υπόχρεων επιχειρήσεων και μεταξύ τόπων διαπραγμάτευσης, αναμένεται να αυξήσει την αποτελεσματικότητα προς όφελος των επενδυτών, ενώ από τους υπόχρεους θα απαιτηθεί αναθεώρηση των υφιστάμενων πολιτικών βέλτιστης εκτέλεσης και προστασίας των επενδυτών, καθώς και η κατάλληλη προσαρμογή των πληροφοριακών συστημάτων.

Τέλος, αναφορικά με το ξέσπασμα της πανδημίας COVID-19, έχει εκδοθεί από την ESMA ένα σύνολο κατευθύνσεων με στόχο την απρόσκοπτη συνέχιση της λειτουργίας των εμπλεκομένων μερών. Βάσει αυτών, ενθαρρύνεται η ενίσχυση σχεδίων ανάκαμψης και συνέχισης εργασιών από μέρους των υπόχρεων, καθώς και η άμεση πληροφόρηση για οποιαδήποτε επίδραση μπορεί να έχει η πανδημία στις λειτουργίες τους, τη χρηματοοικονομική τους κατάσταση και τις πιθανές επιπτώσεις σε θέματα διαφάνειας.

Στο πλαίσιο της συνεργασίας της ESMA με τις Αρμόδιες Αρχές των χωρών, πέρα από την εντατικοποίηση μέτρων, έχει συσταθεί μερική χαλάρωση των υποχρεώσεων αναφορικά με την ηχογράφηση των τηλεφωνικών συνομιλιών, όπου αυτές καθίστανται αδύνατες, ενώ αποφασίστηκε παράταση των καταληκτικών ημερομηνιών για ένα σύνολο τακτικών αναφορών. Τέλος έχουν γίνει ενέργειες περιορισμού του short selling μέσω ελέγχου των επιτρεπόμενων ορίων σε ανάλογες θέσεις σε σχέση με το συνολικό μετοχικό κεφάλαιο, ενόψει μεγάλων αναμενόμενων διακυμάνσεων στις αγορές διαφόρων προϊόντων.

Συμπερασματικά, οι αλλαγές του πλαισίου της MiFID ΙΙ, που αναμένονται εντός του 2020 έως και το 2021, έχουν ως αφετηρία τόσο τροποποιήσεις που είχαν ήδη δρομολογηθεί, όσο και τις νέες ανάγκες που δημιούργησε το ξέσπασμα της πανδημίας. Οι νέες συνθήκες έτσι που διαμορφώνονται με το ανανεωμένο πλαίσιο, αναμένεται να οδηγήσουν στη δημιουργία επιχειρηματικών ευκαιριών για τους παρόχους επενδυτικών υπηρεσιών, ενώ παράλληλα θα αποτελέσουν σημεία προκλήσεων στο πεδίο του κινδύνου συμμόρφωσης, απαιτώντας τις κατάλληλες προσαρμογές στο υφιστάμενο σύστημα διακυβέρνησης, στις πολιτικές και διαδικασίες, στα πληροφοριακά συστήματα, αλλά και στην κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού τους.

Σχετικά άρθρα