«Ταύρος» για τις ελληνικές τράπεζες η Oliver Wyman: Ισχυρή ανάκαμψη παρά την πανδημία

Ισχυρή ανάκαμψη σημείωσαν οι ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με όσα αναφέρει στην έκθεσή της European Banking Report 2021 η κορυφαία παγκοσμίως συμβουλευτική εταιρεία Oliver Wyman

Ισχυρή ανάκαμψη σημείωσαν οι ελληνικές τράπεζες παρά το χτύπημα που δέχτηκαν από την πανδημία, σύμφωνα με όσα αναφέρει στην έκθεσή της European Banking Report 2021 η κορυφαία παγκοσμίως συμβουλευτική εταιρεία Oliver Wyman. 

Πιο συγκεκριμένα, τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα βρέθηκαν στην κορυφαία πεντάδα στην Ευρώπη αξιοποιώντας τα μέτρα στήριξης και τις μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, που βοήθησαν στην εξυγίανση των ισολογισμών τους και στη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ανέκαμψε έπειτα από ένα πολύ δύσκολο έτος (2020), παρότι η χώρα υιοθέτησε τα πλέον αυστηρά μέτρα για την αποτροπή διασποράς των κρουσμάτων κορωνοϊού.

Σύμφωνα με την Oliver Wyman, αυτό ήταν άθλος, από τη στιγμή που η βαριά βιομηχανία της χώρας, ο Τουρισμός, στη Νότια Ευρώπη υπέστη καθίζηση εσόδων 60%, με αποτέλεσμα το χτύπημα στις τράπεζες να είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Σε αυτό το περιβάλλον, τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όχι μόνο αποδείχθηκαν ανθεκτικά, αλλά και τα έσοδά τους αυξήθηκαν κατά 7,6% σε ετήσια βάση – κυρίως μέσω αναδιάρθρωσης κεφαλαίων, κινδύνων, τραπεζικού και ψηφιακού μετασχηματισμού.

Την ίδια στιγμή, οι προβλέψεις επί επισφαλειών στην ΕΕ έχουν αυξηθεί σχεδόν παντού – κυμαινόμενες από 2,5% έως 43% – με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να εντοπίζονται στις οικονομίες που υιοθέτησαν την τακτική των lockdowns, καθώς οι τράπεζες, και δη οι ελληνικές (11,3%), εκτιμούσαν αυξημένα ποσοστά αθέτησης πληρωμών.

Ο κίνδυνος και η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων παρουσίασαν παρόμοιο μοτίβο (στην Ελλάδα, -3,8% και -7,2%, αντίστοιχα).

Φυσικά, τα έσοδα επλήγησαν και από τα έκτακτα κυβερνητικά μέτρα στήριξης και τα moratoria πληρωμών.

Κατά τ’ άλλα, στην ετήσια μελέτη για το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, η Oliver Wyman συμπυκνώνει τα βασικά συμπεράσματά της στη φράση «οι ευρωπαϊκές τράπεζες είτε θα εκπέσουν σταδιακά σε καθεστώς Utilities είτε θα μετεξελιχθούν σε παρόχους μεγάλης γκάμας συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τους πελάτες τους». Όσες δεν δράσουν αποφασιστικά, κινδυνεύουν είτε να περιθωριοποιηθούν, είτε να εξαναγκαστούν να παίξουν έναν υποστηρικτικό ρόλο, χωρίς να είναι οι ίδιες οδηγοί των εξελίξεων.  

Οι προκλήσεις για το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα

Το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα αποδείχθηκε ανθεκτικό κατά τη διάρκεια μιας από τις πιο απότομες υφέσεις που έχει σημειωθεί ποτέ σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως αναφέρει η Oliver Wyman.

Τα κεφαλαιακά επίπεδα που συσσωρεύτηκαν μετά την οικονομική κρίση αποδείχθηκαν επαρκή, ενώ η πρωτοφανής κυβερνητική στήριξη προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά άμβλυνε ή ανέβαλε τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα έσοδα μειώθηκαν έως και 11% ενώ τα σταθμισμένα περιουσιακά στοιχεία (RWA) μειώθηκαν κατά 5% στις πιο σοβαρές περιπτώσεις. Η δε απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) είναι μικρότερη από 4%.

Σε κάθε περίπτωση, οι τράπεζες πρέπει να αντιμετωπίσουν πέντε προκλήσεις καθώς η Ευρώπη κινείται προς την ανάκαμψη:

  1. Καθώς τελειώνει η περίοδος της πανδημίας, οι τράπεζες θα πρέπει να «χαλαρώσουν» τα προγράμματα δανεισμού έκτακτης ανάγκης, ελαχιστοποιώντας τις περιπτώσεις αφερεγγυότητας και τον αριθμό των εταιρειών-ζόμπι. Οι τράπεζες και άλλοι χρηματοοικονομικοί πάροχοι του ιδιωτικού τομέα μπορεί να χρειαστεί να επενδύσουν σε βιώσιμες αλλά υπερβολικά μοχλευμένες εταιρείες. Ένα επιτυχημένο «πέρασμα» από τα προγράμματα έκτακτης ανάγκης θα διασφαλίσει ότι τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα εξοικονομήσουν 40 δισεκατομμύρια ευρώ.
  1. Οι τράπεζες θα πρέπει να επανακαθορίσουν τον ρόλο τους. Το Ταμείο Ανάκαμψης και η Ένωση Κεφαλαιαγορών (CMU) αναδύονται αργά, κάνοντας μια μακροπρόθεσμη στροφή για χρηματοδότηση από την αγορά. Τα κεφάλαια ύψους 750 δισ. ευρώ του προγράμματος Next Generation EU, αντιστοιχούν σε περίπου 16% των υπαρχόντων δανείων προς μη-χρηματοπιστωτικές εταιρείες, ενώ μέσω της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (Capital Markets Union – CMU) υπάρχει η δυνατότητα αύξησης της χρηματοδότησης εταιρειών από την αγορά (market based financing) από το 25% στο 50%. Σε αυτό το πλαίσιο, οι τράπεζες θα πρέπει να αποτελέσουν έμπιστοι σύμβουλοι των πελατών τους.
  1. Πολύ σημαντικό είναι το διακύβευμα της ενεργειακής μετάβασης και η κρίση βιωσιμότητας. Όπως εκτιμάται, πρέπει να επενδυθούν 1,5 έως 2 τρισ. ευρώ στην πράσινη οικονομία στην Ευρώπη. Οι τράπεζες έχουν δεσμευτεί ότι θα επιτύχουν μηδενικές εκπομπές άνθρακα στο χαρτοφυλάκιο δανείων τους έως το 2050, ωστόσο οι δεσμεύσεις αυτές είναι πολύ μακροπρόθεσμες και δεν εξυπηρετούν άμεσα την αντίστοιχη μετάβαση της πραγματικής οικονομίας. Για να επιτύχουν τους στόχους τους, οι τράπεζες θα πρέπει να έχουν ενεργητικό ρόλο σε όλες τις μεταβατικές πρωτοβουλίες.
  1. Είναι πολύ πιθανό τα επόμενα 10 χρόνια οι νέοι τρόποι πρόσβασης σε τραπεζικά προϊόντα να αποτελούν το 10% των δανείων, καταθέσεων, συναλλάγματος και πληρωμών για πελάτες λιανικής και ΜμΕ. Δεδομένου ότι αυτά τα νέα οικοσυστήματα τείνουν να παρέχουν βραχυπρόθεσμα, προϊόντα με υψηλότερα περιθώρια κέρδους, αυτό το ποσοστό θα μπορούσε να ισοδυναμεί με έσοδα έως και 40 δισ. ευρώ. Οι τράπεζες θα πρέπει να είναι αποφασιστικές σε αυτόν τον τομέα, ώστε να μπορέσουν να ανταγωνιστούν τις ταχέως αναπτυσσόμενες εταιρείες fintech.
  1. Τα ψηφιακά νομίσματα των κεντρικών τραπεζών (CBDC), ως αποτέλεσμα ανησυχιών που σχετίζονται με τις γεωπολιτικές και νομισματικές πολιτικές, είναι προ των πυλών. Η πιθανή μετακίνηση ενός ποσοστού καταθέσεων 20% σε CBDC θέτει σε κίνδυνο τραπεζικά έσοδα από 10 δισεκ ευρώ έως 25 δισεκ. ευρώ. Ως εκ τούτου, το χρηματοπιστωτικό σύστημα πρέπει να υιοθετήσει μια συνεργατική προσέγγιση με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τις ρυθμιστικές αρχές, ώστε να εντοπίσει και προτείνει συστημικές βελτιώσεις.

Συμπέρασμα 

Οι τράπεζες έχουν την ευκαιρία να αναλάβουν σημαντικό ηγετικό ρόλο στην οικονομία με τρόπο πολύ διαφορετικό από το πρόσφατο παρελθόν.

Ως εκ τούτου, θα έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν μια ισχυρότερη αίσθηση σκοπού, όντας μέρος της λύσης σε σημαντικά ζητήματα.

Ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτό, χρειάζεται μια νέα νοοτροπία σχετικά με τον ρόλο των τραπεζών, καθώς και η ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων και υποδομών.

Όσες τράπεζες δεν επιλέξουν να δράσουν αποφασιστικά, κινδυνεύουν είτε να περιθωριοποιηθούν είτε να εξαναγκαστούν να παίξουν έναν υποστηρικτικό ρόλο.