Τι σημαίνουν τα αρνητικά επιτόκια για την ελληνική οικονομία- Η επόμενη ημέρα

Μπορεί η έκδοση έντοκων γραμματίων με αρνητική απόδοση να θεωρήθηκε ως ένα ακόμη θετικό σημάδι για την ελληνική οικονομία, αλλά η πρόκληση της αναπτυξιακής στρατηγικής παραμένει.

Η ανακοίνωση ότι η τελευταία έκδοση των τρίμηνων εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου είχε αρνητική απόδοση, αποτελεί άλλο ένα σημαντικό νέο για την ελληνική οικονομία. Ήρθε μάλιστα μία μέρα μετά από το επιπλέον άνοιγμα του δεκαετούς ομολόγου με το πολύ χαμηλό επιτόκιο του 1,5%

Η αρνητική απόδοση στα έντοκα γραμμάτια σημαίνει ότι στο τέλος η ονομαστική αξία που θα εισπράξει ο κάτοχος στη λήξη τους θα είναι μικρότερη από την τιμή πώλησης. Με αυτό τον τρόπο και η Ελλάδα μπαίνει στα αρνητικά επιτόκια, που ως φαινόμενο ήδη καταγράφονται στην ευρωπαϊκή οικονομία.

Τα αρνητικά επιτόκια εμφανίζονται ύστερα από αλλεπάλληλα κύματα μείωσης των επιτοκίων ως εργαλείου τόνωσης της οικονομίας. Σημειώνουμε εδώ ότι αρνητικά επιτόκια στην Ευρώπη καταγράφονται και σε καταθέσεις, όπου πλέον ο καταθέτης ουσιαστικά πληρώνει για να μπορεί να καταθέσει. Σε ένα τέτοιο τοπίο δεν είναι παράλογο να είναι θελκτικά έντοκα γραμμάτια με οριακά αρνητικό επιτόκιο.

Ας μην ξεχνάμε ότι οι επενδυτές δεν προκρίνουν χρεόγραφα τέτοιου είδους απλώς για την απόδοσή του αλλά και για το ότι αποτελούν σίγουρα πεδία για να τοποθετηθούν σε μια συγκεκριμένη στιγμή.

Γιατί είναι σημαντική η παραπέρα υποχώρηση των επιτοκίων

Προφανώς και δεν υπάρχει μια άμεση διασύνδεση ανάμεσα στα χαμηλά επιτόκια σε μια έκδοση εντόκων γραμματίων και την πραγματική οικονομία.

Μάλιστα, υπάρχει και ο αντίλογος ότι σε μεγάλο βαθμό η τρέχουσα υποχώρηση των επιτοκίων διεθνώς αποτυπώνει περισσότερο μια συνθήκη αποπληθωρισμού και ύφεσης. Η παρατήρησή αυτή εντοπίζει μια πλευρά της πραγματικότητας, αλλά στην ελληνική περίπτωση έχει και τη διάσταση της εξόδου από τα υπερβολικά υψηλά επιτόκια της περιόδου που η χώρα αντιμετωπιζόταν ως χρεοκοπημένη.

Το βασικό είναι ότι αυτή η παρατεταμένη μείωση των επιτοκίων και των αποδόσεων των τίτλων του ελληνικού δημοσίου όχι μόνο στις νέες εκδόσεις αλλά και στη δευτερογενή αγορά ανοίγουν το δρόμο για μια συνολική αναβάθμιση της ελληνικής πιστοληπτικής ικανότητας.

Το ερώτημα της αξιολόγησης από τους διεθνείς οίκους

Υπενθυμίζουμε εδώ ότι ακόμη τα ελληνικά ομόλογα δεν χαρακτηρίζονται επενδυτικής βαθμίδας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης. Αυτό σε μεγάλο βαθμό αντανακλά κρίσιμες παραμέτρους της ελληνικής οικονομίας. Η πρώτη είναι ότι το δημόσιο χρέος παραμένει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα και αυτό δύσκολα μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μας σε ένα χαρακτηρισμό ως εν γένει αξιόχρεης.

Η δεύτερη είναι ότι εξακολουθούν να μην έχουν ολοκληρωθεί οι διαρθρωτικές αλλαγές τις οποίες τόσο οι δανειστές μας όσο και οι οίκοι αξιολόγησης θεωρούν αναγκαίες για να μπορέσει να επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης η ελληνική οικονομία.

Το να μην χαρακτηρίζονται τα ελληνικά ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας εξακολουθεί να παραμένει πρόβλημα παρά την εντυπωσιακή υποχώρηση των αποδόσεων και των επιτοκίων.

Ο λόγος είναι ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε τοποθετήσεις που γίνονται εντός συγκυριακών δυναμικών και τοποθετήσεις που ακολουθούν την παραδοχή ότι ορισμένοι τίτλοι αποτελούν όντως ασφαλές καταφύγιο.

Οι συγκυριακές τοποθετήσεις σήμερα και στα ελληνικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια αντανακλούν την επιλογή επενδυτών να αποφύγουν άλλες μορφές επένδυσης και να αναζητήσουν κρατικούς τίτλους.

Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό αντανακλαστικό, όταν υπάρχει η διάχυτη αίσθηση μιας επικείμενης ύφεσης. Αυτού του είδους οι τοποθετήσεις είναι διαφορετικές από τις τοποθετήσεις σε ομόλογα αξιολογημένα σε επενδυτική βαθμίδα που αναλογούν σε επενδυτές που επιδιώκουν να ισχυροποιήσουν το χαρτοφυλάκιό τους.

Επιπλέον, τυχόν αναβάθμιση της αξιολόγησης των ελληνικών ομολόγων σε επενδυτική βαθμίδα θα έχει μια άλλη θετική επίπτωση. Θα σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πληροί πλέον μία από τις βασικές προϋποθέσεις για να ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια σημαντική ένεση ρευστότητας προς τις τράπεζες και κατ’ επέκταση στην πραγματική οικονομία.

Ο δύσκολος δρόμος της ανάπτυξης

Το ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό και κάτω από  ποιες προϋποθέσεις τέτοια ενθαρρυντικά σημάδια μπορούν να μεταφραστούν σε μια αναπτυξιακή δυναμική. Ακόμη περισσότερο: με ποιο τρόπο θα μετατραπούν σε μια αναπτυξιακή δυναμική που θα έχει θετική επίπτωση στις ζωές των κατοίκων αυτής της χώρας.

Η πρώτη δυσκολία αφορά την εξασφάλιση ότι οι θετικές τάσεις στα ελληνικά χρεόγραφα θα περάσουν στην πραγματική οικονομία. Αυτή τη στιγμή ο ωφελημένος είναι το ελληνικό δημόσιο που βλέπει να μειώνεται το κόστος δανεισμού του. Αυτό έχει και υπαρκτή θετική δημοσιονομική επίπτωση. Τι γίνεται, όμως, με την υπόλοιπη οικονομία;

Εδώ το κλειδί βρίσκεται στο πώς όλα αυτά θα οδηγήσουν στην παροχή ρευστότητας από τις τράπεζες. Δεν υπάρχει δυνατότητα υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και επενδύσεων, ιδίως στις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις που δεν μπορούν να αντλήσουν απευθείας από τις κεφαλαιαγορές όπως οι μεγάλες επιχειρήσεις, χωρίς φτηνότερο δανεισμό. Όμως, στην Ελλάδα το κόστος δανεισμού παραμένει υψηλό και το κυριότερο οι τράπεζες είναι φειδωλές γιατί έχουν το πρόβλημα με τα «κόκκινα δάνεια».

Αυτό δεν απαιτεί μόνο αλλαγή πολιτικής από τις τράπεζες, αλλά και επίλυση του προβλήματος με τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Αυτό θα μειώσει τον όγκο του «κόκκινων δανείων» και θα επιτρέψει νέο αυξημένο δανεισμό με ευνοϊκούς όρους. Γι’ αυτό πολλά θα κριθούν από το εάν θα προχωρήσει το «Σχέδιο Ηρακλής».

 

Το ζήτημα του αναπτυξιακού σχεδίου

Ακόμη και εάν εξομαλυνθεί η κατάσταση ως προς την πρόσβαση των επιχειρήσεων σε τραπεζικό δανεισμό, αυτό δεν σημαίνει αυτόματη ανάπτυξη. Απαιτείται και μια αναπτυξιακή στρατηγική.

Η κυβέρνηση επιμένει ότι η βελτίωση του οικονομικού κλίματος θα προσελκύσει ξένες άμεσες επενδύσεις που θα ενισχύσουν την αναπτυξιακή δυναμική. Γι’ αυτό προβάλλει τις λεγόμενες «εμβληματικές επενδύσεις» όπως το Ελληνικό. Όμως, την ίδια στιγμή η υποχώρηση της διεθνούς οικονομίας το 2019, με πιθανή την εμφάνιση ανοιχτών υφεσιακών τάσεων το 2020, μπορεί να κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα.

Στις δυσκολίες αυτές προτίθενται και τα προβλήματα από τον εμπορικό πόλεμο που έχουν κηρύξει οι ΗΠΑ αλλά και από τις διαφαινόμενη τάση να περιοριστεί η πρόσβαση κινεζικών επενδύσεων και στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Είναι πιθανό το επόμενο διάστημα να υπάρξουν πιέσεις στις εξαγωγές, στον τουρισμό αλλά και σε ορισμένες επενδύσεις

Με αυτή την έννοια αναβαθμίζεται η σημασία της ενδογενούς δυναμικής της ελληνικής οικονομίας. Μόνο που αυτό αναδεικνύει άλλες προκλήσεις.

– Την ανάγκη να υπάρξει βιομηχανική πολιτική που να δώσει έμφαση στη διαμόρφωση συνθηκών για επενδύσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία και «πράσινο» αποτύπωμα.

– Την έμφαση σε επενδύσεις στις οποίες το πρόβλημα δεν είναι ούτε οι δασάρχες ούτε οι αρχαιολόγοι, αλλά οι τεχνολογικές υποδομές, οι συνέργειες με την έρευνα και τα πανεπιστήμια και η συγκράτηση στη χώρα δυναμικού υψηλής ειδίκευσης.

– Την ανάγκη να τροφοδοτηθεί και η εσωτερική κατανάλωση, είτε αυτό αφορά τις επιχειρήσεις είτε τα νοικοκυριά.

Δεν αρκούν τα θετικά σημάδια, χρειάζεται στροφή στην πραγματική οικονομία

Μέχρι τώρα η συζήτηση γι’ αυτά τα σημάδια περιορίζεται στη διαρκή αναζήτηση θετικών σημαδιών και την απαρίθμηση «ψήφων εμπιστοσύνης» από τις αγορές. Χωρίς κανείς να υποτιμά τη σημασία του κλίματος, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι δεν αρκεί.

Το πέρασμα από τα «θετικά σημάδια» στην πραγματική ανάπτυξη που θα έχει αποτέλεσμα απτό στην κοινωνία απαιτεί να ενασχόληση με τα ζητήματα της πραγματικής οικονομίας.