Το ξεχασμένο όνειρο της «σύγκλισης»: Παραγωγικότητα, γήρανση και Τεχνητή Νοημοσύνη

Το ξεχασμένο όνειρο της «σύγκλισης»: Παραγωγικότητα, γήρανση και Τεχνητή Νοημοσύνη
Photo: Shutterstock
Οι αριθμοί της σύγκλισης.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat και του ΟΟΣΑ, το ΑΕΠ ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα υπολειπόταν του ευρωπαϊκού μέσου όρου κατά περίπου 25% στις αρχές της δεκαετίας του 2010. Αντί να κλείσει, το χάσμα σχεδόν διπλασιάστηκε μέχρι το 2020. Το θετικό είναι ότι την τελευταία πενταετία, η χώρα κατάφερε να ανακτήσει λίγο από το χαμένο έδαφος, και κοντεύουμε να φτάσουμε στα 2/3 του μέσου όρου της ΕΕ. Οι προβλέψεις βέβαια μέχρι το 2030 παραμένουν αβέβαιες, χωρίς καμία εγγύηση ότι η μικρή αυτή σύγκλιση θα συνεχιστεί αντί να αντιστραφεί. 

Τρεις συνιστώσες και ένα σταυροδρόμι

Οι προοπτικές του εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα είναι όμως άρρηκτα συνδεδεμένες με την δημογραφική γήρανση, την ραγδαία διάχυση της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) και το χρόνιο έλλειμμα παραγωγικότητας. 

  • Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων ανεβαίνει σταθερά ενώ ο ενεργός πληθυσμός συρρικνώνεται. 
  • Παράλληλα, η Ελλάδα καταγράφει τα υψηλότερα ωράρια εργασίας στον ΟΟΣΑ, με τον μέσο εργαζόμενο να εργάζεται κοντά στο 20% περισσότερο ώρες σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. 

Κοιτώντας τους πιθανούς μοχλούς που θα βοηθούσανε στην σύγκλιση με την ΕΕ, δεν υπάρχουν πολλά περιθώριά πλέον. Ακόμη και αν συνυπολογίσει κανείς τις καθαρές μεταναστευτικές εισροές, τη διεύρυνση του εργάσιμου πληθυσμού, π.χ. αυξάνοντας το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών για να φτάσει κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, το χάσμα παραγωγικότητας κατά βάση παραμένει, δεν κλείνει. Άρα φτάνουμε σε ένα σταυροδρόμι όπου δεν μπορούμε άλλο να αποφεύγουμε τις βαθύτερες αιτίες πίσω από το πρόβλημα παραγωγικότητας.

«Το χάσμα παραγωγικότητας δεν κλείνει πλέον με το να δουλεύουμε περισσότερες ώρες»

Η ΤΝ αλλάζει τα απαιτούμενα προσόντα

Στον αντίποδα, η ΤΝ δεν περιμένει, και το τι χρειάζεται για να αυξηθεί η παραγωγικότητα πλέον επαναπροσδιορίζεται όχι κάθε χρόνο, αλλά κάθε μήνα. Σε αυτό το πρώιμο στάδιο, οι ελληνικές επιχειρήσεις και εργαζόμενοι χρησιμοποιούν την ΤΝ λιγότερο από τους Ευρωπαίους ομολόγους τους, με το χάσμα να ανοίγει ακόμη περισσότερο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Πάρα πολλές αποφάσεις για επενδύσεις που θα αντιμετωπίζανε αυτήν την πίεση είναι κοντόφθαλμες: αγορές λογισμικού, σεμινάρια ή πιλοτικά έργα που δεν οδηγούνε σε κάτι μεγαλύτερο, ούτε μετράτε ποτέ η απόδοση τους σε βάθος χρόνου. Πολύ χρήμα ρέει σε υποδομές τεχνολογίας που δεν αυξάνουν πραγματικά την παραγωγικότητα επειδή πολύ απλά λείπουν οι βασικές προϋποθέσεις που θα μάθαινε κάποιος στο 1ο μάθημα της 1ης μέρας στο πανεπιστήμιο: ανασχεδιασμός διαδικασιών, δεδομένα, ποιότητα διοίκησης, νέες δεξιότητες και νέοι τρόποι εργασίας και οργάνωσης. Και το δημόσιο, αλλά και οι ελληνικές επιχειρήσεις απλά συνεχίζουν με μια κεκτημένη ταχύτητα τις ‘επενδύσεις’ με μια στείρα εισαγωγή τεχνολογίας, ελπίζοντας ότι έτσι θα αυξηθεί η παραγωγικότητα. Η ταχύτητα διάχυσης της ΤΝ βέβαια είναι τέτοια που αυτό που συμβαίνει είναι ότι οι διοικήσεις αρχίζουν να βλέπουν ότι δεν μπορούν πλέον να αναβάλλουν στο διηνεκές αυτές τις βασικές προαναφερθείσες προϋποθέσεις.

Εδώ υπάρχει όμως ακόμα ένα δομικό πρόβλημα στην οικονομία. Η Ελλάδα διαθέτει συγκριτικά μικρό αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων, εκείνων που δυνητικά θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν προγράμματα αναβάθμισης δεξιοτήτων σε μεγαλύτερη κλίμακα. Το αποτύπωμα είναι αποκαλυπτικό: σύμφωνα με την Eurostat, ο μέσος όρος της ΕΕ για το ποσοστό επιχειρήσεων που παρέχουν συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση είναι σχεδόν τριπλάσιος σε σχέση με την Ελλάδα. Το αποτέλεσμα είναι ένα γνώριμο αδιέξοδο: ανεπαρκής επένδυση στις δεξιότητες που θα καθιστούσαν την ΤΝ αποδοτική και υπερβολική διστακτικότητα να δοκιμαστεί. Και ούτε λόγος για κρατικά επιδοτούμενα προγράμματα κατάρτισης μέσω voucher…

«Ασημένια» οικονομία και καινοτομία

Μια άλλη παράμετρος στην εξίσωση είναι και πως τα επαγγέλματα θα μεταλλαχθούν καθώς εισάγεται η ΤΝ στον χώρο εργασίας. Οικονομετρική ανάλυση που διεξήχθη από την PwC Ελλάδος και το Πανεπιστήμιο Πειραιώς δείχνει ότι ο κίνδυνος αυτοματοποίησης σε αυτήν την φάση συγκεντρώνεται κυρίως στους άνδρες και τους εργαζόμενους μέσης ηλικίας σε χειρωνακτικά και ‘‘ρουτινοποιημένα’’ επαγγέλματα, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι σε λιγότερο αυτοματοποιήσιμους ρόλους βλέπουν μισθολογικά κέρδη, εφόσον παραμένουν στην αγορά εργασίας. 

Ταυτόχρονα μάλλον πρέπει να αποδεχτούμε ότι πλέον εισερχόμαστε στην εποχή της «ασημένιας οικονομίας», και η γήρανση του πληθυσμού δεν χρειάζεται να παρουσιάζεται ως μόνο βάρος. Εδώ υπεισέρχεται μια αντιδιαισθητική διάσταση, όπου συνδυάζει την γήρανση με την καινοτομία, ως μοχλού επιτάχυνσης της παραγωγικότητας. Η Ιαπωνία δείχνει ότι η σπανιότητα εργατικών χεριών μπορεί να επιταχύνει την υιοθέτηση από το ανθρώπινο δυναμικό νέων τεχνολογιών και τον επανασχεδιασμό θέσεων εργασίας. Η στρατηγική αυτή απαιτεί όμως αποφυγή οριζόντιων μέτρων: προστασία των εκτοπισμένων ομάδων, αλλά παράλληλα ενεργή αξιοποίηση των έμπειρων μεγαλύτερων εργαζομένων σε ρόλους εποπτείας, λήψης αποφάσεων και καθοδήγησης νεότερων. Η «ασημένια οικονομία» δεν χρειάζεται να αποτελέσει απλώς αγορά κατανάλωσης στην υγεία και τη φροντίδα. Είναι πεδίο νέων υπηρεσιών και επιχειρηματικών μοντέλων.

Η κούρσα δεν είναι μόνο τεχνολογική, είναι και θεσμική

Για να κλείσει πραγματικά το χάσμα είναι προφανές ότι η Ελλάδα χρειάζεται να κάνει πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Σίγουρα χρειάζονται νέες ξένες άμεσες επενδύσεις, όχι στην ακίνητη περιουσία, αλλά σε παραγωγικούς κλάδους ικανούς να δημιουργήσουν νέα έσοδα και αξία με εξαγωγικό προσανατολισμό. Η μεγαλύτερη όμως και ποιο ουσιαστική ανάγκη για το μέλλον του εργατικού δυναμικού της χώρας είναι η αύξηση της παραγωγικότητας μέσω επενδύσεων σε νέες δεξιότητες. Η χρηματοδότηση πρέπει να ακολουθεί την απόδοση, όχι πελατειακές πιέσεις. Τα ευρωπαϊκά κονδύλια πρέπει να συνδέονται με μετρήσιμα αποτελέσματα: ρυθμούς υιοθέτησης και της τεχνολογίας αλλά και των αλλαγών στον τρόπο εργασίας, μετρήσιμα κέρδη παραγωγικότητας και μισθολογική πρόοδο.

Πολλά ακούγονται αυτονόητα το 2026, καθώς οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ έχουν αρχίσει να υιοθετούν την ΤΝ με ταχύτερο ρυθμό, και αυτό σχετίζεται με επενδύσεις σε νέες δεξιότητες και δομημένα προγράμματα διαχείρισης της αλλαγής. Αν η Ελλάδα κινηθεί σωστά, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο θα μπορούσε να αυξηθεί ταχύτερα, και η χώρα να απομακρυνθεί από δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας που στηρίζονται σε φθηνή εργασία. Αν όχι, το χάσμα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θα ανοίξει ξανά και τα δημόσια οικονομικά θα πιεστούν, καθώς οι αυξανόμενες υποχρεώσεις θα συναντούν μια αναιμική ανάπτυξη. 

Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο τρόπος που οι Έλληνες εργάζονται αλλάζει με αυξανόμενη ταχύτητα, όπως επίσης και τι μπορούν να παράγουν και πώς εξελίσσονται τα εισοδήματα τους. Σε έναν κόσμο που γηράσκει και ψηφιοποιείται, ο σπάνιος πόρος δεν είναι πλέον μόνο νέα κεφαλαία για παραγωγικές επενδύσεις, αλλά οι επενδύσεις με σχέδιο και όχι ευχολόγια ή vouchers στο πως το ανθρώπινο δυναμικό θα μπορέσει να λειτουργεί και να παράγει σε ένα νέο οικονομικό περιβάλλον. Το ξεχασμένο όνειρο της σύγκλισης, θα μπορούσε να αναβιώσει με ένα ποιο ώριμο και ανθρωποκεντρικό τρόπο. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: