Το μεγάλο πρόβλημα με την Χρηματοοικονομική Τεχνολογία

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το επιχειρηματικό μοντέλο του FinTech ίσως πρέπει να αλλάξει, αλλά λίγοι μιλάνε γι’ αυτό.

της Λόρεν Σίλβα Λάφλιν

Οι εταιρείες διαδικτυακού δανεισμού θεωρούντο το επόμενο …big thing του τραπεζικού κλάδου μέχρι και πρόσφατα.

Πλέον, όμως, οι επενδυτές – τόσο αυτοί που χρηματοδοτούν τα δάνεια όσο κι αυτοί που αγοράζουν τις μετοχές αυτών των εταιρειών – αρχίζουν και αποστασιοποιούνται από τις νεοφυείς επιχειρήσεις στον κλάδο του FinTech.

Και έχουν λόγο που το κάνουν.

Η μεγαλύτερη εταιρεία διαδικτυακού δανεισμού είναι η Lending Club, ενώ ακολουθούν η Prosper και η Social Finance Inc. (Sofi). Μέχρι πρότινος, αυτές οι εταιρείες προσπαθούσαν απεγνωσμένα να προσελκύσουν περισσότερους δανειολήπτες. Φέτος, μάλιστα, η Sofi αγόρασε και την πρώτη της διαφήμιση κατά την προβολή του πασίγνωστου Super Bowl, ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να επισκεφτούν την ιστοσελίδα της.

Όμως, την προηγούμενη εβδομάδα η Fitch δημοσίευσε μια έκθεση που επισημαίνει τις εντεινόμενες ανησυχίες σε σχέση με τις εν λόγω εταιρείες. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη γνωστή εταιρεία αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, είναι ότι οι διαδικτυακοί πιστωτές προσελκύουν (και αποδέχονται) δανειολήπτες υψηλότερου κινδύνου από εκείνους που αρχικά υποτίθεται ότι θα αποδέχονταν. Και φαίνεται ότι βασίζονται υπερβολικά σε πιστοληπτικά σκορ. «Πιστωτικές αποδόσεις κατώτερες των αρχικών προσδοκιών έχουν συμβάλλει στην τρέχουσα βελτίωση των μοντέλων εγγύησης, και στη σταδιακή υποχώρηση της χρήσης πιστωτικών σκορ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις» λέει η Fitch στο σημείωμά της.

Με άλλα λόγια, οι παραδοσιακές τράπεζες ίσως είναι σε θέση να αξιολογήσουν τους δανειολήπτες με μεγαλύτερη ακρίβεια από τους πιστωτές του FinTech που βασίζονται πρωτίστως σε ποσοτικοποιημένα δεδομένα.

Και οι αριθμοί φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση. Η Lending Club, για παράδειγμα, το 2008 είχε απώλειες δανείων 14% σε βάθος τριετίας. Το αντίστοιχο ποσοστό τριετίας γι’ αυτά που χορηγήθηκαν το 2012 ήταν 7%, αλλά και πάλι είναι σαφώς μεγαλύτερο από εκείνο των τραπεζών. Για παράδειγμα, οι απώλειες δανείων της Citigroup βρίσκονται περίπου στο 2%.

Αλλά η Fitch επισημαίνει κι άλλον έναν κίνδυνο: οι διαδικτυακές πλατφόρμες δεν δανείζουν πραγματικά τις περισσότερες φορές, παρά ταιριάζουν εν δυνάμει δανειολήπτες με εκείνη την πηγή που είναι διατεθειμένη να χρηματοδοτήσει τη χορήγηση ενός δανείου – όπως π.χ. hedge funds, θεσμικοί επενδυτές, ή και παραδοσιακές τράπεζες.

Το αποτέλεσμα είναι ότι «η έλλειψη ταύτισης συμφέροντος λόγω της διάκρισης πιστωτών και δανειοληπτών γεννά επιπλέον προκλήσεις». Δηλαδή, εταιρείες όπως η Lending Club κερδίζουν πολλά μέσω των χρεώσεων αλλά δεν είναι υπεύθυνες εάν ένα δάνειο γίνει «κόκκινο».

Το πρόβλημα είναι ότι αν η ποιότητα των δανείων είναι κακή, τότε οι πραγματικοί πιστωτές – δηλαδή τα hedge funds και άλλοι που χρηματοδοτούν τα δάνεια – θα πάψουν να έρχονται στις διαδικτυακές πλατφόρμες δανειοδότησης.

Κι αυτό ακριβώς συμβαίνει. «Καθώς η θεσμική ζήτηση μειώθηκε τους τελευταίους μήνες, οι εταιρείες άρχισαν να στρέφονται σε άλλες χρηματοδοτικές πηγές για να διατηρήσουν τη χρηματοδότηση των δανείων που προσφέρουν» παρατηρεί η Fitch.

Σας θυμίζει κάτι όλο αυτό; Ο ενυπόθηκος δανεισμός είχε έναν παρεμφερή κύκλο ζωής· τα κίνητρα δεν ήταν ευθυγραμμισμένα και τα πρότυπα δανεισμού χειροτέρεψαν. Όταν οι πιστωτές απομακρύνθηκαν, οι τράπεζες προσπάθησαν να βελτιώσουν την πιστωτική τους ποιότητα, αλλά ήταν πλέον πολύ αργά. Οι μέτοχοι δεν ήξεραν καν τι είχαν στην κατοχή τους, εφόσον οι τράπεζες δεν έπρεπε να το καταγράφουν σε όλες τις περιπτώσεις.

Μπορεί το μέγεθος του κλάδου διαδικτυακού δανεισμού να μην έχει καμία σχέση με το μέγεθος του κλάδου ενυπόθηκων δανείων, και άρα δεν πρόκειται να προκληθεί κρίση τέτοιας έντασης, αλλά οι απώλειες μιας αρνητικής πορείας εταιρειών όπως η Lending Club – αν αυτή δεν αποτραπεί στο μέλλον – θα είναι σίγουρα μεγάλες και δυσάρεστες.

Πηγή: fortune.com