The Time has Come: Η έρευνα της KPMG για τη βιώσιμη ανάπτυξη

The Time has Come: Η έρευνα της KPMG για τη βιώσιμη ανάπτυξη

Η KPMG, πιστή στις αρχές της να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις στο χώρο της βιώσιμης ανάπτυξης, διενήργησε το 2020 την 11η, από το 1993, σχετική έρευνα. 

H έρευνα πραγματοποιήθηκε από την KPMG IMPACT, µια νέα πρωτοβουλία των εταιρειών της KPMG, η οποία συγκεντρώνει επαγγελµατίες και εξειδικευµένα στελέχη από τον παγκόσµιο οργανισµό της KPMG για την υποστήριξη της υλοποίησης των Στόχων Βιώσιµης Ανάπτυξης των Ηνωµένων Εθνών (SDGs).

Στην έρευνα συµµετείχαν 52 γραφεία της KPMG απ’ όλο τον κόσµο, όπου το κάθε ένα ανέλαβε να εξετάσει τις 100 µεγαλύτερες (N100), βάσει εσόδων, εταιρείες της χώρας στην οποία δραστηριοποιείται µε καθορισµένα κριτήρια, αξιοποιώντας αποκλειστικά το δηµοσίως διαθέσιµο υλικό όπως εταιρικές ιστοσελίδες, απολογισµοί βιώσιµης ανάπτυξης, ετήσιες οικονοµικές καταστάσεις κ.α. Επιπλέον, αντικείµενο της έρευνας αποτέλεσαν και οι 250 µεγαλύτερες (G250) εταιρείες του Fortune 500 για το 2019.

Τα κύρια θέματα της φετινής έρευνας ήταν:

  • Οι διεθνείς τάσεις στους απολογισµούς βιώσιµης ανάπτυξης.
  • Οι κίνδυνοι από την απώλεια της βιοποικιλότητας.
  • Οι κίνδυνοι που αφορούν στην κλιµατική αλλαγή και τη µείωση των εκποµπών άνθρακα.
  • Οι Στόχοι Βιώσιµης Ανάπτυξης των Ηνωµένων Εθνών.

Τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας συνοψίζονται παρακάτω:

  • Το 80% των Ν100 δηµοσιεύουν στοιχεία βιώσιµης ανάπτυξης µε το αντίστοιχο ποσοστό να ανέρχεται σε 96% στις G250.
  • Το «Global Reporting Initiative» (GRI) παραµένει το κυρίαρχο πρότυπο για τη σύνταξη των απολογισµών βιώσιµης ανάπτυξης, τόσο για τις Ν100 (66%) όσο και για τις G250 (75%).
  • Η περιοχή µε το µεγαλύτερο ποσοστό δηµοσιευµένων στοιχείων βιώσιµης ανάπτυξης είναι η Βόρεια Αµερική µε περίπου 90%.
  • Η εξωτερική διασφάλιση (assurance) των στοιχείων βιώσιµης ανάπτυξης που περιέχονται στους απολογισµούς είναι πλέον συνήθης πρακτική παγκοσµίως.
  • Ιαπωνία, Μεξικό, Μαλαισία, Ινδία, ΗΠΑ, Σουηδία, Ισπανία, Γαλλία, Νότια Αφρική και Ηνωµένο Βασίλειο αποτελούν το «Top10» στη δηµοσίευση στοιχείων βιώσιµης ανάπτυξης.
  • Λιγότερο από το 20% των Ν100 δηµοσιεύουν στοιχεία αναφορικά µε τους κινδύνους που απορρέουν από την απώλεια της βιοποικιλότητας, µε τη Λατινική Αµερική να πρωτοστατεί στη δηµοσίευση τέτοιων στοιχείων και τη Β. Αµερική να υστερεί.
  • Το 43% των Ν100 και το 56% των G250 αναγνωρίζουν πλέον στους απολογισµούς τους τους χρηµατοοικονοµικούς κινδύνους που απορρέουν από την κλιµατική αλλαγή.
  • Περίπου το 66% των Ν100 και το 75% των G250 έχουν θέσει στόχους για µείωση των εκποµπών διοξειδίου του άνθρακα.
  • Η πλειοψηφία τόσο των Ν100 (68%) όσο και των G250 (72%) συσχετίζει τους απολογισµούς βιώσιµης ανάπτυξης µε τα SDGs, αν και συχνά παρατηρείται αναντιστοιχία µεταξύ των SDGs και των εταιρικών στόχων που έχουν τεθεί.
  • Οι SDGs που συνδέονται µε την οικονοµική ανάπτυξη, τη δράση για το κλίµα και την υπεύθυνη κατανάλωση είναι οι πλέον συνήθεις. Στον αντίποδα βρίσκονται εκείνοι που αφορούν την προστασία της βιοποικιλότητας.

Η KPMG µέσα από την έρευνα αυτή εντόπισε σηµαντικές αλλαγές σε σχέση µε την κατάσταση που επικρατούσε πριν περίπου 30 χρόνια όταν πρωτοξεκίνησε το εγχείρηµα, όπου µόλις το 12% των εταιρειών δηµοσίευαν απολογισµούς βιώσιµης ανάπτυξης.

Η θεαµατική αυτή µεταστροφή δεν οφείλεται µόνο στην εµφάνιση και εφαρµογή νέων νόµων και κανονισµών αλλά και στην κατανόηση και αλλαγή κουλτούρας που επήλθε στον χρηµατοοικονοµικό τοµέα για τη δυναµική που παρουσιάζουν τα ζητήµατα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης (ESG – Environmental, Social and Governance) στη χρηµατοοικονοµική απόδοση και την αξία (corporate value) ενός οργανισµού.

Συνεπώς, οι οργανισµοί οι οποίοι δεν δηµοσιεύουν ακόµα στοιχεία βιώσιµης ανάπτυξης θα πρέπει ενδεχοµένως να αναθεωρήσουν τη στάση τους µιας και σύντοµα οι διεθνείς πρακτικές και εξελίξεις θα τους έχουν ξεπεράσει. Ως KPMG θεωρούµε πως οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα θα πρέπει να ενσκήψουν επί των ζητηµάτων της έρευνας, όπως αυτό της βιοποικιλότητας η οποία επηρεάζει και επηρεάζεται από τη λειτουργία µιας επιχείρησης, και να δώσουν τη δέουσα προσοχή µιας είναι πιθανό ότι λίαν συντόµως θα ερωτηθούν για τις σχετικές ενέργειες που έχουν λάβει από επενδυτές, πιστωτές, ασφαλιστικές εταιρείες, πελάτες κ.α. Ειδικά στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα οι εποπτικές αρχές δείχνουν ιδιαίτερη κινητικότητα µέσω αρχικών οδηγιών και κειµένων υπό διαβούλευση προς τα πιστωτικά ιδρύµατα, γεγονός που καταδεικνύει την αυξανόµενη βαρύτητα των θεµάτων ESG (Environmental, Social and Governance) στον συγκεκριµένο κλαδο.