Στροφή 180 μοιρών στη στάση της Morgan Stanley απέναντι στις ελληνικές μετοχές

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η αμερικάνικη επενδυτική τράπεζα δίνει τώρα ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές τους.

Η Morgan Stanley σε σημείωμά της συστήνει τώρα αγορά των ελληνικών μετοχών  αναβαθμίζοντας τη σύσταση για αυτές σε «υπεραπόδοση» (overweight), που αντιστοιχεί σε παρότρυνση αγοράς, από «υποαπόδοση» (underweight).

Εκτιμά ότι το ξεπούλημά τους φέτος ήταν υπερβολικό με αποτέλεσμα οι αποτιμήσεις τους να είναι ελκυστικές. Η αλλαγή στη σύνθεση του δείκτη MSCI Greece Standard και ειδικά η αφαίρεση των τραπεζών από αυτόν έπαιξε επίσης ρόλο στην απόφαση. Για τη Morgan Stanley οι ελληνικές μετοχές εκτός τραπεζικού κλάδου αποτελούν «αγαπημένη επιλογή», χάρη στα ελκυστικά θεμελιώδη μεγέθη.

Να θυμίσουμε ότι πρόσφατα τρεις τράπεζες, οι Alpha Bank, ETE και Eurobank, αλλά και ο Τιτάν αφαιρέθηκαν από τον βασικό δείκτη της Ελλάδας, στον οποίο φιγουράρουν πλέον οι ΟΤΕ, Jumbo, ΟΠΑΠ και Motor Oil.

Έως τώρα διατηρούσε σύσταση overweight (δηλαδή αρνητική) τόσο λόγω των μεγάλων προκλήσεων που έχουν να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες και των εμποδίων που θέτει στα σχέδια για μείωση των κόκκινων δανείων η πανδημία όσο και η μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό. Αυτοί οι κίνδυνοι δεν έχουν βεβαίως εξαφνιστεί, προειδοποιούν οι αναλυτές της Morgan. Πρόκειται όμως για δύο παράγοντες, που δεν επηρεάζουν πλέον στον ίδιο βαθμό τις μετοχές του ελληνικού δείκτη MSCI.

Ο επενδυτικός οίκος προβλέπει ότι ανάκαμψη στον τουρισμό θα γίνει με σταδιακά, αργά βήματα, αν και θεωρεί ότι αυτό έχει προξοφληθεί από την αγορά. Γενικά στην περιοχή Ανατολικής Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Αφρικής στην οποία εντάσσει την Ελλάδα, η Morgan Stanley θεωρεί τις ελληνικές μετοχές τις πλέον υπερπουλημένες- κάτι που σημαίνει ότι έχουν σημαντικά περιθώρια ανάκαμψης. Ακόμη και για τις μετοχές των τραπεζών θεωρεί μάλιστα πιθανή την ανάκαμψη, δεδομένων των πιέσεων που έχουν δεχθεί. Θυμίζει δε ότι και την προηγούμενη φορά που είχαν αφαιρεθεί από δείκτη της MSCI (τον MSCI Emerging- Νοέμβριο 2018) η αφαίρεση είχε συμπέσει με τα χαμηλότερα επίπεδα τιμών τους, οι οποίες και ανέκαμψαν στη συνέχεια.

Σχετικά άρθρα