Τάσος Αναστασάτος (Eurobank): «Μόνο η βελτίωση της παραγωγικότητας μπορεί να στηρίξει βιώσιμες επιχειρήσεις και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας»

Τα ανεξίτηλα σημάδια του covid, τα κυβερνητικά μέτρα και ο ρόλος των τραπεζών – Συνέντευξη του επικεφαλής Οικονομολόγου του Ομίλου της Eurobank. 

Σε μια περίοδο που η ελληνική οικονομία προσπαθεί να ανασυνταχθεί από το πλήγμα που υπέστη λόγω του κορωνοϊού και να προετοιμαστεί για την επόμενη μέρα, το μεγαλύτερο ερώτημα που απασχολεί την αγορά είναι πότε θα επιστρέψουμε στα επίπεδα του 2019. Πόσος χρόνος θα χρειαστεί αλλά και πόσο ομαλή θα είναι η μετάβαση στις νέες συνθήκες που αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα.

Ο Τάσος Αναστασάτος, Επικεφαλής Οικονομολόγος του Ομίλου της Eurobank και Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών μιλά στο Fortune Greece για τις προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπο το ελληνικό επιχειρείν, τις αλλαγές που ήρθαν για να μείνουν, καθώς και για τον ρόλο που θα διαδραματίσουν οι τράπεζες στην covid εποχή.

Πεποίθησή του είναι πως η υιοθέτηση ενός βιώσιμου επιχειρηματικού μοντέλου και η ανταπόκριση στις νέες τάσεις της αγοράς είναι μονόδρομος για την επιβίωση και την ανάπτυξη των ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ, όπως λέει, δεν πρέπει να παρεκκλίνουμε από τον αρχικό στόχο επιστροφής της οικονομίας στα μεγέθη του 2019 εντός του πρώτου εξαμήνου του 2022.

Κύριε Αναστασάτε, ποια είναι τα ανεξίτηλα σημάδια που θα αφήσει η πανδημία στις ελληνικές επιχειρήσεις;

Η πανδημία, από οικονομικής απόψεως, συνιστά ένα ταυτόχρονο σοκ προσφοράς και ζήτησης. Αυτό σημαίνει μείωση εσόδων για πολλές επιχειρήσεις, αν και όχι σε όλους τους κλάδους, δυσκολίες στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους προς κράτος και τράπεζες και πιέσεις στην απασχόληση. Ιδίως οι μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις θα δυσκολευτούν περισσότερο να επιβιώσουν σε περιβάλλον μειωμένου τζίρου διότι έχουν μικρότερη ρευστότητα και χαμηλότερη πιστοληπτική ικανότητα. Είναι πιθανό όμως ότι θα υπάρξουν και πιο μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο βαθμό στον οποίον η πανδημία αλλάξει με μόνιμο τρόπο καταναλωτικές και επενδυτικές συνήθειες. Για να αναφέρω κάποια παραδείγματα, προβλέπεται να επιταχυνθεί η εισαγωγή τηλεργασίας και ευέλικτων μορφών απασχόλησης, η διείσδυση ψηφιακών τεχνολογιών στην οργάνωση της παραγωγής και η μείωση της εξάρτησης από απομακρυσμένους προμηθευτές. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις θα λειτουργήσουν τα επόμενα χρόνια σε ένα μακροοικονομικό περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων αλλά και διαρθρωτικών μεταβολών και δημοσιονομικής σύσφιξης για τον έλεγχο ελλειμμάτων και δημόσιου χρέους που δημιουργούνται αυτή την περίοδο στην προσπάθεια να μετριαστούν οι επιπτώσεις της πανδημίας. Όλα αυτά θα δημιουργήσουν πιέσεις σε επιχειρήσεις σε φθίνοντες κλάδους, με προβλήματα υπερχρέωσης ή με προβληματικό επιχειρηματικό μοντέλο. Θα δημιουργήσουν όμως και ιστορικές ευκαιρίες διείσδυσης σε νέες ή αναδιαμορφούμενες διεθνείς αγορές.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις πρέπει να ετοιμαστούν, δεν πρέπει να χάσουν αυτή την ευκαιρία. Να αυξήσουν την εξωστρέφεια και το μέγεθός τους (μέσω συγχωνεύσεων ή συνεταιριστικών σχημάτων), να βελτιώσουν την οργάνωσή τους, να ψηφιοποιηθούν, να στραφούν σε τομείς και προϊόντα με καλύτερες προοπτικές, να στοχεύσουν στην κάλυψη των κενών που θα δημιουργήσει η αναδιάρθρωση των εφοδιαστικών αλυσίδων των δυτικοευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Θεωρείτε ότι είναι επαρκή τα κρατικά μέτρα που έχουν ληφθεί για τη στήριξη της επιχειρηματικότητας και σε ποιο βαθμό είναι ικανά να συγκρατήσουν την ανεργία;

Στην πρώτη φάση της πανδημίας, όταν εφαρμόστηκαν τα lockdowns, ήταν φυσιολογικό τα μέτρα της κυβέρνησης να εστιαστούν στην στήριξη των εισοδημάτων των ανθρώπων που βρέθηκαν σε αναγκαστική παύση της εργασίας τους και της ρευστότητας των επιχειρήσεων. Καθώς όμως περνάμε σταδιακά στην διαμόρφωση ενός τοπίου με πιο μόνιμα χαρακτηριστικά, καθίσταται ολοένα και πιο σημαντική η αύξηση της ευελιξίας της οικονομίας συνολικά και των επιχειρήσεων ειδικότερα, για να ανταποκριθούν με ταχύτητα στις νέες ανάγκες και να μην χάσουν το τρένο της ανάκαμψης που θα ακολουθήσει την τωρινή ύφεση. Αυτό επιτάσσει να προχωρήσουμε ακόμα πιο γρήγορα και αποφασιστικά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες είχαν ήδη αρχίσει πριν την πανδημία και οι οποίες θα βοηθήσουν αποφασιστικά σε αυτό τον σκοπό. Ανάμεσά τους ξεχωρίζω ως πολύ σημαντικές τις δράσεις για την απλοποίηση της αδειοδότησης των επιχειρήσεων, το νέο πτωχευτικό πλαίσιο, την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, την ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, την μείωση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών (με προτεραιότητα σε φόρους εισοδήματος), τη μείωση του κόστους της ενέργειας, τις ιδιωτικοποίησεις. Μόνο η βελτίωση της παραγωγικότητας μπορεί να στηρίξει βιώσιμες επιχειρήσεις και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, όχι οι επιδοματικές ενισχύσεις.

Τι γίνεται με τον κλάδο του τουρισμού, της ψυχαγωγίας-διασκέδασης και της εστίασης που δίνουν μεγάλη μάχη; Πώς θα ορθοποδήσουν;

Ό,τι ισχύει για όλους τους κλάδους που θα κληθούν να προβούν σε αναδιαρθρώσεις, το ίδιο και περισσότερο ισχύει για τους κλάδους του τουρισμού, της εστίασης και της ψυχαγωγίας που πλήττονται περισσότερο από την πανδημία. Προφανώς τα μέτρα ενίσχυσης της ρευστότητας και διατήρησης των θέσεων εργασίας βοηθάνε για κάποιο διάστημα, αλλά μακροπρόθεσμα μόνο ένα βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο και η ανταπόκριση στις νέες τάσεις της αγοράς μπορεί να διασφαλίσει την επιβίωση. Ο τουρισμός και η εστίαση θα κληθούν να πραγματώσουν αυτό που πολλά χρόνια τώρα είναι ζητούμενο, την μετάβαση σε ένα μοντέλο υψηλότερης κατά κεφαλήν δαπάνης και μικρότερης εποχικότητας, απομακρυνόμενοι από μία χαμηλού κόστους εκδοχή του μοντέλου «ήλιος και θάλασσα» το οποίο καθίσταται πλέον λιγότερο ελκυστικό για μεγάλες ομάδες της διεθνούς πελατείας. Θα χρειαστούν επενδύσεις σε υψηλής στάθμης υποδομές, όχι μόνο ξενοδοχειακές αλλά και δημόσιες, και εστίαση σε ειδικές μορφές τουρισμού. Θα περάσουν κάποια χρόνια πριν φτάσουμε πάλι στους αριθμούς του 2019 στις αφίξεις, αυτή τη φορά όμως με άλλο προϊοντικό μείγμα και άλλη , υψηλότερη, δαπάνη ανά επίσκεψη. Αντίστοιχα ισχύουν και για την εστίαση και την ψυχαγωγία.

Καθώς τα μέτρα θα αποσύρονται σταδιακά, υπάρχει κίνδυνος ενός νέου σοκ στην οικονομία;

Ο βασικότερος κίνδυνος κατά τη γνώμη μου είναι αυτός της αργοπορημένης ή ελλιπούς αναπροσαρμογής στις νέες ανάγκες, που θα αφήσουν τη χώρα και τις επιχειρήσεις της πίσω στο νέο διεθνή καρταμερισμό εργασίας. Χωρίς να υποτιμώ την πιθανότητα νέων κυμάτων της πανδημίας ή τη σημασία του μαξιλαριού που προσφέρουν τα έκτακτα μέτρα στήριξης, θεωρώ ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι αυτός της δομικής καθυστέρησης και αυτός δεν αντιμετωπίζεται με έκτακτες ενισχύσεις. Η χώρα έχει ένα πολύτιμο εργαλείο, κεφάλαια €80δις από το νέο ΕΣΠΑ και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης για να υποστηρίξει τη στροφή προς την ψηφιακή και πράσινη οικονομία. Εάν δεν εκμεταλλευτεί επαρκώς αυτό το εργαλείο, υπάρχει ο κίνδυνος πιο μόνιμης υστέρησης.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν το υψηλότερο ποσοστό «κόκκινων δανείων» στην Ευρώπη. Σύμφωνα δε με τις εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς και τις δηλώσεις του Διοικητή της ΤτΕ, τα νέα «κόκκινα δάνεια» που φέρνει η πανδημία θα διαμορφωθούν σε 8-10 δις ευρώ. Είναι ρεαλιστικό αυτό το σενάριο; Πώς προετοιμάζονται οι τράπεζες για το 2021;

Είναι εξαιρετικά δυσχερές να προβλέψει κάποιος την ακριβή πορεία των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ), διότι αυτή είναι συνάρτηση της πορείας του ΑΕΠ, η οποία με τη σειρά της υπόκειται σε μεγάλες αβεβαιότητες λόγω της απρόβλεπτης πορείας της πανδημίας. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η αρχική εκτίμηση του Διοικητή της ΤτΕ είχε διατυπωθεί πριν καταστούν διαθέσιμα μέτρα στήριξης, όπως το πρόγραμμα «Γέφυρα» που καλύπτει τα δάνεια με εχέγγυο την πρώτη κατοικία και το πρόγραμμα εγγυοδοσίας που απευθύνεται κυρίως στα δάνεια των πιο μεγάλων επιχειρήσεων. Επικουρικά αυτών και οι τράπεζες προσφέρουν κάποια προγράμματα ώστε η επαναφορά στην κανονική ροή εξυπηρέτησης των δανείων να είναι πιο ομαλή. Με αυτά τα εργαλεία διαθέσιμα, καθώς και με την προϋπόθεση της αποφυγής πολύ αρνητικών σεναρίων στην ανάπτυξη και επιβαρυντικών θεσμικών παρεμβάσεων, είναι εφικτό η τελική επιβάρυνση να είναι διαχειρίσιμη.

Οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν το πρόγραμμα στήριξης της ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας, ενίσχυσης της τακτικής τους κερδοφορίας και μείωσης των ΜΕΔ, είτε με οργανικά μέσα, είτε με τη χρήση τιτλοποιήσεων ή άλλων εργαλείων. Αξίζει εδώ να αναφέρω ότι η Eurobank έχει ισχυρό προβάδισμα σε αυτό τον τομέα, καθώς μετά τις τιτλοποιήσεις Pillar και Cairo έχει ήδη επιτύχει λόγο ΜΕΔ προς συνολικά δάνεια στην περιοχή του 15%.

Η ύφεση αναμένεται να αγγίξει το 7%-10%. Ποια είναι η δική σας αίσθηση και πόσος χρόνος θα χρειαστεί για να επιστρέψουμε στα επίπεδα του 2019;

Αν και, όπως ανέφερα, οι αβεβαιότητες παραμένουν μεγάλες, η πιθανότητα η ύφεση να παραμείνει σε μονοψήφια επίπεδα είναι συνάρτηση της έκτασης των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης τα οποία λαμβάνονται. Η σημαντικότερη όμως ερώτηση παραμένει αυτή των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης. Με την προϋπόθεση ότι θα προχωρήσουν ταχέως οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και θα υπάρξει ισχυρή απορρόφηση και αποτελεσματική χρήση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ο στόχος πρέπει να είναι η οικονομία να επιστρέψει στα μεγέθη του 2019 εντός του πρώτου εξαμήνου του 2022 και να καλύψει το χαμένο έδαφος από το μονοπάτι ανάπτυξης το οποίο εκτιμούσαμε προ πανδημίας εντός της δεκαετίας. Θα είναι μία δύσκολη προσπάθεια και θα απαιτήσει όλοι μας, κράτος, τράπεζες και επιχειρήσεις να εργαστούμε συστηματικά και με σχέδιο. Είναι όμως εφικτό.