Στερεύουν από ρευστότητα οι αγορές – Δυσχεραίνει το επενδυτικό τοπίο

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι συνθήκες που επικρατούν είναι πολύ δύσκολες, με την παγκόσμια οικονομία να μετατοπίζεται σε τέτοιον βαθμό, που πολλοί διαχειριστές χαρτοφυλακίων έχουν εγκλωβιστεί

Η ικανότητα των traders να αγοράζουν και να πωλούν απρόσκοπτα μετοχές, ομόλογα και άλλα assets έχει περιοριστεί επικίνδυνα, καθώς οι μεγαλύτερες αγορές στον κόσμο υποφέρουν από ακραίες διακυμάνσεις. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό, σύμφωνα με επενδυτές και μεγάλες τράπεζες, είναι ότι η ρευστότητα είναι στο χειρότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2020, οπότε ξέσπασε η πανδημική κρίση.

Παράλληλα, οι διαχειριστές κεφαλαίων παλεύουν να εκτελέσουν συναλλαγές χωρίς να επηρεάσουν τις τιμές. «Σχετικά μικρές συμφωνίες, ύψους μόλις 50 εκατομμυρίων δολαρίων, θα μπορούσαν να χτυπήσουν τις αποτιμήσεις ή να προκαλέσουν ράλι στις μετοχές ή στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης.

Η ρευστότητα κινείται σε τρομερά χαμηλά επίπεδα», δήλωσε ο Michael Edwards, αναπληρωτής επικεφαλής επενδύσεων του hedge fund Weiss Multi-Strategy Advisers. 

Δύσκολες συνθήκες…

Όπως επισημαίνουν οι Financial Times, οι συνθήκες που επικρατούν είναι πολύ δύσκολες, με την παγκόσμια οικονομία να μετατοπίζεται σε τέτοιον βαθμό, που πολλοί διαχειριστές χαρτοφυλακίων να έχουν εγκλωβιστεί. Επιβράδυνση, αύξηση των επιτοκίων και έντονος πληθωρισμός είναι ιδιαίτερα bearish παράγοντες για όλα τα χαρτοφυλάκια…

Απροετοίμαστοι για την αλλαγή του κλίματος, οι traders αναγκάστηκαν να προβούν σε rebalancing, με βίαιο τρόπο, των χαρτοφυλακίων τους. Σημειώνεται πως η έλλειψη ρευστότητας επηρεάζει ζωτικής σημασίας αγορές, από τις οποίες οι εταιρείες χρηματοδοτούνται.

Υπενθυμίζεται δε ότι τα πρακτικά από την τελευταία συνάντηση των μελών της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) που δημοσιεύθηκαν τον περασμένο μήνα έδειξαν ότι οι αξιωματούχοι ανησυχούν για τα προβλήματα που δημιουργούνται στο Δημόσιο και στην αγορά εμπορευμάτων λόγω της αδύναμης ρευστότητας.

Main Street κατά Wall Street 

Το τοπίο σε ό,τι αφορά τις συναλλαγές άλλαξε δραματικά αφότου οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες προσπάθησαν να προστατεύσουν τη Main Street από τη Wall Street, στον απόηχο της οικονομικής κρίσης του 2008. Μέσω μιας σειράς κανονισμών που εισήχθησαν τα τελευταία 12 χρόνια, οι τράπεζες καλούνται τώρα να διατηρούν μεγαλύτερα κεφαλαιακά μαξιλάρια για να προστατεύσουν τους ισολογισμούς τους από μεγάλες διακυμάνσεις.

Αυτό σημαίνει ότι κατέχουν πλέον πολύ λιγότερα περιουσιακά στοιχεία, όπως μετοχές και ομόλογα, γεγονός το οποίο τις καθιστά λιγότερο ευκίνητες ως προς το να ανταποκρίνονται στα αιτήματα των επενδυτών για αγορά ή πώληση. «Οι άνθρωποι [οι τράπεζες] δεν είναι πρόθυμοι να δεσμεύσουν κεφάλαια», είπε ο Edwards.

Στις αγορές χρέους, οι κατοχές εταιρικών ομολόγων μειώθηκαν την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Νέας Υόρκης. Οι τράπεζες αποσύρονται από την αγορά χρέους, που είναι ευάλωτη στην αύξηση των επιτοκίων, μειώνοντας τις καθαρές θέσεις τους σε ομόλογα υψηλότερης ποιότητας, δεκαετούς διάρκειας –ή περισσότερο.

Εν τω μεταξύ, η υγεία της αγοράς κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, που αποτελούν σημείο αναφοράς για περιουσιακά στοιχεία τρισεκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως, βρίσκεται στη χειρότερη κατάσταση από την κατάρρευση του Μαρτίου 2020, σύμφωνα με δείκτη του Bloomberg. «Είναι μια απογοήτευση», είπε σχετικά με την έλλειψη ρευστότητας ο Jordan Sinclair, διευθυντής Eρευνών στο hedge fund Capstone, προσθέτοντας:

«Η παγκόσμια οικονομική κρίση ήταν μια αποτυχία για τον τραπεζικό κλάδο εν συνόλω. Πήραν πολύ μεγάλο ρίσκο και προσέφεραν μεγάλη μόχλευση. Οπότε ήταν λογικό για τις ρυθμιστικές αρχές να βεβαιωθούν ότι αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί ξανά. Υπάρχουν, όμως, συνέπειες». 

Ο Sinclair εκτίμησε ότι ο δείκτης Vix, ένας δείκτης αστάθειας στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ, είχε εκτιναχθεί πάνω από 5 μονάδες σε μία ημέρα διαπραγμάτευσης εννέα φορές τα 15 χρόνια πριν από την οικονομική κρίση. Στα 15 χρόνια μετά την κρίση έχει συμβεί 68 φορές.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι απώλειες συναλλαγών που υπέστησαν μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ ήταν διαχειρίσιμες και δεν υπήρξαν απειλή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Αν μη τι άλλο, πρόκειται για ένα γεγονός που δεν μπορεί να παραλειφθεί από τους traders και τους επενδυτές – ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του family office Archegos. Εταιρείες συναλλαγών υψηλής συχνότητας όπως η Citadel Securities και η Jump Trading έχουν καλύψει μέρος του κενού που αφήνουν οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street, αλλά οι επενδυτές είπαν ότι οι αλγόριθμοι που βοηθούν στην εκτέλεση συναλλαγών συχνά χάνουν την ικανότητα συναλλαγών όταν οι μετοχές αιωρούνται βίαια.

Tον Μάιο, οι επενδυτές που ήλπιζαν να διαπραγματευτούν e-mini συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης στον S&P 500 -ένα από τα πιο σημαντικά συμβόλαια που χρησιμοποιούν οι διαχειριστές μεγάλων κεφαλαίων για να στοιχηματίσουν στην κατεύθυνση της αγοράς- «είδαν» μικροσκοπικές προσφορές για αγορά και πώληση.

Η Goldman Sachs σημείωσε ότι συμβόλαια αξίας μικρότερης των 2 εκατομμυρίων δολαρίων μπορούσαν να αγοραστούν ή να πωληθούν στην τιμή που διαπραγματεύονταν ενεργά στην αγορά, ήτοι στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2020. Από τη μεριά της, η JPMorgan Chase υπογραμμίζει την ευθραυστότητα του συστήματος.

Aνισορροπία 

Οι αναλυτές της τράπεζας διαπιστώνουν ότι παρόμοιο φαινόμενο συνέβη στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, προειδοποιώντας ότι «η ρευστότητα άρχισε πρόσφατα να μειώνεται ξανά. Η ασθενής ρευστότητα ενίσχυσε τη μεταβλητότητα στη χρηματιστηριακή αγορά, λένε οι επενδυτές.

Σε συνεχόμενες συνεδριάσεις διαπραγμάτευσης τον περασμένο μήνα, η Walmart και η Target υπέστησαν τη μεγαλύτερη πτώση τους από το 1987, καθώς και οι δύο κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων τους προειδοποίησαν για εντεινόμενες πιέσεις κόστους.

Ως αποτέλεσμα 71 δισεκατομμύρια δολάρια εξαϋλώθηκαν. Υπερμεγέθεις ημερήσιες κινήσεις σε μετοχές έχουν επίσης καταγραφεί σε Meta, Amazon και Netflix, ενώ oι δείκτες αποκαλύπτουν ότι η αστάθεια εταιρειών blue chip όπως η Apple, η Microsoft, η Visa και η Coca-Cola, έχει αυξηθεί.

«Υπάρχουν πολλές συναλλαγές, αλλά όσον αφορά το μέγεθος των εντολών ήταν μικρότερες τους τελευταίους μήνες», δήλωσε η Mary Phillips, αναπληρώτρια επικεφαλής διαχείρισης χαρτοφυλακίου στη Dimensional. «Πιστεύω ότι αν ήσασταν το είδος του διαχειριστή περιουσιακών στοιχείων που προσπαθεί να κάνει μεγάλες συναλλαγές γρήγορα, μπορεί να αντιμετωπίζατε μεγάλες προκλήσεις ρευστότητας».