Τα υπέρογκα πρόστιμα δεν φέρνουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα

Γιατί οι τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις δεν μπορούν να ενισχύουν πραγματικά τα δημόσια ταμεία αλλά και να πατάξουν τη διαφθορά.

Η αύξηση του αριθμού και του μεγέθους των συναλλαγών μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, αποτέλεσμα αφενός της παγκόσμιας αγοράς και αφετέρου της εξάπλωσης επιχειρήσεων σε διαφορετικές χώρες του κόσμου με παράλληλη προσπάθειά τους να μεταφέρουν φορολογητέα αξία από χώρες με υψηλή φορολόγηση στις οποίες δραστηριοποιούνται σε χώρες με χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση, έχουν εγείρει παγκοσμίως το ζήτημα της θέσπισης ενός αυστηρού πλαισίου σχετικά με την τεκμηρίωση των Ενδοομιλικών Συναλλαγών και της Ενδοομιλικής Τιμολόγησης (transfer pricing).

Στη χώρα μας το πλαίσιο αυτό τροποποιήθηκε πρόσφατα σε ό,τι αφορά τα επιβαλλόμενα πρόστιμα σε περιπτώσεις παραλείψεων ή καθυστερήσεων στην γνωστοποίηση των απαιτούμενων στοιχείων από τους υπόχρεους. Με το πολυνομοσχέδιο 4337/2015 η Φορολογική Διοίκηση επανεξέτασε το ισχύον «ποινολόγιο», στοχεύοντας αφενός στον εξορθολογισμό του και αφετέρου στην αύξηση της εισπραξιμότητας των επιβαλλόμενων προστίμων.

Πιο συγκεκριμένα, ενώ έχει διατηρηθεί αμετάβλητο το ποσοστό (0,1%) το οποίο χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των προστίμων προς καταλογισμό, η Διοίκηση προχώρησε σε σημαντική μείωση του εύρους μέσα στο οποίο τα πρόστιμα αυτά επιτρέπεται να κυμανθούν.

Ειδικότερα:

– σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής του Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 0,1% επί των προς τεκμηρίωση συναλλαγών,

– σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής τροποποιητικού Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών και εφόσον η τροποποίηση αφορά σε μεταβολή άνω των € 200.000 στο ύψος των προς τεκμηρίωση συναλλαγών πρόστιμο ίσο με το 0,1% επί των προς τεκμηρίωση συναλλαγών και

– σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς ή ατελούς Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών με την σχετική ανακρίβεια να αφορά άνω του 10% των συνολικών προς τεκμηρίωση συναλλαγών πρόστιμο ίσο με το 0,1% επί των ποσών που αφορά η ανακρίβεια.

Παρότι τα παραπάνω ίσχυαν και πριν τον Ν.4337/2015, το εύρος των προστίμων περιορίζεται σε € 500 – € 2.000, σε αντίθεση του εύρους των € 1.000 – € 10.000 που ίσχυε προηγουμένως.

Σε περίπτωση μη υποβολής Συνοπτικού Πίνακα Πληροφοριών διατηρείται η επιβολή προστίμου ίσου με το 0,1% των συναλλαγών για τις οποίες υπήρχε προϋπόθεση τεκμηρίωσης, μειώνεται όμως το αντίστοιχο εύρος σε € 2.500 – € 10.000, αντί του προηγούμενου εύρους των € 10.000 – € 100.000.

Η εκπρόθεσμη διάθεση του φακέλου τεκμηρίωσης στην Φορολογική Διοίκηση ή η μη διάθεσή του επιφέρει πλέον πρόστιμο € 5.000 – € 20.000 ανάλογα με την χρονική καθυστέρηση της διάθεσης, σε αντικατάσταση προηγούμενων διατάξεων που επέτρεπαν την επιβολή έως και € 100.000 για μη διάθεση του φακέλου.

Όλα τα παραπάνω διπλασιάζονται σε περίπτωση πρώτης υποτροπής εντός πέντε ετών και τετραπλασιάζονται σε δεύτερη ή κάθε επόμενη.

Ο Νομοθέτης φαίνεται να αντιλαμβάνεται πως η επιβολή δρακόντειων προστίμων απολογιστικά δεν αποφέρει τα αναμενόμενα έσοδα ούτε λειτουργεί αποτρεπτικά, ενώ παράλληλα δυσχεραίνει την κατάσταση των υγιών επιχειρήσεων οι οποίες προσπαθούν να αντέξουν στις δυσκολίες των καιρών.

Αντίθετα, λαμβάνοντας τη γενναία απόφαση της μείωσης μεγάλου μέρους των προστίμων που προβλέπονται από τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας επιτυγχάνει την αύξηση των εσόδων, τη μείωση της διαφθοράς και συναλλαγής μεταξύ ελεγκτή – ελεγχόμενου και τη μείωση των υποθέσεων οι οποίες καταλήγουν στην Επιτροπή Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών ή στα Διοικητικά Δικαστήρια.