Στο 15,1% η ύφεση το β’ τρίμηνο σύμφωνα με την Εθνική – Το βασικό σενάριο για όλη την χρονιά

AFP

H αναστροφή του κλίματος ήταν απότομη, με ένα μεγάλο αριθμό δεικτών προσδοκιών και οικονομικής συγκυρίας να μεταπίπτουν, μέσα σε 2 μήνες

Οι αυξανόμενες επιδράσεις του COVID-19 πλήττουν κομβικούς τομείς της οικονομίας, με τα πρώτα, ωστόσο, σημάδια βελτίωσης να γίνονται ορατά, σημειώνει η Eθνική Τράπεζα σε ανάλυσή της. Η υγειονομική κρίση ήρθε σε μια περίοδο που η οικονομία εισερχόταν στο 4ο έτος ανάκαμψης, με αρκετούς δείκτες να εμφανίζουν αυξανόμενη δυναμική κατά το 1ο δίμηνο του 2020.

Όμως, η αναστροφή του κλίματος ήταν απότομη, με ένα μεγάλο αριθμό δεικτών προσδοκιών και οικονομικής συγκυρίας να μεταπίπτουν, μέσα σε 2 μήνες, από πολυετή υψηλά επίπεδα σε πολυετή χαμηλά, παραμένοντας, εντούτοις, σε επίπεδο υψηλότερο από τις περιόδους κορύφωσης της οικονομικής κρίσης το 2012 και το 2015.

Ωστόσο, αυτό που αυξάνει την αβεβαιότητα αναφορικά με την τρέχουσα διαταραχή – η οποία θεωρείται εξωγενής και προσωρινή – είναι το πλήγμα που επιφέρει σε κομβικούς τομείς, στους οποίους βασίστηκε η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, και κυρίως στον τουρισμό αλλά και το ευρύτερο πλέγμα δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτόν.

Η πίεση για τους συγκεκριμένους τομείς είναι πρωτοφανής, καθώς είχαν εμφανίσει σταθερά ανοδική τάση κατά την προηγούμενη δεκαετία, παραμένοντας εν πολλοίς αλώβητοι από τη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης κατά την ελληνική κρίση. Παράλληλα, η επιτυχημένη μετάβαση σε ένα πιο εξωστρεφές υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης τα προηγούμενα χρόνια καθιστά την οικονομία πιο ευάλωτη στην εν εξελίξει πρωτοφανή συγχρονισμένη ύφεση στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία.

Η επιβολή των αυστηρών περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας που οδήγησε στον επιτυχημένο περιορισμό της εξάπλωσης κατατάσσοντας τη χώρα μεταξύ των πιο αποτελεσματικών στην διαχείριση της κρίσης υπαγορεύτηκε μεταξύ άλλων από:

• Το υψηλό ποσοστό συγκέντρωσης του πληθυσμού σε λίγες περιοχές (35% του πληθυσμού κατοικεί στην περιοχή της Αττικής) που ενδεχομένως να καθιστούσε αναποτελεσματικά τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, η εφαρμογή των οποίων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των πολιτών, ειδικά κατά τη φάση εξάπλωσης του ιού

• Τη σχετικά υψηλή μέση ηλικία του πληθυσμού, με 2,4 εκατομμύρια κατοίκους ή 22% του πληθυσμού της Ελλάδας να έχει ηλικία πάνω από 65 έτη (από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ μαζί με την Ιταλία)

• Την περιορισμένη δυναμικότητα του ελληνικού συστήματος υγείας, πριν την εκδήλωση της κρίσης, να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα πολυάριθμα περιστατικά που χρήζουν άμεσης εντατικής φροντίδας, με την αναλογία των κλινών εντατικής θεραπείας να αντιστοιχεί στο ένα τρίτο περίπου του μ.ο. της ευρωζώνης.

• Αλλά κοινωνικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τον υψηλό αριθμό οικογενειών με πολλά μέλη, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων και το σημαντικό ρόλο αυτών στην επίβλεψη και φροντίδα των παιδιών

Η ύφεση αναμένεται να βαθύνει το 2ο τρίμηνο, καθώς τον Απρίλιο και μέχρι τις αρχές Μαΐου σχεδόν τα τρία τέταρτα των επιχειρήσεων ανέστειλαν τη λειτουργία τους ή λειτούργησαν με μειωμένο προσωπικό και με εξαιρετικά συρρικνωμένο κύκλο εργασιών.

Η κρίση φαίνεται να πλήττει δυσανάλογα κομβικούς τομείς όπως το λιανικό εμπόριο, την εστίαση, την παροχή καταλύματος, τις μεταφορές, οι οποίοι συνδυαστικά αντιστοιχούν στο 18% της προστιθέμενης αξίας της οικονομίας το 1ο τρίμηνο του 2020 και περισσότερο από 23% και 27% περίπου κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του έτους, αντίστοιχα (βάσει των μη εποχικά προσαρμοσμένων στοιχείων του 2019), ενώ αναλογούν και στο 40% περίπου της συνολικής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι συγκεκριμένοι τομείς συνεισέφεραν τα δύο τρίτα του ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2017-2019 και σχεδόν τα τρία τέταρτα των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν στην οικονομία την ίδια περίοδο, σημειώνει η ΕΤΕ. Κατά συνέπεια, οι εξελίξεις των επόμενων μηνών συνιστούν ένα κρίσιμο τεστ για την ανθεκτικότητα του αναπτυξιακού μείγματος της οικονομίας.

Με δεδομένο ότι μία πρωτόγνωρη συρρίκνωση του εισερχόμενου τουρισμού είναι αναπόφευκτη, καθώς η μείωση των αφίξεων προσεγγίζει το 100% για τον Απρίλιο και το Μάιο, ενώ και η ανάκαμψη από τα μέσα Ιουνίου αναμένεται βραδεία, η αντίδραση της εγχώριας ζήτησης είναι κρίσιμη για τον προσδιορισμό του μεγέθους της ύφεσης και τη διαμόρφωση της τροχιάς ανάκαμψης της Ελληνικής οικονομίας.

Η διαθεσιμότητα δεικτών οικονομικής συγκυρίας για το δεύτερο τρίμηνο είναι σχετικά περιορισμένη. Ωστόσο, οι δείκτες υψηλής συχνότητας (μηνιαία ή εβδομαδιαία) επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση της δραστηριότητας, παράλληλα όμως δίνουν και κάποιες πρώιμες ενδείξεις αντιστροφής της πτωτικής τάσης από τα τέλη Μαΐου.

Το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί περίπου κατά 13.5% σε τριμηνιαία βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2020 (-15.1% σε ετήσια), με τους διαθέσιμους δείκτες υψηλής συχνότητας, ωστόσο, να καταδεικνύουν υποχώρηση των υφεσιακών πιέσεων από το Μάϊο. Αυτή η υποχώρηση συμβαδίζει με το εκτιμώμενο σενάριο για αύξηση του ΑΕΠ σε τριμηνιαία βάση κατά 4,6% το τρίτο τρίμηνο, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί στο 9,6% το τέταρτο τρίμηνο, με τη ετήσια ύφεση για το 2020 να διαμορφώνεται στο 7,5% σύμφωνα με το βασικό σενάριο.

Η σωρευτική εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής στήριξης που υπερβαίνουν τα €15 δισ. – €8 δισ. σε κοινωνικές παροχές, επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις, €3 δισ. σε αναστολές πληρωμών φορολογικών υποχρεώσεων και κοινωνικής ασφάλισης και €4 δισ. σε μορφή κρατικών δανείων και εγγυήσεων για νέο τραπεζικό δανεισμό – αναμένεται να συμβάλει στη μείωση της αβεβαιότητας, επιταχύνοντας την ανάκαμψη.

Η ανωτέρω επίδραση, όπως και η εισροή πόρων από την ΕΕ το 2ο εξάμηνο (άνω των €5 δισ., τα οποία θα συμβάλουν και στη χρηματοδότηση των προαναφερθέντων μέτρων δημοσιονομικής στήριξης) ενσωματώνονται μερικώς, μόνο, στις προβλέψεις για ετήσια ύφεση 7,5% το 2020, διότι δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί η αντίδραση του ιδιωτικού τομέα στα μέτρα στήριξης, σε ένα περιβάλλον – έστω και παροδικής – επιδείνωσης των συνθηκών στην αγορά εργασίας, καθώς η πίεση στη δραστηριότητα υποκλάδων υπηρεσιών πιθανόν να διατηρηθεί μέχρι το τέλος του έτους.

Ενδεχομένη έγκριση της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μηχανισμό χρηματοδότησης της ανάκαμψης θα στηρίξει ουσιαστικά το σκέλος των επενδύσεων και της παραγωγικής εμβάθυνσης, προσδίδοντας σημαντική ώθηση στο ΑΕΠ από το 2021 και μετά.

Σχετικά άρθρα