Σύμφωνο Σταθερότητας: «Παράθυρο» ευκαιρίας για συμβιβασμό

Σύμφωνο Σταθερότητας: «Παράθυρο» ευκαιρίας για συμβιβασμό
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης (Κ) συμμετέχει στις εργασίες της Συνόδου Κορυφής των ηγετών των χωρών μελών της ΕΕ στις Βρυξέλλες, Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020, Είναι η πρώτη Σύνοδος με φυσική παρουσία από τον περασμένο Φεβρουάριο. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αναμένεται να προτείνει πρόταση-συμβιβασμό για το Ταμείο Ανάκαμψης. ΑΠΕ-ΜΠΕ/consilium.europa.eu/Mario Salerno Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Τα περιθώρια για συμφωνία στο τελευταίο έκτακτο Ecofin του 2024. Τα εξοπλιστικά και τι επιδιώκει η Ελλάδα 

Τελευταία ευκαιρία για συμβιβασμό στο νέο πλαίσιο δημοσιονομικών κανόνων που θα τεθεί σε ισχύ το 2024 έχουν σήμερα οι υπουργοί Οικονομικών της ΕΕ, στο έκτακτο Ecofin που πραγματοποιείται μέσω τηλεδιάσκεψης.

Ειδικότερα, μετά την πρόοδο που καταγράφηκε στην τελευταία συνάντηση στις αρχές του μήνα, το Συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών της ΕΕ θα επιχειρήσει άμβλυνση των διαφορών, κυρίως μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας αλλά και Γαλλίας. Όπως είναι φυσικό, δεν είναι προς το συμφέρον χωρών με μεγάλο χρέος, όπως η Ιταλία και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, οι αυστηροί δημοσιονομικοί κανόνες που στερούν ζωτικό χώρο για ανάπτυξη.

Οπότε μάχονται απέναντι στη σκληρή στάση της Γερμανίας, που για τους δικούς της εσωτερικούς λόγους, επιμένει σε αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Ζητούμενο είναι εάν η Γερμανία και η Γαλλία, που υπεραμύνονται της θέσης της ισπανικής προεδρίας για επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων, θα προωθήσουν την σύγκλιση. Τα δεδομένα δείχνουν πάντως μια κατ’ αρχήν σύγκλιση απόψεων για μείωση του χρέους, ήτοι 1% του ΑΕΠ αλλά και του ελλείμματος.

Ας σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει θέσει υψηλότερους στόχους από αυτούς που απαιτούνται με τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, στο πρόγραμμα σταθερότητας 2023-2026. Επιπλέον, έχει τεθεί, κατά κάποιο τρόπο, εκτός περιμέτρου χωρών με προβληματικά δημοσιονομικά. Έχει παρουσιάσει καλή εικόνα, μετά και την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και ως εκ τούτου δεν διεκδικεί εξαίρεση και ειδική μεταχείριση. Επιδιώκει ωστόσο να αναδειχθεί το θέμα των εξοπλιστικών προγραμμάτων, σε συνδυασμό με το ειδικό βάρος της αμυντικής βιομηχανίας για ορισμένες χώρες της ΕΕ όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία κ.ο.κ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Ελλάδα επιδιώκει εξαίρεση των αμυντικών δαπανών από τον κανόνα του ελλείμματος και το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο που θα ισχύσει από το 2024, ώστε οι πληρωμές των εξοπλιστικών προγραμμάτων να υπολογίζονται αλλά να μην λαμβάνονται υπόψη στο όριο ελλείμματος 3% του ΑΕΠ.

Φαίνεται μάλιστα να υπάρχει πεδίο συνεννόησης και εξετάζονται εναλλακτικά μοντέλα, γεγονός που δικαιολογεί αισιοδοξία από την πλευρά της Ελλάδας, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα δώσει ευελιξία στο οικονομικό επιτελείο προκειμένου να διαχειριστεί τον περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο. 

Ας σημειωθεί ότι οι αμυντικές δαπάνες ανέρχονται σε 6,1 δισ. ευρώ για το 2024 από 5,7 δισ. ευρώ το 2023. Είχαν προηγηθεί δαπάνες 7 δισ. ευρώ το 2022, 5,8 δισ. ευρώ το 2021 κ.ο.κ.

Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο το συνολικό κόστος εξοπλισμού για την Άμυνα το 2024 θα πρέπει να εγγραφεί στον προϋπολογισμό του νέου έτους δυσχεραίνοντας την προσπάθεια διασφάλισης πρωτογενών πλεονασμάτων πάνω από 2%, ήτοι 2,1% του ΑΕΠ, όπως προβλέπεται για το 2024 από 1,1% του ΑΕΠ το 2023.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: