Συμφωνία Mercosur: Γιατί η Ευρώπη «ποντάρει» στην εμπορική ένωση της Νότιας Αμερικής
- 12/01/2026, 10:29
- SHARE
Σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αστάθειας, όπου το ελεύθερο εμπόριο αμφισβητείται, οι δασμοί βρίσκονται στο προσκήνιο και οι γεωοικονομικές ισορροπίες επαναχαράσσονται, η Γηραιά Ήπειρος αναζητά νέες εμπορικές σταθερές, επιδιώκοντας να στηρίξει την ευρωπαϊκή οικονομία και να ενισχύσει τη θέση της στο παγκόσμιο εμπόριο. Μέσα σε αυτή τη διεθνή συγκυρία, η εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Mercosur επανήλθε δυναμικά στη συζήτηση, ένα εγχείρημα που αποτελεί αντικείμενο διαπραγματεύσεων εδώ και 26 χρόνια και έχει κατά καιρούς βρεθεί αντιμέτωπο με πολιτικά αδιέξοδα, κοινωνικές αντιδράσεις και γεωπολιτικές ανατροπές. Οι σημερινές συνθήκες, ωστόσο, ώθησαν το Συμβούλιο της Ε.Ε. να δώσει το «πράσινο φως», προχωρώντας στη διαδικασία υπογραφής της εκτεταμένης εμπορικής συμφωνίας μεταξύ της Ε.Ε. και της εμπορικής ένωσης της Νότιας Αμερικής, στην οποία συμμετέχουν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη.
Το γεωοικονομικό στοίχημα
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Ε.Ε. δεν αντιμετωπίζει τη συμφωνία ως ένα απλό τεχνικό άνοιγμα αγορών, αλλά ως στρατηγική απάντηση στις νέες γεωοικονομικές πιέσεις. Οι πιέσεις από τον αμερικανικό προστατευτισμό, η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού και η ανάγκη διασφάλισης πρόσβασης σε αγορές και κρίσιμες πρώτες ύλες βρίσκονται στο επίκεντρο, με τη Νότια Αμερική να αναδεικνύεται σε έναν από τους λίγους μεγάλους οικονομικούς χώρους όπου η Ευρώπη μπορεί ακόμη να ενισχύσει τη θέση της και να διαμορφώσει κανόνες, αντί να τους ακολουθεί.
«Σε κάθε περίπτωση, η δυναμική γύρω από τη συμφωνία έχει ενισχυθεί από τις διεθνείς εξελίξεις και την κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων παγκοσμίως, γεγονός που προσδίδει στη συμφωνία Ε.Ε.-Mercosur όχι μόνο οικονομική αλλά και γεωπολιτική σημασία, ως απάντηση υπέρ της συνεργασίας και του πολυμερούς εμπορικού συστήματος», επισημαίνουν στο Fortune Greece αξιόπιστες πηγές με γνώση του διεθνούς εμπορίου. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η ενεργειακή και τεχνολογική μετάβαση της Ευρώπης, η οποία φαίνεται πως βρίσκεται πίσω από τις προσπάθειες της Ε.Ε. να ενισχύσει τους δεσμούς της με μια περιοχή του πλανήτη πλούσια σε ορυκτά, όπως λίθιο, χαλκό, σίδηρο και κοβάλτιο.
Στρατηγικό άνοιγμα αγορών
Η συμφωνία, η οποία αναμένεται να υπογραφεί στις 17 Ιανουαρίου στην Παραγουάη, προβλέπει τη μεγαλύτερη μείωση δασμών ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ στις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την αγορά της Νότιας Αμερικής, διαμορφώνοντας μία από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερων συναλλαγών παγκοσμίως και συνδέοντας περισσότερους από 700 εκατομμύρια καταναλωτές στην Ευρώπη και στο νοτιοαμερικανικό μπλοκ Mercosur. Βασικός στόχος της συμφωνίας είναι η μείωση των δασμών και άλλων εμποδίων στο εμπόριο και τις επενδύσεις μεταξύ των δύο εμπορικών μπλοκ. Πιο συγκεκριμένα, οι χώρες της Mercosur θα καταργήσουν σταδιακά (εντός 15ετίας) τους εισαγωγικούς δασμούς στο 91% των προϊόντων της Ε.Ε., ενώ η Ευρώπη θα καταργήσει τους δασμούς στο 92% των εισαγωγών από τη Mercosur. «Για την Ε.Ε., αυτοί που θα επωφεληθούν περισσότερο από την κατάργηση δασμών είναι οι εξαγωγείς αυτοκινήτων και ανταλλακτικών αυτοκινήτων, βιομηχανικού εξοπλισμού, χημικών προϊόντων, φαρμακευτικών προϊόντων κ.ά.», σημειώνουν έμπειρα στελέχη της αγοράς.
Για τις χώρες του Mercosur, τα βασικά οφέλη είναι η αυξημένη πρόσβαση στις αγορές της Ε.Ε. για τα εξαγόμενα γεωργικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων του βοείου κρέατος, των πουλερικών, της ζάχαρης, του ρυζιού και του μελιού και της αιθανόλης. Ορισμένα είδη, όπως τα τρόφιμα και τα γεωργικά προϊόντα, δεν ανοίγονται πλήρως στο ελεύθερο εμπόριο και θα υπάρχουν ποσοστώσεις, ώστε οι μαζικές εισαγωγές να μην επηρεάσουν τις τιμές των ευρωπαϊκών προϊόντων.
Αν και όλα τα κράτη-μέλη αναγνωρίζουν ότι η συμφωνία είναι κρίσιμη για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ε.Ε. απέναντι στην επέλαση των ΗΠΑ και της Κίνας, παραμένουν διχασμένα ως προς τις επιπτώσεις της, ιδίως στον πρωτογενή τομέα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υποστηρικτές της συμφωνίας, όπως η Γερμανία και η Ισπανία, λένε ότι η συμφωνία θα μπορούσε να δώσει ώθηση στην ευρωπαϊκή οικονομία που δοκιμάζεται από τον αυξανόμενο κινεζικό ανταγωνισμό και τους αμερικανικούς δασμούς. Οι επικριτές της συμφωνίας εκφράζουν φόβους ότι θα διαταράξει την ευρωπαϊκή γεωργία, επιτρέποντας την είσοδο φθηνών προϊόντων που δεν συμμορφώνονται απαραίτητα με τα περιβαλλοντικά και ποιοτικά πρότυπα της Ε.Ε., λόγω ανεπαρκών ελέγχων. Αν και η πλειοψηφία των κρατών-μελών έχει ταχθεί υπέρ, η τελική επικύρωση θα εξαρτηθεί από την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπου επίσης καταγράφονται επιφυλάξεις. Επισημαίνεται ότι τη συμφωνία καταψήφισαν η Γαλλία, η Πολωνία, η Ιρλανδία, η Αυστρία και η Ουγγαρία.
Η συμφωνία, ωστόσο, δεν κρίνεται μόνο στο γεωπολιτικό της αποτύπωμα, αλλά και στην εφαρμογή της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να διασφαλίσει ότι το άνοιγμα των αγορών θα συνοδευτεί από σαφείς μηχανισμούς προστασίας, τόσο για ευαίσθητους κλάδους (όπως είναι ο πρωτογενής τομέας), όσο και για τα ευρωπαϊκά πρότυπα παραγωγής. Ρήτρες διασφάλισης, μεταβατικές περίοδοι και δυνατότητα επαναφοράς μέτρων σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής της αγοράς αποτελούν βασικά εργαλεία που έχουν ενσωματωθεί στη συμφωνία. Παράλληλα, ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην προστασία των ΠΟΠ προϊόντων, σε μια προσπάθεια να απαντηθούν εκ των προτέρων οι ενστάσεις που διατυπώνονται από αγροτικούς και πολιτικούς κύκλους. «Για την Ε.Ε., η επιτυχία της Mercosur δεν θα κριθεί μόνο από τους εμπορικούς όγκους, αλλά από το κατά πόσο μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να υπονομεύσει τη συνοχή της εσωτερικής αγοράς και την αξιοπιστία του ευρωπαϊκού μοντέλου εμπορίου», εξηγούν οι ίδιες πηγές.
Το «αγκάθι» του πρωτογενούς τομέα
Η έντονη αντίδραση των αγροτών σε χώρες όπως η Γαλλία, η Πολωνία και η Ιρλανδία αποτελεί έναν από τους βασικούς πολιτικούς «πονοκεφάλους» της συμφωνίας. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους όρους της, οι χώρες της Mercosur θα μπορούν να εξάγουν έως 99.000 τόνους βοείου κρέατος στην Ε.Ε. με μειωμένο δασμό 7,5%, όταν σήμερα οι δασμοί κυμαίνονται μεταξύ 40% και 45%. Οι Ευρωπαίοι αγρότες προειδοποιούν ότι η αύξηση των εισαγωγών θα ασκήσει πτωτική πίεση στις τιμές και θα εντείνει τον ανταγωνισμό, καθώς οι παραγωγοί της Νότιας Αμερικής λειτουργούν με πιο χαλαρούς κανόνες σε ό,τι αφορά το περιβάλλον, την καλή διαβίωση των ζώων και την ασφάλεια των τροφίμων. Επιπλέον, εκφράζονται φόβοι ότι τα οφέλη της συμφωνίας θα κατευθυνθούν κυρίως σε μεγάλους εξαγωγείς, εις βάρος των μικρότερων ευρωπαϊκών εκμεταλλεύσεων.
Προκειμένου να κατευνάσει αυτές τις ανησυχίες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ενσωματώσει μηχανισμό διασφάλισης που επιτρέπει την αναστολή της προτιμησιακής πρόσβασης της Mercosur στην ευρωπαϊκή αγορά, εφόσον καταγραφεί απότομη αύξηση εισαγωγών ή πτώση τιμών άνω του 5% σε μία ή περισσότερες χώρες της Ε.Ε. Ενδεικτική της πολιτικής πίεσης που ασκείται είναι και η πρόταση της προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, για διάθεση έως 45 δισ. ευρώ από το ταμείο έκτακτης ανάγκης του επόμενου κοινοτικού προϋπολογισμού προς στήριξη των αγροτών, πέραν των περίπου 294 δισ. ευρώ που προβλέπονται ήδη για την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) την περίοδο 2028-2034.