Δημήτρης Αθανασόπουλος (AXIA Ventures Group): Τα πλεονεκτήματα της Ελλάδας εν μέσω πανδημίας και γιατί ποντάρουμε σε ταχεία ανάκαμψη 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Founding Partner, Group Managing Director and member of the Executive Committee of AXIA

Ο Founding Partner της επενδυτικής τράπεζας που βρίσκεται πίσω από τα μεγαλύτερα deals στην ελληνική αγορά και όχι μόνο, μιλάει στο Fortune Greece και χαρτογραφεί τον επενδυτικό χάρτη της επόμενης μέρας.

Τη στιγμή που οι επενδύσεις μοιάζουν μονόδρομος για να μπορέσει η Ελλάδα να αφήσει πίσω της όσο πιο γρήγορα γίνεται τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας Covid-19, δεν υπάρχει πιο κατάλληλος άνθρωπος για να συζητήσεις σχετικά, από κάποιον που η εταιρεία του βρίσκεται πίσω από τα μεγαλύτερα deals των τελευταίων χρόνων στη χώρα μας.

Ο Δημήτρης Αθανασόπουλος, Founding Partner και Group Managing Director της ΑΧΙΑ Ventures Group, από το γραφείο του στη Νέα Υόρκη δηλώνει αισιόδοξος για την επόμενη μέρα της Ελλάδας και μιλάει για ευκαιρίες και πλεονεκτήματα μέσα στην κρίση, τα οποία σύντομα θα βρούμε μπροστά μας. Στη σύνδεσή μας, σε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις του σε ΜΜΕ, αναφέρεται στην πορεία της επενδυτικής τράπεζας, η οποία από την ίδρυση της το 2008 μέχρι σήμερα, έχει καταφέρει να ανταγωνιστεί παγκόσμιους επενδυτικούς κολοσσούς, κερδίζοντας μάλιστα τρεις φορές τα τελευταία πέντε χρόνια τη διάκριση της κορυφαίας επενδυτικής τράπεζας στην Ελλάδα, από τον παγκοσμίου φήμης ανεξάρτητο οργανισμό Euromoney’s Awards for Excellence.

Πριν δύο μήνες η ΑΧΙΑ λειτούργησε ως  μοναδικός Global Coordinator και Placement Agent στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους €68,5 εκατομμυρίων της Τέρνα Ενεργειακή, με το ποσό να καλύπτεται από τέσσερις διεθνείς επενδυτές παγκόσμιας κλάσης ή/και εταιρείες που συνδέονται με αυτούς: Anavio Capital Partners LLP, Blackrock Inc., Kayne Anderson Capital Advisors LP και Impax Asset Management, οι περισσότεροι από τους οποίους επενδύουν στην Ελλάδα για πρώτη φορά. Ανάμεσα επίσης στις συμφωνίες που υλοποιήθηκαν στην Ελλάδα  με τη συμβολή της AXIA Ventures ήταν η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου κατά 650 εκατ. ευρώ της Lamda Development, καθώς και η συγχώνευση της Grivalia Properties, της δεύτερης μεγαλύτερης εταιρείας επενδύσεων ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα, με τη Eurobank, συμφωνία που επέτρεψε στη δεύτερη να ενισχύσει σημαντικά την κεφαλαιακή της θέση σε μια δύσκολη περίοδο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Ο κ. Αθανασόπουλος μιλάει στο FortuneGreece για τις επενδύσεις, τις συνέπειες της πανδημίας, τον δρόμο που θα οδηγήσει στην ελληνική ανάκαμψη, αλλά και για το πώς επηρέασε ο Covid-19 τη δουλειά και την καθημερινότητα των επενδυτών και σε ποια κατεύθυνση κινείται πλέον το παγκόσμιο κεφάλαιο.

Δείτε ένα απόσπασμα της συνέντευξης στο παρακάτω βίντεο:

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη στο FortuneGreece:

K. Aθανασόπουλε, όταν ξεκινήσατε το εγχείρημα της AXIA Ventures μαζί με τους συνεργάτες σας στη Νέα Υόρκη πριν 12 χρόνια περιμένατε ότι θα είστε παρόντες σε μερικές από τις σημαντικότερες συμφωνίες στην Ελλάδα, που εκτός των άλλων ανέδειξαν την AXIA κορυφαία επενδυτική τράπεζα από τον ανεξάρτητο οργανισμό Euromoney Awards of Excellence;

Ξεκινήσαμε τον Αύγουστο του 2008 από τις ΗΠΑ, ένα μήνα πριν την κατάρρευση της Lehman Brothers που οδήγησε στην παγκόσμια οικονομική κρίση. Aπό την πρώτη μέρα έχουμε μάθει να λειτουργούμε σε πολύ δύσκολες καταστάσεις και σε ένα ρευστό οικονομικό περιβάλλον. Η δουλειά μας δεν είναι  μια «ευθεία» γραμμή, αλλά πρέπει συνεχώς να προσαρμόζεσαι και να αντιμετωπίζεις καταστάσεις. Μαζί με τους άλλους δύο founding partners της τράπεζας, τον Γιώργο Λινάτσα και τον Αντώνη Αχιλλεούδη είχαμε την ιδέα να στηθεί ένας οργανισμός, που να μπορεί να ανταγωνίζεται τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες, ενώ το όραμα μας ήταν να εξυπηρετήσουμε την ευρύτερη περιοχή της νότιας Ευρώπης και να τη συνδέσουμε με πόρους και κεφάλαια κυρίως από ΗΠΑ και Ην. Βασίλειο. Ο τρόπος που κινείται σήμερα το κεφάλαιο δημιουργεί έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό και στρατηγική μας ήταν να δραστηριοποιηθούμε σε μια περιοχή, στην οποία μπορούμε να φέρουμε υπεραξία, σε μια αγορά όχι πολύ μεγάλη, αλλά δύσκολη, πολύπλοκη και με ευκαιρίες. Έχουμε επεκταθεί πέρα από την Ελλάδα και σε άλλες χώρες όπως η Ιταλία, ενώ διατηρούμε γραφεία στην Αθήνα, στη Λευκωσία, στη Νέα Υόρκη, στο Μιλάνο, στη Λισαβόνα και παρουσία στο Λονδίνο.  Στην Αθήνα συγκεκριμένα έχουμε μια ομάδα 40 ατόμων και έχουμε καταφέρει να γίνουμε πόλος έλξης για στελέχη που έρχονται σε εμάς από μεγάλες αγορές. Ασχολούμαστε σε βάθος με τα θέματα της χώρας και όχι μόνο εξ’ αποστάσεως, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους ανταγωνιστές μας.

Ο Γιώργος Λινάτσας, Founding Partner και Group Managing Director της ΑΧΙΑ, με τον Δημήτρη Αθανασόπουλο.

Η AXIA Ventures Ltd ενήργησε πρόσφατα ως μοναδικός Global Coordinator και Placement Agent στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους €68,5 εκατομμυρίων της Τέρνα Ενεργειακή Α.Β.Ε.Τ.Ε, μια διαδικασία που καλύφθηκε από διεθνείς επενδυτές παγκόσμιας κλάσης. Που αποδίδετε την επιτυχία της αύξησης,  δεδομένων των δύσκολων γεωπολιτικών και υγειονομικών συνθηκών της περιόδου;

Αυτό που καταφέραμε να πετύχουμε ήταν πολύ σημαντικό, δεδομένης της χρονικής στιγμής που πραγματοποιήθηκε. Πέρα από τη ρευστότητα που χαρακτηρίζει την ευρύτερη περιοχή, ήταν ένα deal που έκλεισε μέσα Αυγούστου, μια περίοδο που στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα, δεν υπάρχει μεγάλη δραστηριότητα. Επομένως είχε διπλό βαθμό δυσκολίας. Σίγουρα υπάρχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τον κλάδο της ενέργειας παγκοσμίως και στην Ελλάδα είναι ένας τομέας που θα συγκεντρώσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τα επόμενα 3-4 χρόνια. Επίσης αυτή τη στιγμή η πανδημία έχει φέρει τα επιτόκια σχεδόν στο μηδέν και όλοι οι επενδυτές ψάχνουν για αποδόσεις μέσω hard assets. Η Τέρνα έχοντας «high quality assets» και εξασφαλίζοντας μια καλή απόδοση, μπορούσε να προσφέρει αυτό που ψάχνουν οι επενδυτές, ενώ έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι η ΑΜΚ πραγματοποιήθηκε σε ιστορικό υψηλό επίπεδο για τη μετοχή.

To επενδυτικό ρίσκο στην Ελλάδα έχει μειωθεί σύμφωνα με αναλυτές, ωστόσο οι μεγάλες επενδύσεις εξακολουθούν να παραμένουν το ζητούμενο. Yπάρχει κάποια «συνταγή» επιτυχίας, δεδομένου ότι οι επενδυτές μοιάζει να στρέφονται κυρίως στα θεμελιώδη σε εποχές έντονες μεταβλητότητας, όπως αυτές που ζούμε;

Πριν ξεσπάσει η πανδημία Covid-19, η Ελλάδα ήταν στην έξοδο από μια μεγάλη δεκαετή κρίση, η οποία κόστισε πολύ στην χώρα και στην οικονομία. Από την άλλη αυτά τα χρόνια έχει γίνει σημαντικός εξορθολογισμός σε πολλά θέματα που αφορούν στην ελληνική οικονομία και δομικές μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να προχωρήσουν εδώ και δεκαετίες. Ταυτόχρονα σήμερα υπάρχει πολιτική σταθερότητα και μια κυβέρνηση, η οποία βοηθάει πολύ στο να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη και να βελτιώσουμε την εικόνα των επενδυτών για την Ελλάδα. Σε όλο τον κόσμο για παράδειγμα υπάρχει έντονα το θέμα του λαϊκισμού, το οποίο εδώ το βιώσαμε πρώτοι, αλλά και το αφήσαμε πίσω πρώτοι σχετικά γρήγορα. Αυτή τη στιγμή δημιουργούνται στην Ελλάδα κάποιες ιδανικές προϋποθέσεις. Έτσι παρά τα προβλήματα της πανδημίας, η χώρα έχει αποκτήσει πλεονεκτήματα, τα οποία είναι δύσκολο ο κόσμος να αντιληφθεί άμεσα, αλλά θα τα βρούμε σύντομα μπροστά μας. Πρώτον η εμπιστοσύνη προς τη χώρα έχει ανέβει σε σημαντικό βαθμό με την επιτυχή αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας, στο οποίο αποδείξαμε ότι έχουμε ένα κράτος που δουλεύει και μπορεί να αντιμετωπίζει δύσκολα θέματα. Το δεύτερο αφορά στο πακέτο στήριξης από το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο δίνει στην Ελλάδα ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσό σε σχέση με το μέγεθος της χώρας. Τα 70 δισ. ευρώ που θα εισρεύσουν στην οικονομία συνολικά τα επόμενα χρόνια σίγουρα θα συμπαρασύρουν και ιδιωτικές επενδύσεις και αυτός ο συνδυασμός είναι πολύ σημαντικός, ώστε να δώσει ώθηση ανάπτυξης για τα επόμενα δέκα χρόνια.

Υπάρχει τεράστιο ενδιαφέρον για τον κλάδο της ενέργειας παγκοσμίως και στην Ελλάδα είναι ο τομέας που θα συγκεντρώσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον τα επόμενα 3-4 χρόνια.

Ποιοι είναι οι τομείς στην Ελλάδα που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους ξένους επενδυτές και σε ποιους κλάδους περιμένετε ανακατατάξεις λόγω πανδημίας;

Στην Ελλάδα ένα από τα σημαντικά ζητήματα που έχουμε να  αντιμετωπίσουμε είναι ότι οι επενδύσεις είναι μικρότερες σε σύγκριση με τα μεγέθη σε άλλες αγορές. Είναι λίγο δύσκολο λοιπόν να βρεις επενδύσεις που έχουν σημαντικά μεγάλο μέγεθος, ώστε να διεκδικήσουμε μεγαλύτερο μερίδιο από το παγκόσμιο επενδυτικό κεφάλαιο. Στους τομείς που συγκεντρώνουν αυτές τις προϋποθέσεις, θα έβαζα πρώτο τον τομέα της ενέργειας όπως είπα και πιο πριν, καθώς η Ελλάδα αλλάζει όλο το μίγμα και στρέφεται στην «πράσινη ατζέντα» και στις ΑΠΕ. Ο δεύτερος τομέας είναι οι υποδομές, καθώς κάποιες ιδιωτικοποιήσεις τελικά θα προχωρήσουν, ενώ υπάρχουν μεγάλα έργα που ήρθε η ώρα να πραγματοποιηθούν. Έχουμε τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, την επέκταση της Αττικής Οδού, τις μαρίνες και συνδυαστικά τον κλάδο των logistics που «κουμπώνει» με τις υποδομές. Για παράδειγμα το Λιμάνι του Πειραιά έχει γίνει ένας διαμετακομιστικός κόμβος, βασικός συνδετικός κρίκος του εμπορίου Ασίας και Ευρώπης. Επίσης άλλοι τομείς που εμφανίζουν ενδιαφέρον είναι αυτός της φιλοξενίας, του real estate, ο φαρμακευτικός τομέας και ο κλάδος τροφίμων, στον οποίο αναμένουμε ενοποιήσεις, καθώς πολλές μικρές εταιρείες θα αναζητήσουν κλίμακα μεγέθυνσης.

Τα 70 δισ. ευρώ που θα εισρεύσουν στην οικονομία συνολικά τα επόμενα χρόνια σίγουρα θα συμπαρασύρουν και ιδιωτικές επενδύσεις.

H πανδημία Covid-19 αναμένεται να δημιουργήσει αύξηση των κόκκινων δανείων και προβλήματα σε αρκετές εταιρείες, που ήδη είχαν πιεστεί κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Θεωρείτε ότι προσεχώς θα δούμε περισσότερες εξαγορές – συγχωνεύσεις;

Θα γίνουν σίγουρα τέτοιες κινήσεις. Αρχικά λόγω του υπερδανεισμού πολλών ελληνικών εταιρειών, που είχαν διατηρηθεί σε μια κατάσταση «ζόμπι» για πολλά χρόνια. Πλέον οι τράπεζες, μετά τη καθιέρωση θεσμικού πλαισίου για τα κόκκινα δάνεια, προχωρούν στην πιο εύκολη διεκπεραίωση και πώληση τους, και αυτό θα λειτουργήσει ως καταλύτης, ώστε να έχουμε consolidation σε πολλούς κλάδους, και παράλληλα ως ευκαιρία για  επενδυτές να δημιουργήσουν έκθεση σε τομείς και μετά να χτίσουν «ενοποίηση». Ειδικά όσον αφορά στην αγορά των distress funds, θεωρώ ότι η λειτουργία της είναι σημαντική για να βγούμε από τον βάλτο, καθώς θα βοηθήσει τις τράπεζες να απαλλαγούν από τα κόκκινα δάνεια, να μοχλεύσουν νέα χρήματα και να χτιστεί ξανά με τον σωστό τρόπο η ελληνική οικονομία. Είναι μια αγορά πολλών δισ. ευρώ, που μας βάζει στην κορυφή από άποψη ενδιαφέροντος στην Ε.Ε. Επιπλέον όποιος συμμετέχει σε αυτή την αγορά, είναι υποχρεωμένος να επενδύσει επιπλέον χρήματα για την ανάκαμψη του κάθε κλάδου. Η οικονομία δεν μπορεί να ανακάμψει πραγματικά, αν δεν λυθεί το ζήτημα των κόκκινων δανείων, και οι τράπεζες να επιστρέψουν στην πραγματική ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας.

H αγορά των distress funds είναι μια αγορά πολλών δισ. ευρώ, που μας βάζει στην κορυφή από άποψη ενδιαφέροντος στην Ε.Ε

To σενάριο για την ελληνική οικονομία προβλέπει ύφεση 8-10% το 2020. Πόσο έχει επηρεάσει τον όγκο των συμφωνιών για τη φετινή περίοδο η πανδημία και πόσο αισιόδοξος είστε για την ανάπτυξη το 2021, δεδομένης και της ενίσχυσης από το Ταμείο Ανάκαμψης;

Υπάρχει μεγάλη απόκλιση παγκοσμίως, καθώς για ένα διάστημα πέντε μηνών ο κόσμος σταμάτησε να παίρνει αποφάσεις. Έτσι πολλές συμφωνίες πάγωσαν, αλλά αυτή τη στιγμή κάποιες επανέρχονται. Στην Ελλάδα βλέπουμε σημαντική ώθηση το τελευταίο τρίμηνο. Σίγουρα η μεγάλη ύφεση είναι πρόβλημα, αλλά δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αλλά τις περισσότερες χώρες παγκοσμίως και κανένας δεν μπορεί να την αποφύγει. Το θέμα θα κριθεί στις λεπτομέρειες και ο μετριασμός των επιπτώσεων της ύφεσης θα εξαρτηθεί από το πως μια χώρα θα διαχειριστεί τις συνέπειες, αλλά και από το πόσο έτοιμη είναι να βγει από αυτό το πρόβλημα. Όλες οι οικονομίες έχουμε δεχθεί πακέτα στήριξης, αλλά στην Ευρώπη ήταν πολύ μεγάλη επιτυχία της Ελλάδας και της κυβέρνησης ο τρόπος που διαπραγματεύτηκε και τοποθετήθηκε σε σχέση με το Ταμείο Ανάκαμψης. Νομίζω ότι με λίγη προσοχή στο πώς θα αξιοποιηθούν αυτά τα χρήματα, μπορεί το 2021 να αλλάξει και δομικά η προοπτική της ελληνικής οικονομίας.

Ποντάρετε δηλαδή σε ένα σενάριο ταχείας ανάκαμψης;

Για την Ελλάδα ναι. Τα προηγούμενα χρόνια, στα οποία οι περισσότερες χώρες κατάφεραν να αναπτυχθούν εκμεταλλευόμενες το φθηνό χρήμα, στην Ελλάδα δεν το καταφέραμε στον ίδιο βαθμό λόγω του Μνημονίου. Τα τελευταία χρόνια έχουμε σημειώσει ένα έλλειμμα εξωτερικών επενδύσεων κοντά στα 100 δισ. ευρώ. Μπορούμε να ανακτήσουμε το χαμένο έδαφος τα επόμενα τρία χρόνια. Με μια σωστή διαχείριση, αυτή η ρευστότητα θα βοηθήσει στη γρήγορη ανάκαμψη.

Τι θεωρείτε ότι έμαθαν οι επενδυτές στο εξάμηνο της πανδημίας;

Ευρύτερα, υπήρχαν επενδυτές που είδαν ευκαιρίες μέσα στην κρίση, «σήκωσαν» επιπλέον χρήματα σε σημαντικό βαθμό, (είχαμε ρεκόρ από καινούργια assets), δεδομένου ότι η συγκεκριμένη κατάσταση σίγουρα κάποια στιγμή θα τελειώσει. Μέχρι να γίνει αυτό δημιουργούνται ευκαιρίες στο pricing των assets και αυτό οδήγησε σε μεγάλο fund raising για να επενδυθούν χρήματα σε καλύτερη αποτίμηση. Από την άλλη υπάρχουν επενδυτές που έχουν υποστεί ισχυρό πλήγμα, καθώς πολλοί κλάδοι έχουν καταστραφεί σε μεγάλο βαθμό και δεν ήταν εύκολο να απεμπλακείς από αυτές τις επενδύσεις (εστίαση, κρουαζιέρα, φιλοξενία).

Πόσο επηρεάστηκε η δική σας καθημερινότητα και εργασία;

Σίγουρα επηρεάστηκαν και πολλά πράγματα άλλαξαν πολύ γρήγορα. Αρχικά άλλαξαν συνήθειες χρόνων, καθώς για παράδειγμα στη δουλειά του επενδυτή είναι πολύ σημαντική η προσωπική επαφή, καθώς θέλουμε να γνωρίζουμε από κοντά τους ανθρώπους των εταιρειών με τους οποίους συνεργαζόμαστε. Όλοι οι επενδυτικοί οίκοι είναι πολύ αυστηροί στο θέμα των μέτρων που πήραν για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Για παράδειγμα στη Νέα Υόρκη οι περισσότεροι δεν δουλεύουν ακόμη από το γραφείο τους. Στο γραφείο μας στο Μιλάνο, το οποίο επλήγη σημαντικά από τον Covid-19, είχαμε προνοήσει από πολύ νωρίς στο να μπορούμε να δουλεύουμε remote και να διαθέτουμε την τεχνική υποστήριξη για να το κάνουμε με επιτυχία. Σήμερα ο κόσμος έχει εκπαιδευτεί για το πώς μπορεί να ζει με την πανδημία. Στην αρχή το lockdown ήταν μονόδρομος, καθώς τότε κανένας δεν ήταν προετοιμασμένος και γνωρίζαμε λίγα πράγματα σχετικά με τον ιό. Τα συστήματα των νοσοκομείων αντιμετώπισαν προβλήματα, άσχετα με το πόσο αναπτυγμένη είναι μια χώρα. Για παράδειγμα οι ΗΠΑ έκαναν μια πολύ κακή διαχείριση, η κυβέρνηση άργησε να πάρει αποφάσεις και να ενημερώσει τον κόσμο, συν το γεγονός ότι κάθε πολιτεία έχει τους δικούς της κανόνες.

Ο Δημήτρης Αθανασόπουλος με τον διεθνώς καταξιωμένο επενδυτή John Paulson.

Οι νέες και μεταβαλλόμενες χρηματοοικονομικές συνθήκες οδηγούν τους επενδυτές σε αναθεώρηση των εφαρμοζόμενων μεθοδολογιών λήψης αποφάσεων. Στην αναζήτησή τους για αποδοτικότερες ασφαλέστερες και πιο βιώσιμες επενδύσεις, λόγω της πανδημίας, οι επενδυτές στρέφονται στην αξιοποίηση μη οικονομικών πληροφοριών, ενσωματώνοντας κριτήρια ESG στις διαδικασίες αξιολόγησής τους. Πώς βλέπετε αυτή την τάση και πώς μπορούν να προσαρμοστούν οι ίδιες οι εταιρείες σε θέματα βιώσιμης ανάπτυξης;

Τα κριτήρια ESG είναι πολύ σημαντικά τόσο για τις εταιρείες, όσο και για τους επενδυτές και είναι κάτι που στις αναπτυγμένες αγορές έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Κατακτά διαρκώς όλο και μεγαλύτερο κομμάτι κεφαλαίων και υπάρχουν αυτή τη στιγμή funds που δεν μπορούν να επενδύσουν, αν δεν έχει οριστεί σαφώς αυτό το πλαίσιο. Μια εταιρεία δεν πρέπει να ενδιαφέρεται για θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και εταιρικής διακυβέρνησης μόνο για επιχειρηματικούς λόγους, αλλά γιατί πιστεύει στη σημασία αυτών. Οι κοινωνίες αλλάζουν, οι προτεραιότητες αλλάζουν και δεν φτάνει μια εταιρεία να είναι πετυχημένη χρηματοοικονομικά, αλλά πρέπει να βάζει προτεραιότητες σε τέτοια ζητήματα. -Είναι μονόδρομος.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας και που στρέφετε το ενδιαφέρον σας αυτή την περίοδο;

Αυτή τη στιγμή οι αγορές είναι σε ιστορικά υψηλά και έχουν διατεθεί μεγάλα ποσά. Σίγουρα το impact της πανδημίας στην πραγματική οικονομία θα είναι σημαντικό. Οι αγορές μέχρι στιγμής, λόγω της υπερβολικής ρευστότητας, έχουν «κλείσει τα αυτιά τους» και κάνουν πως δεν ακούν. Επίσης για πολλούς μήνες οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε μέτρα στήριξης της πραγματικής οικονομίας και δεν έλλειψαν χρήματα από την αγορά. Σίγουρα όμως υπάρχουν πολλά θέματα, όπως αυτό της ανεργίας, που θα τα βρούμε σύντομα μπροστά μας.

Στην AXIA ειδικά πιστεύουμε πολύ στην Ελλάδα, η οποία παραμένει η κύρια αγορά μας, ενώ γινόμαστε πιο ενεργοί και στο θέμα της Ιταλίας. Μπορώ να πω ότι αυτή τη στιγμή είμαστε πιο απασχολημένοι από ποτέ και οι επόμενοι 12-18 μήνες θα έχουν -ιδιαίτερο ενδιαφέρον.