Το deal cycle επέστρεψε – Πως το «διαβάζει» η Morgan Stanley
- 30/01/2026, 09:00
- SHARE
Το 2026 διαμορφώνεται, σύμφωνα με τη Morgan Stanley, ως χρονιά ορόσημο για τις συγχωνεύσεις και εξαγορές. Η επιτάχυνση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, η αυξανόμενη ανάγκη των private-equity funds να αποδεσμεύσουν κεφάλαια από ώριμα χαρτοφυλάκια και η επιστροφή επιθετικών διασυνοριακών επενδυτών συνθέτουν το υπόβαθρο για έναν νέο, πολυετή ανοδικό κύκλο στο παγκόσμιο M&A. Ήδη, το 2025 κατέγραψε άνοδο περίπου 40% στους όγκους συναλλαγών και ιστορικά υψηλό αριθμό πολύ μεγάλων συμφωνιών, σηματοδοτώντας το τέλος μιας περιόδου επιφυλακτικότητας και αναβολών. Ωστόσο εφέτος, δεν εκλαμβάνεται απλώς ως συνέχεια της ανάκαμψης. Αναδεικνύεται ως έτος στο οποίο δομικές μεταβολές και όχι συγκυριακοί παράγοντες αρχίζουν να καθορίζουν τις στρατηγικές αποφάσεις. Ο νέος κύκλος δεν στηρίζεται στο φθηνό χρήμα ή στη μόχλευση, αλλά σε βαθύτερες αλλαγές, τον μετασχηματισμό που επιφέρει η AI, την αναζήτηση κλίμακας, τη διαχείριση κεφαλαίου σε περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων και τη διεθνοποίηση της εταιρικής στρατηγικής. Αν αυτές οι δυνάμεις παραμείνουν ευθυγραμμισμένες, το 2026 ενδέχεται να σηματοδοτήσει την απαρχή ενός πιο ώριμου και διατηρήσιμου κεφαλαίου στην ιστορία του παγκόσμιου M&A.
Η επιστροφή της κλίμακας και ο ρόλος της AI
Στον πυρήνα της νέας αυτής φάσης βρίσκεται η τεχνητή νοημοσύνη. Η ταχεία ανάπτυξη των υποδομών AI, από data centers έως εξειδικευμένο hardware, έχει μετατρέψει την κλίμακα από ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε στρατηγική αναγκαιότητα. Μεγάλες εταιρείες, ιδιαίτερα σε τεχνολογία, ενέργεια, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και βιομηχανία, στρέφονται στο M&A όχι απλώς για ανάπτυξη, αλλά για άμεση απόκτηση κρίσιμων δυνατοτήτων.
Η αγορά επιβραβεύει αυτή τη στρατηγική. Οι μεγαλύτερες εταιρείες διαπραγματεύονται με υψηλότερους πολλαπλασιαστές αποτίμησης και εμφανίζουν ανθεκτικότερα περιθώρια κερδοφορίας μια τάση που ενισχύθηκε στη διάρκεια κρίσεων και πλέον θεωρείται διαρθρωτική. Για πολλά διοικητικά συμβούλια, οι εξαγορές αποτελούν τον ταχύτερο τρόπο να καλυφθούν τεχνολογικά κενά σε έναν αγώνα δρόμου όπου ο χρόνος έχει μεγαλύτερη αξία από την οργανική ανάπτυξη.
Τα Private equity παγιδευμένο ανάμεσα στην έξοδο και την ευκαιρία
Αν οι εταιρείες κινούνται από στρατηγική ανάγκη, τα private-equity funds κινούνται υπό πίεση. Χιλιάδες εταιρείες παραμένουν στα χαρτοφυλάκιά τους για χρονικά διαστήματα πολύ μεγαλύτερα από τον αρχικό επενδυτικό σχεδιασμό. Τα υψηλά επιτόκια και οι φιλόδοξες αποτιμήσεις της περιόδου 2019-2021 δυσκόλεψαν τις εξόδους, αφήνοντας πολλούς διαχειριστές αντιμέτωπους με την ανάγκη επιστροφής κεφαλαίων στους επενδυτές τους.
Την ίδια στιγμή, όμως, ο κλάδος διαθέτει ιστορικά υψηλά αποθέματα μη επενδυμένου κεφαλαίου. Αυτό το παράδοξο, πίεση για πώληση και ταυτόχρονα ισχυρή αγοραστική δύναμη, καθιστά τα private-equity funds έναν από τους βασικότερους καταλύτες της αγοράς το 2026, τόσο ως πωλητές όσο και ως αγοραστές, συχνά σε κοινοπρακτικά σχήματα με θεσμικούς επενδυτές.
Λιγότεροι όμιλοι, πιο καθαρές στρατηγικές
Παράλληλα με τις εξαγορές, ένα άλλο εργαλείο αναδεικνύεται σε κεντρικό μοχλό αξίας οι εταιρικές διασπάσεις. Οι μεγάλοι, πολύ-κλαδικοί όμιλοι βρίσκονται υπό αυξανόμενη πίεση από επενδυτές και ακτιβιστές μετόχους να απλοποιήσουν τη δομή τους. Spin-offs και carve-outs δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως αμυντικές κινήσεις, αλλά ως στρατηγικές επιλογές που επιτρέπουν σε κάθε δραστηριότητα να αποτιμηθεί με σαφέστερους όρους. Αν και αριθμητικά περιορισμένες, αυτές οι συναλλαγές έχουν δυσανάλογα μεγάλο αντίκτυπο, συχνά αναδιαμορφώνοντας ολόκληρους κλάδους και δημιουργώντας νέους, καθαρά εστιασμένους «παίκτες».
Η επιστροφή των επενδυτών
Ένα ακόμη στοιχείο που διαφοροποιεί το 2026 είναι η ενίσχυση της διασυνοριακής δραστηριότητας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν κορυφαίος προορισμός κεφαλαίων, καθώς διεθνείς εταιρείες επιδιώκουν πρόσβαση σε αγορές, τεχνολογία και πιο ανθεκτικές εφοδιαστικές αλυσίδες. Οι εμπορικές πολιτικές και οι γεωπολιτικές εντάσεις λειτουργούν, παραδόξως, ως επιταχυντές τέτοιων κινήσεων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αυξημένη δραστηριότητα ιαπωνικών εταιρειών, οι οποίες, μετά από δεκαετίες χαμηλών αποδόσεων στο εσωτερικό, αναζητούν πλέον ανάπτυξη στο εξωτερικό με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και ανταγωνιστικές προσφορές.
Τέλος, το τοπίο συμπληρώνεται από μια ώριμη πλέον αγορά μειοψηφικών επενδύσεων. Ιδιωτικές εταιρείες που παραμένουν εκτός χρηματιστηρίου αποκτούν πρόσβαση σε σημαντικά κεφάλαια χωρίς να θυσιάζουν τον έλεγχο. Αυτό μεταβάλλει τη δυναμική της προσφοράς στόχων M&A, επηρεάζοντας το πότε και υπό ποιους όρους μεγάλες εταιρείες ή funds μπορούν να προχωρήσουν σε εξαγορές.