Το ενεργειακό στοίχημα της Βενεζουέλας και ποιοι μπορεί να κερδίσουν από την πτώση του Μαδούρο
- 06/01/2026, 08:50
- SHARE
-
Ο έλεγχος της παραγωγής και των αποθεμάτων παραμένει στην κρατική Petróleos de Venezuela (PDVSA), με αμερικανικές, ρωσικές και κινεζικές εταιρείες –όπως η Chevron– να συμμετέχουν μέσω κοινοπραξιών, χωρίς όμως να κατέχουν την πλειοψηφία.
-
Η πολιτική αβεβαιότητα και οι αμερικανικές κυρώσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στον «σκιώδη στόλο» δεξαμενόπλοιων, ενδέχεται να διαταράξουν τις εξαγωγές και να προσθέσουν βραχυπρόθεσμο ασφάλιστρο κινδύνου στις τιμές του πετρελαίου, παρά τη σημερινή παγκόσμια υπερπροσφορά.
-
Παρά τα τεράστια αποδεδειγμένα αποθέματα (303 δισ. βαρέλια, περίπου 17% του παγκόσμιου συνόλου), η ανάκαμψη της πετρελαϊκής βιομηχανίας θεωρείται μακροπρόθεσμη και εξαιρετικά δαπανηρή, απαιτώντας επενδύσεις άνω των 10 δισ. δολαρίων ετησίως και ένα σταθερό πολιτικό και ασφαλές περιβάλλον.
Η επιχείρηση των ΗΠΑ κατά του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο έχει φέρει τους επενδυτές ενώπιον του ερωτήματος ποιος ελέγχει τους ενεργειακούς πόρους της χώρας και αν και κατά πόσο αυτοί μπορούν να αναβιώσουν μετά από δεκαετίες στασιμότητας.
Προς το παρόν, η απάντηση μπορεί να φαίνεται απλή, γράφει το CNBC. «Η Petróleos de Venezuela (PDVSA), η κρατική εταιρεία πετρελαίου, ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και των αποθεμάτων πετρελαίου», δήλωσε ο Andy Lipow, πρόεδρος της συμβουλευτικής Lipow Oil Associates.
Η αμερικανική Chevron δραστηριοποιείται στη χώρα μέσω της δικής της παραγωγής, αλλά και κοινοπραξίας με την PDVSA, ενώ ρωσικές και κινεζικές εταιρείες συμμετέχουν επίσης μέσω συνεργασιών. Ωστόσο, ο έλεγχος της πλειοψηφίας εξακολουθεί να ανήκει στην PDVSA.
Η Βενεζουέλα εθνικοποίησε την πετρελαϊκή της βιομηχανία τη δεκαετία του 1970, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία της PDVSA. Η παραγωγή πετρελαίου κορυφώθηκε σε περίπου 3,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα το 1997, αλλά έκτοτε έχει μειωθεί σε περίπου 950.000 βαρέλια την ημέρα, με περίπου 550.000 βαρέλια να εξάγονται ημερησίως, σύμφωνα με στοιχεία της Lipow Oil Associates.
Εάν σχηματιστεί λίγο ως πολύ φιλοαμερικανική-φιλοεπενδυτική κυβέρνηση, η Chevron θα έχει προβάδισμα στο νέο τοπίο, επεκτείνοντας τον ρόλο της, δήλωσε ο Saul Kavonic, επικεφαλής ενεργειακών ερευνών στην MST Financial. Ενδεχομένως θα επωφεληθούν και ευρωπαϊκές εταιρείες, όπως η Repsol και η Eni, δεδομένων των υφιστάμενων θέσεών τους στη Βενεζουέλα, πρόσθεσε.
Οποιαδήποτε αλλαγή καθεστώτος θα μπορούσε να διαταράξει την εμπορική αλυσίδα που διατηρεί τη ροή των βαρελιών της Βενεζουέλας, προειδοποιούν ειδικοί του κλάδου.
«Δεδομένου ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι σαφές ποιος κάνει το κουμάντο στη Βενεζουέλα, δεν αποκλείεται και να σταματήσουν εντελώς οι εξαγωγές, καθώς οι αγοραστές δεν ξέρουν σε ποιον να στείλουν τα χρήματα», δήλωσε ο Lipow. Ο τελευταίος γύρος αμερικανικών κυρώσεων στον σκιώδη στόλο έχει επηρεάσει σοβαρά τις εξαγωγές, αναγκάζοντας τη Βενεζουέλα να μειώσει την παραγωγή, συμπλήρωσε.
Πρόκειται για τα «γκρίζα» δεξαμενόπλοια που λειτουργούν εκτός των παραδοσιακών ναυτιλιακών, ασφαλιστικών και ρυθμιστικών συστημάτων μεταφέροντας αργό πετρέλαιο από χώρες που έχουν υποστεί κυρώσεις. Αυτά τα πλοία χρησιμοποιούνται κυρίως από χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Ρωσία και το Ιράν, οι οποίες αντιμετωπίζουν περιορισμούς από τις ΗΠΑ ως προς τις εξαγωγές ενέργειας.
Επιπτώσεις στην παγκόσμιες αγορές
Ο Lipow αναμένει ότι η Chevron θα συνεχίσει να εξάγει 150.000 βαρέλια την ημέρα, περιορίζοντας τον τυχόν άμεσο αντίκτυπο στην προσφορά. Ωστόσο, εκτιμά ότι η ευρύτερη αβεβαιότητα θα μπορούσε να προσθέσει ένα βραχυπρόθεσμο ασφάλιστρο κινδύνου περίπου 3 δολαρίων ανά βαρέλι.
Αυτή η αύξηση θα έρθει σε αντίθεση με μια αγορά που πολλοί αναλυτές θεωρούν επαρκώς εφοδιασμένη, τουλάχιστον προς το παρόν. «Η αγορά πετρελαίου τείνει προς την υπερπροσφορά αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο Bob McNally της Rapidan Energy Group, αποκαλώντας τον άμεσο αντίκτυπο «σχεδόν ένα τίποτα».
Για τις αγορές πετρελαίου, η Βενεζουέλα αποτελεί υποσημείωση σε μια εποχή αφθονίας. Για τη Μέση Ανατολή δεν συνιστά άμεση απειλή, αλλά αποτελεί υπενθύμιση ότι οι παρεμβάσεις δεν τιθασεύονται περιορίζονται και ότι το πετρέλαιο εξακολουθεί να ωθεί τη γεωπολιτική σε επικίνδυνες κατευθύνσεις.
Η μακροπρόθεσμη σημασία της Βενεζουέλας έγκειται στο είδος του πετρελαίου που παράγει. Το βαρύ αργό της χώρας μπορεί να είναι δύσκολο να εξαχθεί, αλλά έχει ιδιαίτερη αξία για μεγάλα συγκροτήματα διυλιστηρίων, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. «Τα αμερικανικά διυλιστήρια λατρεύουν να ρουφάνε αυτό το πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα και τον Καναδά», δήλωσε.
«Το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να επιστρέψει στη Βενεζουέλα η πετρελαϊκή βιομηχανία και να αναστρέψει παραμέληση δύο δεκαετιών».
Εάν η αντιπολίτευση πάρει τα ηνία στη χώρα, πιθανώς θα χαλαρώσουν οι κυρώσεις και αρχικά θα αυξηθούν οι εξαγωγές, καθώς το αποθηκευμένο πετρέλαιο χρησιμοποιείται για τη δημιουργία εσόδων, δήλωσε ο Lipow. Τυχόν βραχυπρόθεσμη αύξηση θα μπορούσε να ασκήσει πίεση στις τιμές, πρόσθεσε.
Μακρά πορεία και αστάθμητοι παράγοντες
Ωστόσο, οποιαδήποτε ιδέα για βιώσιμη ανάκαμψη αντιμετωπίζει αυστηρά φυσικά όρια. «Η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας βρίσκεται σε τέτοια ερειπωμένη κατάσταση, που ακόμη και η κυβερνητική αλλαγή είναι απίθανο να αποφέρει ουσιαστική αύξηση στην παραγωγή πετρελαίου για χρόνια, καθώς απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις για την αποκατάσταση των υφιστάμενων υποδομών», σημείωσε.
Ομοίως, η Helima Croft του RBC προειδοποίησε ότι η πορεία προς την ανάκαμψη είναι μακρά, επικαλούμενη την «παρακμή δεκαετιών υπό τα καθεστώτα Τσάβες και Μαδούρο». Στελέχη του πετρελαϊκού κλάδου υποστηρίζουν ότι η αναδιάρθρωση του τομέα θα κοστίσει τουλάχιστον 10 δισ. δολάρια ετησίως, με απόλυτη προϋπόθεση «το σταθερό περιβάλλον ασφάλειας».
«Όλα τα στοιχήματα ακυρώνονται, υπό το βάρος ενός χαοτικού σεναρίου σεναρίου αλλαγής εξουσίας, που θυμίζει Λιβύη ή Ιράκ», σημειώνει.
Η Βενεζουέλα βρίσκεται στην κορυφή των εκτιμώμενων 303 δισεκατομμυρίων βαρελιών αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου, περίπου στο 17% του παγκόσμιου συνόλου ξεπερνώντας τη Σαουδική Αραβία, της οποίας τα αποθέματα ανέρχονται σε περίπου 267 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΠΕΚ, η Βενεζουέλα παρήγαγε 934.000 βαρέλια ημερησίως τον Νοέμβριο, λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας ζήτησης και ένα κλάσμα των 3 εκατ. βαρελιών ημερησίως που αντλούσε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Η πτώση ξεκίνησε υπό τον πρώην πρόεδρο Ούγκο Τσάβες και συνεχίστηκε με τον Μαδούρο. Στη συνέχεια, ήρθαν οι κυρώσεις των ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2019, κατά τη δεύτερη ορκωμοσία του προέδρου Μαδούρο.
Οι ΗΠΑ επέβαλαν πλήρες εμπάργκο σε όλες τις συναλλαγές με την κρατική PDVSA, απειλώντας με δευτερογενείς κυρώσεις σε οποιαδήποτε ξένη οντότητα συνεργάζεται μαζί της. Οι κυρώσεις σταμάτησαν τις εξαγωγές πετρελαίου προς τις βασικές αγορές της Βενεζουέλας, όπως η Ινδία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, και εμπόδισαν την εισαγωγή χημικών που απαιτούνται για την επεξεργασία του βαρέος αργού της χώρας.
Έτσι, όταν η κυβέρνηση της Βενεζουέλας στερήθηκε σκληρό νόμισμα, κατέφυγε στην εκτύπωση περισσότερου χρήματος από την κεντρική τράπεζα, πυροδοτώντας ένα κύμα υπερπληθωρισμού που εξαφάνισε μισθούς και αποταμιεύσεις. Η επακόλουθη ανθρωπιστική κρίση ήταν κύριος παράγοντας πίσω από τη μαζική έξοδο σχεδόν 8 εκατομμυρίων Βενεζουελάνων που ξεκίνησε το 2019.