Το Σύνταγμα και η στάση της αντιπολίτευσης

Το Σύνταγμα και η στάση της αντιπολίτευσης
Χωρίς καθόλου κόσμο οι σκάλες στην πλατεία Συντάγματος με τη Βουλή να διακρίνεται στο βάθος, Παρασκευή 20 Μαρτίου 2020. Στους οχτώ έχει ανέλθει ο αριθμός των νεκρών από τον κορονοϊό στην Ελλάδα. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/Αλέξανδρος Μπελτές Photo: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Η Νέα Δημοκρατία εξηγεί πώς αντιλαμβάνεται τις αλλαγές, ώστε η χώρα να θεραπεύσει μια ανοικτή πληγή 

Η κυβέρνηση άνοιξε τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, θέλοντας να υπενθυμίσει πως πρόκειται για μια κυβέρνηση με μεταρρυθμιστική διάθεση. Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκει να αλλάξει το άρθρο περί ευθύνης υπουργών, τη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, τη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και το ζήτημα της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων.

Η Νέα Δημοκρατία εξηγεί πώς αντιλαμβάνεται τις αλλαγές, ώστε η χώρα να θεραπεύσει μια ανοικτή πληγή που αφορά τον τρόπο ποινικής αντιμετώπισης των υπουργών και να προσαρμόσει θεσμικά τον συνταγματικό χάρτη στον 21ο αιώνα. Στην προσπάθεια αυτή, ωστόσο, δεν αναμένεται να βρει πολιτικούς συμμάχους.

Όχι επειδή οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις δεν αναγνωρίζουν την ανάγκη των αλλαγών, αλλά επειδή εκτιμούν πως η πιθανότητα να είναι η Νέα Δημοκρατία ξανά κυβέρνηση μετά τις εκλογές είναι μεγάλη. Έτσι επιδιώκουν να της στερήσουν τη δυνατότητα να δώσει εκείνη το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων στην επόμενη Βουλή με απλή πλειοψηφία, επιλέγοντας να αρνηθούν τη συναίνεση στην παρούσα φάση.

Πρόκειται για μια στάση που εκ πρώτης όψεως ακούγεται λογική, ωστόσο κρύβει στοιχεία ηττοπάθειας. Πρώτον, διότι η αντιπολίτευση φαίνεται να αποδέχεται μοιρολατρικά πως θα παραμείνει στη θέση αυτή και μετά τις εκλογές. Δεύτερον, διότι η συζήτηση για τις αλλαγές στο Σύνταγμα οφείλει να συγκεντρώνει ευρύτερη πολιτική συναίνεση, όπως προβλέπει και ο Συνταγματικός νομοθέτης, ζητώντας αυξημένες πλειοψηφίες.

Τρίτον, επειδή οι αλλαγές είναι απαραίτητες για να σταλεί ένα σαφές μήνυμα στην κοινωνία ότι η πολιτική παρακολουθεί το σαρωτικό κύμα αλλαγών της εποχής. Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, μια διάταξη που αφορά τον τρόπο με τον οποίο δικάζονται τα μέλη της εκτελεστικής εξουσίας, να έχει διαμορφωθεί πριν από 30 χρόνια και να παραμένει ακόμη σε ισχύ.

Η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί μια κενή περιεχομένου συζήτηση. Αφορά άμεσα το μέλλον της κοινωνίας. Υπό αυτή την έννοια, υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό για τις πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να καταθέσουν γόνιμες και τεκμηριωμένες προτάσεις για όσα πρέπει να αλλάξουν στη χώρα.

Η κυβέρνηση επιδιώκει να μετακινήσει τη συζήτηση στα θεσμικά ζητήματα, ώστε να επαναφέρει μια αίσθηση μεταρρυθμιστικής ορμής και να καλύψει την όποια πολιτική κόπωση έχει δημιουργήσει η μακρά παραμονή της στην εξουσία. Η αντιπολίτευση, όμως, για ποιο λόγο να μη συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά σε αυτή την κουβέντα;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: