Β. Κεφαλά: Tι έχει κερδίσει η Ελλάδα από το «πακέτο Γιούνκερ» και τι θα ακολουθήσει στην Ε.Ε.

Μέλος της Eπενδυτικής Eπιτροπής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, η κα Βίκυ Κεφαλά αναφέρεται στα έργα υποδομής, στο πώς λειτουργεί η σύμπραξη Δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, και στο πώς λειτούργησε για την Ελλάδα το «πακέτο Γιούνκερ».  

Το πακέτο «Γιούνκερ» σίγουρα, στα χρόνια της κρίσης, αποτέλεσε ένα πολύτιμο εργαλείο για χρηματοδότηση και επενδύσεις στην Ελλάδα. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Κομισιόν για τη δραστηριότητα του πακέτου Γιούνκερ , η Ελλάδα είναι, σε αναλογία με το μέγεθός της, πρώτη σε χρηματοδοτήσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Συγκεκριμένα μέχρι στιγμής, οι πέντε πρώτες χώρες με σειρά κατάταξης των επενδύσεων σε σχέση με το ΑΕΠ τους είναι η Ελλάδα, η Εσθονία, η Βουλγαρία, η Πορτογαλία και η Λετονία.

Οι συνολικές χρηματοδοτήσεις προς την Ελλάδα είχαν ανέλθει τον Ιούνιο σε 2,716 δισ. ευρώ, ενώ το παραπάνω ποσό αναμένεται να κινητοποιήσει επενδύσεις ύψους 11,531 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με την Κομισιόν σε σχέση με την Ελλάδα, στον τομέα των υποδομών και της καινοτομίας έχουν εγκριθεί: 19 σχέδια με χρηματοδότηση 2,3 δισ. ευρώ, που θα κινητοποιήσουν επενδύσεις ύψους 7,3 δισ. ευρώ.

Σχετικά με τις ΜμΕ έχουν εγκριθεί για τη χώρα μας 14 συμφωνίες με ενδιάμεσες τράπεζες συνολικής χρηματοδότησης 434 εκατ. ευρώ, που θα κινητοποιήσουν επενδύσεις 4,2 δισ. ευρώ με περίπου 25.820 ΜμΕ να επωφελούνται από τη βελτιωμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση.

H κα Βίκυ Δ. Κεφαλά, μέλος της Eπενδυτικής Eπιτροπής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων (EFSI) της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και Επικεφαλής Επενδύσεων & Αναπτυξιακών Έργων στην Consolidated Contractors Company (CCC), την μεγαλύτερη κατασκευαστική εταιρεία της Μέσης Ανατολής, είναι σίγουρα μια από τις καταλληλότερες για να μιλήσει για τη συνεισφορά και τη λογική πίσω από τη λειτουργία του λεγόμενου «Πακέτου Γιούνκερ».

Μιλώντας στο FortuneGreece, εξηγεί πώς λειτουργεί και ποιους αφορά το πρόγραμμα, πώς μπορούν να προχωρήσουν οι επενδύσεις σε έργα μέσω ΣΔΙΤ, πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να διεκδικήσει ακόμα περισσότερα χρήματα από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων και τι θα ακολουθήσει στην Ευρώπη, μετά το «πακέτο Γιούνκερ».

Κυρία Κεφαλά, είσαστε ένα από 8 μέλη της Eπενδυτικής Eπιτροπής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων, το λεγόμενο «πακέτο Γιούνκερ». Τι είναι αυτό το Ταμείο, πως λειτουργεί και ποιους αφορά;

Το «πακέτο Γιούνκερ» ή «σχέδιο Γιούνκερ» όπως είναι ευρέως γνωστό είναι ένα πολύ σημαντικό χρηματοδοτικό εργαλείο για την στήριξη των επενδύσεων σε όλες τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), ειδικά μετά την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, καθώς οι επενδύσεις στην Ευρώπη μειώθηκαν περίπου κατά 15 % σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα το 2007.

Το Επενδυτικό Σχέδιο Γιούνκερ για την Ευρώπη, με κύριο πυλώνα του το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων (European Fund for Strategic Investments, ή EFSI εν συντομία), έχει ως στόχο μέσω δανεισμού (και κάποιων μετοχικών συμμετοχών σε επενεδυτικά κεφάλαια) να αντιστρέψει το καθοδικό κλίμα, να ενθαρρύνει τις επενδύσεις προκειμένου να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να ενισχύσει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα, να καλύψει μακροπρόθεσμες οικονομικές ανάγκες, όπως επίσης να ενισχύσει την παραγωγική ικανότητα και τις υποδομές της EE.

Συγκεκριμένα, το Ταμείο προσβλέπει στην κινητοποίηση 500 δισ ευρώ σε επιχειρήσεις και έργα ως το τέλος του 2020 στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ).

Τόσο στο ετήσιο συνέδριο του Economist στην Αθήνα τον Ιούλιο όσο και στο Συνέδριο Υποδομών και Μεταφορών τον Ιούνιο, αλλά και γενικότερα, όλοι μιλάνε για επενδύσεις σε έργα μέσω «ΣΔΙΤ». Επίσης για «μόχλευση» δημόσιων κονδυλίων αλλά και χρηματοδοτήσεων από την ΕΕ.  Τι σημαίνουν αυτά και πως μας αφορούν στην Ελλάδα;

Οι Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) είναι μια μορφή έργου όπου συμπράττει το Δημόσιο με τον Ιδιωτικό τομέα. Δηλαδή, καλείται μια ιδιωτική εταιρία, ή μια κοινοπραξία εταιρειών να χρηματοδοτήσει, να κατασκευάσει και να συντηρήσει ένα έργο, π.χ. δέκα δημόσια σχολεία. Το Δημόσιο παρέχει τα οικόπεδα, το εκπαιδευτικό κομμάτι και πληρώνει τον ιδιώτη με το μήνα, ενώ του έχει επίσης μεταφέρει και την υποχρέωση συντήρησης των σχολείων. Με τον τρόπο αυτό μπορεί το κράτος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς τους πολίτες για σύγχρονες και ποιοτικές εγκαταστάσεις που θα συντηρούνται στο βάθος χρόνου και για τις οποίες δεν έχει τους πόρους να πληρώσει μονομιάς.

Είναι ένα μοντέλο που εφαρμόζεται σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου και αφορά και σε μεγαλύτερα έργα από δημόσια κτίρια, τις λεγόμενες παραχωρήσεις, δηλαδή έργα όπως η Αττική Οδός, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, η Γέφυρα του Ρίου-Αντιρίου, κ.α. έργα, με τα όποια είχα την ευκαιρία να ασχολήθω προσωπικά. Πολλές φορές, τα μεγαλύτερα έργα χρειάζονται και συνεισφορά του Δημοσίου για να καταστούν οικονομικά βιώσιμα και να μπορούν να χρηματοδοτηθούν. Εδώ μπορούμε να κατανοήσουμε εύκολα την έννοια της μόχλευσης – αν για ένα έργο με συνολικό ύψος 100 εκ. ΕΥΡΩ το Δημόσιο συνεισφέρει 10 εκ. και τα υπόλοιπα τα βάλει ο ιδιώτης μαζί με τις τράπεζες, τότε στην ουσία το Δημόσιο κατάφερε να «μοχλεύσει»  Χ 10 τα χρήματα που είχε διαθέσιμα. Χωρίς αυτό το μοντέλο σύμπραξης, το Δημόσιο θα μπορούσε να παραδώσει στην κοινωνία ένα έργο αξίας μόνο 10 εκ. ΕΥΡΩ και όχι 100 εκ. που μπόρεσε μέσω της σύμπραξης.

Με παρόμοια λογική «πολλαπλασιαστή» λειτουργεί και το EFSI. Υπάρχει μια εγγύηση ύψους 33.5 δις ΕΥΡΩ (από τα οποία, 26 δις προέρχονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ και 7,5 δις. ευρώ από τον Όμιλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων) η οποία και είναι διαθέσιμη για  χρηματοδοτήσεις μικρομεσαίων επιχειρήσεων και έργων υποδομής.

Για κάθε 1 ΕΥΡΩ εγγύησης προβλέπεται να κινητοποιηθούν 15 ΕΥΡΩ συνολικής χρηματοδότησης από την ίδια την Τράπεζα και τον όμιλο της, αλλά και από άλλες πηγές (όπως, επενδυτές, επενδυτικά κεφάλαια και εμπορικές τράπεζες). Δηλαδή, το Ταμείο κινητοποιεί συνολικά επενδύσεις 15πλάσιας αξίας σε σχέση με την αρχική «προικοδότηση» των 33.5 δις και έτσι μπορεί και φτάνει το στόχο των 500 δις ΕΥΡΩ.

Συνήθως ακούμε ότι άλλες χώρες έχουν απορροφήσει ευρωπαϊκά κονδύλια αλλά όχι η Ελλάδα. Πείτε μας τι ισχύει στην περίπτωση του «πακέτου Γιούνκερ»;

Σύμφωνα με στοιχεία Ιουνίου 2019, το Ταμείο πλησιάζει την κινητοποίηση επενδύσεων πάνω των 408 δις ευρώ στο σύνολο των χωρών της ΕΕ (άρα, υπολείπεται από το στόχο των 500 δις που έχει τεθεί για το Δεκ. 2020 περί τα 92 δις).

Οι χώρες όπου -με βάση το ΑΕΠ τους έρχονται πρώτες στη λήψη χρηματοδότησης από το EFSI –  είναι με έντονο μπλε χρώμα στο χάρτη. Οι πρώτες 4 μέχρι στιγμής είναι η Ελλάδα, η Εσθονία, η Βουλγαρία και η Πορτογαλία. Πέραν των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι τομείς που έχουν λάβει τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση είναι η έρευνα και η καινοτομία, η ενέργεια και η ψηφιακή τεχνολογία.

Η Ελλάδα είναι, με βάση το ΑΕΠ, πρώτη σε κατατάξη χώρα σε χρηματοδότηση από το EFSI, με εγκεκριμένα κονδύλια άνω των 2.7 δισ ευρώ, τα οποία αναμένεται να κινητοποιήσουν συνολικά 11.5 δισ ευρώ σε επενδύσεις. Κάποιες από τις 33 συναλλαγές που έχουν εγκριθεί μέχρι τώρα μέσω του Ταμείου για την χώρα μας είναι, τα περιφερειακά αεροδρόμια, ο αγωγόs ΤΑΡ,  αιολικά πάρκα, ανάπτυξη ευρυζωνικού δικτύου υψηλής ταχύτητας, εργοστάσιο παραγωγής μπαταριών, ανάπτυξη εφαρμογών για κινητά, μίσθωση αυτοκινήτων και παροχή δανεισμού σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσω ελληνικών τραπεζών μαζί με δικά τους κεφάλαια (intermediated lending).

Πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να διεκδικήσει ακόμα περισσότερα χρήματα από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων;

Το EFSI δεν έχει περιορισμό ή καθορισμένα όρια ανά χώρα και οι επιλέξιμοι τομείς επιτρέπουν τη χρηματοδότηση επιχειρηματικών σχεδίων σε πληθώρα αντικειμένων. Επίσης, επιδιώκεται μια ευρεία γεωγραφική κατανομή όπως και διασπορά σε τομείς, με γνώμονα πάντα τη βιωσιμότητα των έργων και την υποστήριξη μέσω αυτών των γενικότερων στόχων της ΕΕ για το κλίμα, την ενέργεια, τη συνοχή της Ευρώπης, την διατήρηση και ενίσχυση θέσεων εργασίας και το περιβάλλον.

Όσα περισσότερα έργα και επιχειρηματικά σχέδια υποβάλλονται προς χρηματοδότηση που πληρούν τις προϋποθέσεις της Τράπεζας και είναι τεχνικο-οικονομικά βιώσιμα, τόσα περισσότερα θα μπορούν δυνητικά να εγκριθούν από την Επενδυτική Επιτροπή και τα λοιπά όργανα που προβλέπεται. Σημαντικό είναι λοιπόν να υπάρχει μια συνεχής ροή έργων, με στρατηγικό σχεδιασμό από το κράτος για την ανάπτυξη τους, και μακροχρόνια προοπτική –γιατί, τα μεγάλα έργα υποδομής απαιτούν χρόνο στο σχεδιασμό και τη μελέτη τους ως ότου είναι ώριμα να δημοπρατηθούν, πολύ περισσότερο δε, όταν αυτό γίνεται μέσω του μοντέλου της σύμπραξης δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.

Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, παράγοντες όπως το σταθερό επενδυτικό και οικονομικό κλίμα, η απουσία γραφειοκρατικών εμποδίων, το επίπεδο φορολόγησης, η ζήτηση υπηρεσιών και προϊόντων από την αγορά, είναι καθοριστικοί ως προς την απόφαση τους να δραστηριοποιηθούν ή και να επεκτείνουν τις δραστηριότητες τους.

Είμαστε ήδη στο 3ο τρίμηνο του 2019 και το «πακέτο Γιούνκερ» τελείωνει το 2020. Αυτό σημαίνει ότι ολοκληρώθηκαν οι στόχοι για επενδύσεις στην ΕΕ, τι θα γίνει μετά;

Καταρχήν πρέπει να επισημάνουμε ότι μένει αρκετός χρόνος ως το Δεκ. του 2020 που λήγει το EFSI. Όμως, θα υπάρξει και «διάδοχο» πρόγραμμα, που ήδη σχεδιάζεται στην λεπτομέρεια του από την ΕΕ, το InvestEU. Αξιοποιώντας την επιτυχία του σχεδίου Γιούνκερ, το πρόγραμμα InvestEU θα ενισχύσει περαιτέρω τις επενδύσεις, την καινοτομία και τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην Ευρώπη και θα κινητοποιήσει τουλάχιστον 650 δισ. ευρώ σε πρόσθετες επενδύσεις στο διάστημα 2021-2027.

Θα συγκεντρώσει στο ίδιο πλαίσιο το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων και άλλα 13 χρηματοδοτικά μέσα της ΕΕ που επί του παρόντος παρέχουν στήριξη για επενδύσεις, καθιστώντας τη χρηματοδότηση της ΕΕ απλούστερη και αποτελεσματικότερη.

Θα ήθελα να δω καταρχήν την Ελλάδα ως χώρα να διεκδικεί συστηματικά και με σχέδιο ολοένα και σημαντικότερο μερίδιο από τα χρηματοδοτικά εργαλεία που θα βρίσκονται στη διάθεση της μέσω του EFSI και αργότερα, μέσω του InvestEU. Να ενεργοποιηθεί και η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, η οποία θα πρέπει να συγκεντρώσει τεχνογνωσία και ειδικούς που θα γνωρίζουν καλά τα εκάστοτε διαθέσιμα χρηματοδοτικά και εγγυοδοτικά προϊόντα και εργαλεία, τόσο από την πλευρά της Ευρώπης αλλά και εσωτερικά και θα μπορούν να συνδράμουν ουσιαστικά και ως “one stop shop” στην επιτυχή χρηματοδότηση έργων και επιχειρήσεων.

Βιογραφικό

Η κα Βίκυ Δ. Κεφαλά γεννήθηκε το 1969 στην Νέα Υόρκη των ΗΠΑ. Σπούδασε Οικονομικά και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο City University της Νέας Υόρκης. Είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (MBA Finance) στα Χρηματοοικονομικά από το Lubin School of Business του Pace University της Νέας Υόρκης. Εργάστηκε από το 1993 μέχρι το 1995 ως Σύμβουλος Επιχειρήσεων στη Νέα Υόρκη και από το 1995 στην Ελλάδα, σε θέσεις ευθύνης στις οικονομικές διευθύνσεις των εταιριών BRITISH PETROLEUM, ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΕΡΟΛΙΜΕΝΑΣ ΑΘΗΝΩΝ και ΕΛΛΑΚΤΩΡ (ΑΚΤΩΡ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΙΣ). Aπό το 2012 είναι Επικεφαλής Επενδύσεων & Αναπτυξιακών Έργων στην CONSOLIDATED CONTRACTORS COMPANY, τη μεγαλύτερη κατασκευαστική εταιρία στη Μέση Ανατολή, με έμφαση σε επενδυτικά και μετοχικά θέματα μεγάλων έργων υποδομής, παγκοσμίως. Επίσης, από το Δεκέμβριο του 2015 είναι Μέλος με δικαίωμα ψήφου της Επενδυτικής Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΤΣΕ), στην ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, στο Λουξεμβούργο. Παράλληλα, είναι μέλος του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ (Global Future Council για θέματα Έργων Υποδομής) και ανεξάρτητη εμπειρογνώμων στην ΕΕ στις επιδοτήσεις του προγράμματος HORIZON2020, όπως και σε θέματα επικοινωνίας. Από τον Μάϊο του 2019 είναι Μη Εκτελεστικό Μέλος του Δ.Σ. του Οργανισμού Αστικού Συγκοινωνίων (ΟΑΣΑ).

Σχετικά άρθρα