Dr. Markus Miele: Ο άνθρωπος που οδηγεί 127 χρόνια ιστορίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης
- 06/07/2026, 12:30
- SHARE
Στο μουσείο της Miele στο Gütersloh, η ιστορία της εταιρείας ξεδιπλώνεται σαν ένα ταξίδι μέσα στον χρόνο. Ξύλινα πλυντήρια ρούχων, βουτυρομηχανές, ποδήλατα, μοτοσικλέτες, ακόμη και ένα αυτοκίνητο που δεν πέρασε στη μαζική παραγωγή, αφηγούνται τη διαδρομή μιας επιχείρησης που ξεκίνησε το 1899 από ένα μικρό εργαστήριο στη Βεστφαλία και εξελίχθηκε σε ένα από τα ισχυρότερα premium brands οικιακών συσκευών παγκοσμίως.
Περπατώντας ανάμεσα στα εκθέματα, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η εταιρεία παραμένει κάτι περισσότερο από ένας παγκόσμιος βιομηχανικός οργανισμός. Σε μια εποχή όπου οι περισσότερες πολυεθνικές διοικούνται από επαγγελματικά στελέχη και σύνθετα διοικητικά σχήματα, η Miele εξακολουθεί να αποτελεί οικογενειακή υπόθεση, με τους απογόνους των ιδρυτών να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας.
Ο Dr. Markus Miele, δισέγγονος του συνιδρυτή Carl Miele και εκπρόσωπος της τέταρτης γενιάς της οικογένειας, μιλά για το μέλλον ενός brand με ιστορία που εκτείνεται σε περισσότερους από δώδεκα δεκαετίες με τον ίδιο φυσικό τρόπο που κάποιος άλλος θα μιλούσε για την προσωπική του διαδρομή. Άμεσος, προσιτός και εμφανώς συνδεδεμένος με την κληρονομιά που καλείται να συνεχίσει, εξηγεί πώς μια εταιρεία που ξεκίνησε κατασκευάζοντας μηχανές παραγωγής βουτύρου προσπαθεί να παραμείνει επίκαιρη στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Από τη διαδοχή στις οικογενειακές επιχειρήσεις και τη φιλοσοφία του «Immer Besser» μέχρι την AI, την ηγεσία και τις γεωπολιτικές προκλήσεις της εποχής, η συζήτηση μαζί του αποκαλύπτει ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι να διαχειριστείς μια ισχυρή παρακαταθήκη, αλλά να διασφαλίσεις ότι θα συνεχίσει να εξελίσσεται.
«Δεν αρκεί να είσαι ένας Miele για να ηγηθείς»
Παρότι γεννήθηκε μέσα σε μία από τις πιο γνωστές οικογένειες της γερμανικής βιομηχανίας, η πορεία του Markus Miele προς τη διοίκηση της εταιρείας δεν ήταν προδιαγεγραμμένη. «Ο πατέρας μου μού είπε ότι πρέπει να επιλέξω αυτό που πραγματικά θέλω να κάνω, γιατί θα είναι η ζωή μου και πρέπει να είσαι χαρούμενος στη ζωή σου», θυμάται.
Ακολούθησαν σπουδές στη βιομηχανική διοίκηση, διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο του St. Gallen και επαγγελματική εμπειρία στη Hella (πλέον γνωστή ως Forvia Hella μετά τη συγχώνευσή της με τη Faurecia), έναν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές της αυτοκινητοβιομηχανίας στη Γερμανία. Μόνο τότε ήρθε το ερώτημα αν ήθελε πραγματικά να ενταχθεί στη Miele.
Σήμερα, η εταιρεία εξακολουθεί να ανήκει εξ ολοκλήρου στις οικογένειες Miele και Zinkann, με περισσότερους από 90 απογόνους των δύο ιδρυτών να αποτελούν μετόχους της επιχείρησης. Παρ’ όλα αυτά, η διαδοχή δεν λειτουργεί ως οικογενειακό προνόμιο.
«Πρέπει να έχεις τα προσόντα και πραγματικά να θέλεις να κάνεις αυτή τη δουλειά», τονίζει ο Markus Miele. Οι υποψήφιοι διάδοχοι περνούν από αξιολόγηση, παρουσιάζονται ενώπιον του οικογενειακού συμβουλίου και εξετάζονται ακόμη και από εξωτερικούς συμβούλους πριν θεωρηθούν κατάλληλοι να αναλάβουν ηγετικό ρόλο.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις. «Συνήθως δεν ψηφίζουμε. Προσπαθούμε να φέρουμε τους πάντες μαζί μας», εξηγεί. Αν κάποιος θεωρεί ότι ένα προϊόν ή μια επένδυση δεν είναι σωστή, η συζήτηση συνεχίζεται μέχρι να βρεθεί κοινός τόπος.
Από το «Immer Besser» στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης
Το σύνθημα «Immer Besser» — «Πάντα Καλύτερα» — συνοδεύει τη Miele από την ίδρυσή της. Για τον Markus Miele, η φιλοσοφία αυτή παραμένει απολύτως επίκαιρη ακόμη και σήμερα, όπου η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται, παράγονται και χρησιμοποιούνται οι οικιακές συσκευές.
Ωστόσο, αποφεύγει να την αντιμετωπίζει ως μια επαναστατική τεχνολογία που εμφανίστηκε ξαφνικά τα τελευταία χρόνια. Αντίθετα, εξηγεί ότι η Miele αξιοποιεί στοιχεία της εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
«Όταν ενσωματώσαμε τις πρώτες εφαρμογές AI, ήταν το 2015», αναφέρει, θυμίζοντας πως τότε η εταιρεία χρησιμοποιούσε νευρωνικά δίκτυα για να υπολογίζει τη θερμοκρασία μέσα σε κατσαρόλες και τηγάνια μέσω αισθητήρων τοποθετημένων κάτω από τις εστίες. Παρότι επρόκειτο ουσιαστικά για μια πρώιμη εφαρμογή της τεχνολογίας, η Miele επέλεξε συνειδητά να μην την προβάλλει ως τέτοια.
«Δεν βάλαμε ποτέ κάποιο αυτοκόλλητο που να γράφει “AI” πάνω στη συσκευή, γιατί αυτό που είχε σημασία ήταν το αποτέλεσμα για τον χρήστη», υπογραμμίζει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αξία της δεν βρίσκεται στον εντυπωσιασμό αλλά στη βελτίωση της εμπειρίας. «Η AI είναι λίγο σαν τον φίλο που κοιτάζει πάνω από τον ώμο σου και σου λέει ότι μπορείς να έχεις καλύτερο αποτέλεσμα αν κάνεις κάτι διαφορετικά. Και ακόμη κι αν είσαι επαγγελματίας σεφ, μπορεί να σε βοηθήσει να πετύχεις ακόμη καλύτερο αποτέλεσμα, γιατί γνωρίζει περισσότερα για τις συνθήκες, τις ρυθμίσεις και τις παραμέτρους του μαγειρέματος».
Η πρακτική αυτή αποτυπώνεται ήδη σε μια σειρά προϊόντων της εταιρείας. Μέσω της τεχνολογίας Smart Food ID, οι φούρνοι της Miele χρησιμοποιούν κάμερα για να αναγνωρίζουν το είδος του φαγητού που βρίσκεται στο εσωτερικό τους και να προτείνουν το καταλληλότερο πρόγραμμα μαγειρέματος. Το σύστημα μπορεί να διακρίνει ακόμη και αν μια πίτσα είναι κατεψυγμένη ή φρέσκια, προσαρμόζοντας αυτόματα τις ρυθμίσεις για το βέλτιστο αποτέλεσμα.
Όμως για τον Markus Miele, η πραγματική δύναμη βρίσκεται στα δεδομένα. «Όσο περισσότερους αισθητήρες έχουμε στις συσκευές και όσο περισσότερα δεδομένα διαθέτουμε, τόσο περισσότερο μπορούμε να αξιοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη», εξηγεί.
Η ίδια λογική εφαρμόζεται πλέον στην εξυπηρέτηση πελατών, στην παραγωγή, στην έρευνα και στην ανάπτυξη προϊόντων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εταιρεία μπορεί να διαγνώσει εξ αποστάσεως ένα πρόβλημα σε μια συνδεδεμένη συσκευή και να βοηθήσει τον πελάτη να το επιλύσει χωρίς να χρειαστεί επίσκεψη τεχνικού. Ένα μικρό αντικείμενο που έχει φράξει το πλυντήριο πιάτων, για παράδειγμα, μπορεί να αφαιρεθεί από τον ίδιο τον χρήστη ακολουθώντας ένα βίντεο οδηγιών που αποστέλλεται μέσω της εφαρμογής.
Παρά τις δυνατότητες που ήδη υπάρχουν, ο επικεφαλής της Miele δεν θεωρεί ότι η τεχνολογία έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της. Αντιθέτως, πιστεύει ότι βρισκόμαστε ακόμη στα πρώτα στάδια μιας πολύ μεγαλύτερης μετάβασης.
«Νομίζω ότι βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή», υποστηρίζει, αναφερόμενος στις επόμενες γενιές agentic AI και στις δυνατότητες που αναμένεται να φέρουν τα επόμενα χρόνια. «Υπάρχουν πολλά περισσότερα που έρχονται».
«Η μεγαλύτερη καινοτομία είναι να σκέφτεσαι μακροπρόθεσμα»
Σε έναν επιχειρηματικό κόσμο που κινείται με τον ρυθμό των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων και των συνεχών αναθεωρήσεων προβλέψεων, η Miele εξακολουθεί να λειτουργεί με ορίζοντα δεκαετιών. Ίσως γιατί, ως οικογενειακή επιχείρηση, δεν λογοδοτεί μόνο στους επόμενους ισολογισμούς, αλλά και στις επόμενες γενιές.
«Με ενδιαφέρει αυτό το τρίμηνο και η επόμενη χρονιά, αλλά κοιτάζω περισσότερο τη μακροπρόθεσμη εξέλιξη».
Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με διαδοχικές κρίσεις. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μέχρι τις αβεβαιότητες γύρω από το Στενό του Ορμούζ και τις μεταβαλλόμενες εμπορικές πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών, οι παράγοντες που επηρεάζουν τη βιομηχανία μοιάζουν περισσότεροι από ποτέ.
«Δεν έχω μια γυάλινη σφαίρα που να μου δείχνει τι θα συμβεί», λέει χαμογελώντας.
Αυτό που γνωρίζει, ωστόσο, είναι ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν ήδη την καθημερινότητα των επιχειρήσεων. Οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, των μεταφορών και των πρώτων υλών μεταφέρονται σταδιακά σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, δημιουργώντας πιέσεις τόσο στους κατασκευαστές όσο και στους καταναλωτές.
«Αν ο πληθωρισμός συνεχιστεί, ίσως χρειαστεί να αυξήσουμε ξανά τις τιμές, όπως κάνουν και οι προμηθευτές μας», σημειώνει, εξηγώντας ότι το αυξημένο κόστος δεν αφορά μόνο τα υλικά παραγωγής αλλά και τα καύσιμα, τις μεταφορές και τις υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης.
Κόντρα στο αβέβαιο περιβάλλον, εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος για το μέλλον της εταιρείας, και οι αριθμοί εξηγούν γιατί. Σήμερα, η παγκόσμια αγορά οικιακών συσκευών εκτιμάται μεταξύ 220 και 230 δισ. ευρώ, ενώ η Miele καταγράφει ετήσιο κύκλο εργασιών περίπου 5 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 4 δισ. προέρχονται από τις οικιακές συσκευές και περίπου 1 δισ. από τον επαγγελματικό τομέα.
Παρά την ισχυρή θέση της στην premium κατηγορία, το μερίδιό της στην παγκόσμια αγορά παραμένει σχετικά περιορισμένο, κάτι που ο ίδιος μεταφράζει ως σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης.
Οι μεγαλύτερες ευκαιρίες, όπως εξηγεί, βρίσκονται σε τρεις βασικούς άξονες: στην περαιτέρω ενίσχυση της διεθνούς παρουσίας της εταιρείας, στις ψηφιακές υπηρεσίες και τις συνδεδεμένες συσκευές, αλλά και στην ανάπτυξη του τομέα Miele Professional.
Ο τελευταίος αποτελεί ίσως έναν από τους λιγότερο γνωστούς αλλά ταχύτερα αναπτυσσόμενους πυλώνες της εταιρείας, καθώς, πέρα από τις οικιακές συσκευές, η Miele δραστηριοποιείται σε νοσοκομεία, ξενοδοχεία, επαγγελματικά πλυντήρια, εργαστήρια και μονάδες αποστείρωσης ιατρικού εξοπλισμού.
Η ίδια λογική διαπερνά και τα προϊόντα της. Σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος της βιομηχανίας βασίζεται στη συχνή αντικατάσταση συσκευών, η Miele εξακολουθεί να επενδύει στην ανθεκτικότητα. Οι συσκευές της δοκιμάζονται με βάση χρήση που αντιστοιχεί σε έως και 20 χρόνια λειτουργίας, μια πρακτική που αντικατοπτρίζει τη βαθιά πεποίθηση ότι η ποιότητα δεν πρέπει να αποτελεί αντικείμενο συμβιβασμού.
Αυτό δημιουργεί ένα ενδιαφέρον παράδοξο: πώς συνεχίζει να αναπτύσσεται μια εταιρεία όταν τα προϊόντα της είναι σχεδιασμένα να διαρκούν τόσο πολύ;
Για τον Markus Miele, δεν υπάρχει καμία αντίφαση.
Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η αντικατάσταση μιας συσκευής έχει νόημα μόνο όταν η τεχνολογία προσφέρει πραγματική και μετρήσιμη αξία στον καταναλωτή.
«Από πλευράς βιωσιμότητας, αν δεν υπάρχει ένα μεγάλο τεχνολογικό άλμα, κρατήστε τη συσκευή σας. Είναι απολύτως εντάξει», συμβουλεύει.
Η λογική αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη φιλοσοφία της γρήγορης κατανάλωσης που έχει επικρατήσει σε αρκετούς κλάδους της τεχνολογίας. Ίσως γι’ αυτό, όταν η συζήτηση μεταφέρεται στις επόμενες γενιές ηγετών της εταιρείας, δεν μιλά για την τεχνητή νοημοσύνη, τα δεδομένα ή τις ψηφιακές δεξιότητες.
Η πρώτη λέξη που χρησιμοποιεί είναι το «όραμα».
«Το μακροπρόθεσμο όραμα είναι σημαντικό», εκφράζει χωρίς δεύτερη σκέψη, πριν συμπληρώσει ότι η επιτυχία εξακολουθεί να εξαρτάται από κάτι διαχρονικό: «Πρέπει να προσλαμβάνεις τα κατάλληλα άτομα και να χτίζεις τις σωστές ομάδες».
Για κάποιον που διοικεί μια εταιρεία η οποία βρίσκεται ήδη στην τέταρτη και πέμπτη γενιά της οικογένειας, οι απαντήσεις αυτές μοιάζουν απολύτως λογικές. Η τεχνολογία αλλάζει, οι αγορές μεταβάλλονται και οι καταναλωτές ζητούν πάντα κάτι ακόμη. Εκείνο που παραμένει σταθερό είναι η ανάγκη να υπάρχουν άνθρωποι ικανοί να οδηγήσουν τον οργανισμό στην επόμενη εποχή.
Ο Markus Miele δεν αντιλαμβάνεται τον ρόλο του ως φύλακα ενός μουσείου ούτε ως διαχειριστή μιας ένδοξης κληρονομιάς. Γνωρίζει ότι αποτελεί έναν ακόμη κρίκο σε μια αλυσίδα που ξεκίνησε το 1899 και που κάποια στιγμή θα συνεχιστεί από την επόμενη γενιά. Ίσως γι’ αυτό ένα τόσο παλιό brand εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα. Γιατί πίσω από κάθε καινοτομία, επένδυση ή στρατηγική απόφαση εξακολουθεί να βρίσκεται η ίδια φιλοσοφία που διατύπωσαν οι ιδρυτές του πριν από 127 χρόνια — Immer Besser. Πάντα καλύτερα.