Λάκης Γαβαλάς στο Fortune: «Η μεγαλύτερη μου φυλακή είναι η ευσυνειδησία και η πειθαρχία μου»

ΛΑΚΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ

Σχεδιαστής Μόδας, Επιχειρηματίας

Η άνοδος, η πτώση και τα νέα επαγγελματικά εγχειρήματα ενός ανθρώπου που θεωρείται «κεφάλαιο» για την ελληνική μόδα.

*Φωτογραφίες: Σύλβια Διαμαντοπούλου

Καλλιτεχνική φύση, εκκεντρικός, για τους περισσότερους μια ιδιαίτερη persona, ωστόσο, ο ίδιος προτιμά να προσδιορίζει τον εαυτό του ως, έμπορο, ως «money maker» που παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην παγκόσμια βιομηχανία της μόδας και προσπαθεί να διδάξει «στυλ» και «glamour» όπως αναφέρει στους Έλληνες και τις Ελληνίδες του 21ου αιώνα.

Ο Λάκης Γαβαλάς αποτελεί ένα αυτοτελές κεφάλαιο στον χώρο της μόδας, που έχει συζητηθεί όσο λίγοι. Ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως χορευτής. Το ταλέντο του και η χάρη του έφτασαν μέχρι τη γειτονική Ιταλία, όπου συμμετείχε ως χορευτής  στο σόου της Ραφαέλα Καρά, Zero Tres Cuatro Cinco Seis, που μετέδιδε η RAI. Το κοφτερό μυαλό και η αισθητική του έγιναν γρήγορα αντιληπτά από διάσημους οίκους μόδας, οι οποίοι του ανέθεσαν τη χορογραφία στις πασαρέλες και εκεί καταφέρνει να γνωριστεί από κοντά με πασίγνωστους σχεδιαστές. Σταδιακά κερδίζει την εμπιστοσύνη τους και ηχηρά brands δέχονται να εκπροσωπηθούν από την εταιρεία που στήνει, όταν επιστρέφει στην Ελλάδα.

Η αρχή γίνεται το 1982 με τον οίκο Trussardi, ενώ σταδιακά προστίθενται και άλλα ονόματα, μεταξύ των οποίων, Moschino, Krizia, Dolce & Gabbana και DSquared2. Το όνομα Λάκης Γαβαλάς εδραιώνεται στην ελληνική αγορά και όλοι θέλουν να συνεργαστούν μαζί του. Στις αρχές του 2000 περνάει στα χέρια του η αντιπροσωπεία των Burberry, της σειράς Rive Gauche του Υves Saint Laurent, ενώ φέρνει και τα ιταλικά αρώματα Acqua di Parma. Αντιπροσωπεύει 85 ξένες εταιρείες, το 90% των οποίων ήταν πολυεθνικές, διαθέτει 850 πελάτες στη χονδρική, 13 καταστήματα και 300 εργαζομένους.

Βλέποντας την παγκοσμιοποίηση να είναι προ των πυλών, το 2003 ξεκινά τη δική του μάρκα, με την επωνυμία LAK, η οποία απευθύνεται σε πιο νεανικό κοινό, ενώ μετακομίζει σε ιδιόκτητες εγκαταστάσεις στο οικόπεδο των 20.000 τετραγωνικών μέτρων στην Κάντζα, με τα τρία κτίρια, τις αποθήκες, τα γραφεία, το σχεδιαστήριο και το showroom, επένδυση που άγγιξε τα 32 εκατ. ευρώ. Ο επιχειρηματίας βιώνει την απόλυτη άνοδο μέχρι που η οικονομική κρίση κάνει την εμφάνισή της στην Ελλάδα και εκεί ξεκινά η πτώση. Μια πτώση που οδηγεί την εταιρεία του σε χρεοκοπία και τον ίδιο στη φυλακή.

Η επιχειρηματική του διαδρομή τον καθιστά case study και αυτός – πέρα από την ισχυρή προσωπικότητά του και το authority που έχει στην αγορά – ήταν ο βασικός λόγος που μου κέντρισε το ενδιαφέρον για τη συνέντευξή μας.

Φιλικός, ακομπλεξάριστος, μα πάνω από όλα άνθρωπος που έχει κάνει την αυτοκριτική του και αισθάνεται σίγουρος για τον εαυτό του, ο Λάκης Γαβαλάς με υποδέχτηκε στο σπίτι του ξεδιπλώνοντας μια άλλη πτυχή του εαυτού του, που μου επέτρεψε να καταλάβω πώς σκέφτεται ένας επιχειρηματίας, ο οποίος μέσα σε τέσσερις δεκαετίες γνώρισε την άνοδο και την πτώση, κατάφερε να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του και συνεχίζει μέσα από άλλες δραστηριότητες να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο μεταλαμπαδεύοντας τις γνώσεις του στα νέα παιδιά, που ασχολούνται με τον χώρο της μόδας.

Κύριε Γαβαλά, τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στο να ασχοληθείτε με το επιχειρείν και να αναπτύξετε τη δική σας εταιρεία στον χώρο της μόδας;

Όλα ξεκινούν από την καλλιτεχνική μου φύση. Έτυχε να είμαι χορευτής και αργότερα χορογράφος και έτσι είχα άμεση επαφή με το ένδυμα και την κουλτούρα του ενδύματος. Σε κάθε θεατρική παράσταση που πρόλαβα να κάνω στην Αθήνα με δύο χορογράφους, τον Συγκλινό και τον Μεταξόπουλο, έπρεπε να συνοδεύουμε κάθε ηθοποιό με χορευτικό, άρα λοιπόν άλλαζε το θέμα και τα κοστούμια, οπότε είχα τη δυνατότητα να έχω οφθαλμική επαφή με πάρα πολλά ρούχα και να μάθω πολλές ιστορίες πάνω σε αυτά. Αργότερα πηγαίνοντας στην RAI, όπου με επέλεξαν να πλαισιώσω το μπαλέτο που απαρτιζόταν από 65 άτομα σε ένα Κυριακάτικο show, πάλι εκεί πηγαίναμε στα βεστιάρια και βλέπαμε, ανάλογα με τα θέματα, τι κοστούμια υπήρχαν. Αυτό μου εξασφάλισε μεγάλη εξοικείωση με την ιστορία του ρούχου, συν του ότι από μικρός μου άρεσε πάντοτε η καλαισθησία. Όταν κάναμε στο σχολείο ιστορία έβλεπα τι φορούσαν οι αρχαίοι, όταν κάναμε χημεία παρατηρούσα τις στολές των γιατρών, στα θρησκευτικά έβλεπα τους παπάδες που ήταν το αποκορύφωμα της αισθητικής μου, γιατί μου άρεσε πολύ αυτή η διακόσμηση στα ενδύματα.

Στα πρώτα σας βήματα θα λέγατε ότι ήταν η έντονη προσωπικότητά σας ή η παρθένα ελληνική αγορά που κέντρισε το ενδιαφέρον των ξένων οίκων, ώστε να σας εμπιστευθούν την εμπορία και εκπροσώπηση των προϊόντων τους στην Ελλάδα;

Θεωρώ ότι αυτό που έπαιξε καθοριστικό ρόλο ήταν ότι είχα κουλτούρα από πολύ μικρός. Έδενα το ζωνάρι του τσολιά στις γυμναστικές επιδείξεις από το Δημοτικό καλύτερα από άλλους, ήξερα πώς να τοποθετήσω το ψεύτικο σπαθί, ώστε να φαίνεται σαν να είναι αληθινό. Μπορούσα να χρησιμοποιήσω καλά οποιοδήποτε υλικό είχα στα χέρια μου, κάτι που σταδιακά μετατρέπεται σε αυτό που ονομάζουμε styling. Η καλλιτεχνική μου υφή και η δίψα για τη γνώση, κάτι που δεν σταμάτησε ποτέ, με έκαναν να βελτιώνω το επίπεδό μου και απαιτούσα από τους άλλους να με ακούσουν, γιατί μετέδιδα κουλτούρα και δημιουργικότητα. Αυτό εκτίμησαν σε εμένα οι εκάστοτε συνεργάτες και όχι την απλή δόση του styling της στιγμής. Ήμουν στα μάτια τους εκείνη την εποχή ένα case study.

Κάποια στιγμή στην επιχειρηματική σας διαδρομή φτάσατε να αντιπροσωπεύετε 85 διεθνή brands. Ποια ήταν η στρατηγική που ακολουθούσατε;

Ήμουν ένας scouter που, εκτός από τα γνωστά ονόματα, ανίχνευε νέες εταιρείες. Και έκανα και κάτι άλλο. Τους σύστηνα κάποια πολύ καλά στελέχη, που μπορεί να ήταν δεύτερα σε μια εταιρεία, όπως π.χ. ο Christopher Belli που ανέλαβε την Burberry’s για 15 χρόνια. Ήταν δικό μου «προξενιό». Ανήκε στο team της Prada, αλλά ήταν πολύ ικανός και μπορούσε να είναι, όχι μόνο αυτόνομος, αλλά και κάτι παραπάνω. Αυτό λοιπόν το εκτίμησε η Burberry’s τον εμπιστεύτηκαν και έκανε την μεγάλη «Αναγέννηση». Μετά βρήκα τους Dolce & Cabanna, τους Disquired, τον Dirk Bikkembergs κ.α. Και δεν είχα μόνο μιας φυλής αισθητική. Δηλαδή μόνο Γάλλοι, Άγγλοι ή Ιταλοί και Αμερικάνοι. Είχα και brands του Βορρά. Ήταν πολλαπλό το όραμά μου.

Ποια από όλες αυτές τις συνεργασίες ήταν η πιο επιτυχημένη ή αυτή που ταίριαζε περισσότερο στη δική σας νοοτροπία – ιδιοσυγκρασία;

Δεν έχει έρθει ακόμα! Νομίζω ότι ακόμα είμαι πολύ μικρός για να κρίνω εγώ ποιος μπορούσε να είναι για εμένα ο καλύτερος. Αλλά η αλήθεια είναι πως αν ρωτούσατε εκείνους ποιος ήταν ο καλύτερος που έχουν συνεργαστεί, θα έλεγαν εμένα.

Ένα μελανό κεφάλαιο της ιστορίας σας ήταν το διάστημα που μπήκατε στη φυλακή και η εταιρεία ήταν χρεοκοπημένη. Τι ήταν αυτό που σκεφτόσασταν τότε; Μπορούσε να μηδενίσει το κοντέρ και να ξεκινήσετε από την αρχή;

Ο Λάκης Γαβαλάς ήταν μέρος μιας εταιρείας ομαδικής και φυσικά ήταν συνδιευθύνων σύμβουλος και δεν αποποιείται τις ευθύνες του. Ζούσαμε σε μια εποχή που όλα ήταν ένα μπαλόνι. Υπήρχαν πάνω από μια φούσκες και όποιος κατάφερνε να τις κρατήσει καλύτερα πάνω στο καλάμι, υπερείχε. Εγώ θέλω να πιστεύω ότι δεν ήμουν, ούτε η τρόμπα, ούτε το μπαλόνι. Ήμουν όμως το καλάμι με την καλή έννοια. Το κρατούσα ψηλά και διατυμπάνιζα ότι η Ελλάδα ήταν ένα μέρος του κόσμου, που θα μπορέσει να απορροφήσει την παγκοσμιοποίηση. Οι τότε άνθρωποι που βρισκόταν σε θέσεις κλειδιά μου είχαν πει ότι θα μπούμε στην παγκοσμιοποίηση, γι’ αυτό και εγώ προχώρησα σε μια πολύ μεγάλη επένδυση. Οι κακές συνθήκες διαχείρισης της Ελλάδας γενικότερα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στο να φτάσει η εταιρεία στο σημείο της χρεοκοπίας. Ο κόσμος τότε έφτυνε στο δρόμο, μούντζωνε και έλεγε σε κάθε δύο προτάσεις τη βρισιά που έχει … τρία α. Εγώ έπρεπε να αφαιρέσω τα τρία α από αυτή τη λέξη και να τα βάλω στο δικό μου όνομα, που και αυτό έχει τρία α (Γαβαλάς) για να κάνω την Ελλάδα να είναι μόνο Α και να μη μπει ποτέ σε Β ζώνη.

Μόνος μου δεν το πέτυχα. Ούτε φυλετικές, ούτε πολιτικές, ούτε κοινωνικές διακρίσεις είχα. Εγώ θεωρούσα ότι είμαι ένας εργάτης που έχει σταλεί σε αυτόν τον κόσμο για να εξευγενίσει με τη γνώση του και να επιτύχει την πρόοδο στην χώρα του. Όλα αυτά από μόνος μου, δυστυχώς, δεν μπόρεσα να τα κάνω, ή αν θέλεις δεν ακολούθησα τακτικές των πολιτικών δεδομένων. Ευτυχώς! Αυτό που είχα πάντοτε στο μυαλό και στο λεξιλόγιό μου είναι η ηθική και ως αντικείμενο ήταν μια μεζούρα, για να μη φαρδαίνει η μέση μου. Αυτά τα δύο μου έμειναν και αυτά με ενδιαφέρουν. Για εμένα φυλακή υπήρξε πολύ πριν με βάλουν αυτοί που με έβαλαν σκόπιμα σε αυτή. Εγώ χρωστούσα τον ΦΠΑ, τον οποίο οι πελάτες της χονδρικής δεν πλήρωναν. Έκανα διανομή σε όλη την Ελλάδα, από την Αλεξανδρούπολη μέχρι την Κρήτη, και δεν υπήρξε καμία στήριξη από τις τράπεζες. Πουλούσαν ένα εμπόρευμα το οποίο, όταν ήρθαμε σε δύσκολη θέση και δεν μπορούσαμε να το πληρώσουμε, και αφού μας είχαν πιέσει να πάρουμε παραπάνω εμπόρευμα από ότι αντέχαμε, μας καταδίκασαν, παίρνοντάς μας τα πάντα χωρίς να είμαστε συνένοχοι και συνυπαίτιοι.

Εγώ εδώ είμαι και αισθάνομαι πιο δυνατός από ποτέ. Και αυτό που με δυνάμωσε δεν είναι η εμπειρία της φυλακής, αλλά οι γνώσεις μου και η επιμονή μου στα πράγματα. Κάποιες φορές μπορεί να είναι ακόμη και άψυχα αντικείμενα, όπως για παράδειγμα τα βιβλία, το διαδίκτυο, το Instagram. Σε αυτά κατευθύνομαι και αυτά με καθοδηγούν. Αν κοιμάμαι ήσυχα το βράδυ είναι γιατί έχω καθαρή τη συνείδησή μου. Και το γεγονός ότι γίνομαι «ήρωας», με την καλή ή την κακή έννοια, όπως το να αντέξω τη φυλακή και όχι γιατί υπήρξα καλός επιχειρηματίας αποδεκτός από 80 πολυεθνικές εταιρείες, αυτό είναι θέμα του Κράτους.

Το αν τελικά υπερεκτίμησα τον εαυτό μου κάποια στιγμή ή με υποτίμησαν οι άλλοι, αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι. Η μεγαλύτερη μου φυλακή είναι η ευσυνειδησία και η πειθαρχία μου. Η πραγματική φυλακή δεν μου έκανε τίποτα. Ίσα ίσα που είχα μαζί μου και 2.300 κομπάρσους για να κάνω την ταινία της ζωής μου με τίτλο «The Prisoner».

Πώς σαν υποδέχτηκε η αγορά μετά την οικονομική περιπέτεια;

Επί της ουσίας δεν άλλαξε κάτι. Ακόμη και αυτοί που μπορεί να με αμφισβητούσαν, όταν λύθηκε το θέμα και μάλιστα όταν έμαθαν ότι οι ξένες εταιρείες έχουν κάνει εξώδικα στην Ελλάδα για διαφυγόντα κέρδη, άλλαξαν οπτική. Για τους ξένους οίκους ήμουν μια εταιρεία που την είχαν επιλέξει, την είχαν αξιολογήσει και έβλεπαν ότι μπορούσα να εισάγω και ότι είχα στα χέρια μου τα νομικά διαπιστευτήρια. Ήμουν ένας επιχειρηματίας που παρήγαγε πολλά χρήματα και πλήρωνε 300 άτομα προσωπικό, δεν έχω να αποδείξω κάτι βγαίνοντας από τη φυλακή.

Αυτό που με νοιάζει είναι να είμαι χρήσιμος στην κοινωνία και να μπορώ να παράξω ξανά. Οι αρχές δεν με έχουν αφήσει εδώ και έντεκα χρόνια να παράξω. Δεν έχω ΑΦΜ, με συντηρούν κάποιοι φίλοι μου. Είμαι ένας άνθρωπος που ευγενώς προσφέρω τις υπηρεσίες μου και ακόμα και όταν δούλεψα στην τηλεόραση μου πήραν πάλι όλα μου τα χρήματα.

Αλλά αυτό που δεν μπορούν να μου πάρουν είναι το Glamour. Είναι η προίκα μου με αυτό γεννήθηκα, με αυτό πορεύομαι και αυτό βλέπει το σύμπαν. Και ελπίζω ότι θα έρθει η μέρα που θα το δουν και οι διπλανοί μου. Χαίρομαι που έχω εμπνεύσει ανθρώπους και δέχομαι μηνύματα ακόμη και από μεγάλους stars. Εν μέρη αισθάνομαι χρήσιμος. Απλά δεν είμαι σε επίπεδο καταγραφής, στο να με έχουν δηλαδή  το ΙΚΑ, το ΤΕΒΕ και η Εφορία σαν ένα πάρα πολύ καλό πελάτη, όπως στο παρελθόν. Όλα αυτά πετάχτηκαν στον κάδο διότι θεώρησαν ότι μια υποτυπώδης τιμωρία σε ένα δημόσιο πρόσωπο θα βελτιώσει τη χώρα. Γκρεμίστηκε το τείχος και μπήκαν μέσα βάνδαλοι, άνθρωποι που νομίζουν ότι ξέρουν από μόδα, αλλά είναι μηδενικά, χωρίς ένα νούμερο δίπλα τους για να μπορέσω να εξετάσω γιατί τελικά υπάρχουν.

Η μεγαλύτερη μου φυλακή είναι η ευσυνειδησία και η πειθαρχία μου. Η πραγματική φυλακή δεν μου έκανε τίποτα. Ίσα ίσα που είχα μαζί μου και 2.300 κομπάρσους για να κάνω την ταινία της ζωής μου με τίτλο «The Prisoner».

Τί γίνεται με την επένδυση στα Μεσόγεια; Γιατί λιμνάζει και δεν αξιοποιείται από το Δημόσιο;

Η επένδυση από ότι λένε ανήκει πλέον στους Ρομά και βανδαλίζεται καθημερινά. Θα την πάρει κάποιος Αιγύπτιος ή κάποιος Άραβας, γιατί ένας Έλληνας να πάρει 40 στρέμματα με 20.000 τ.μ. κτίσμα να το κάτι τι σήμερα; Για να πληρώνει και να πλουτίζει το Κράτος που δεν φτιάχνει ούτε τα πεζοδρόμια, ούτε τα ετοιμόρροπα κτήρια, ούτε τα ολυμπιακά ακίνητα που βρίσκονται παρκαρισμένα; Εγώ είμαι «Fortune» της Ελλάδος και αυτό είναι που με κρατάει. Είμαι ένας Έλληνας που αγαπά και σέβεται τη χώρα του. Αλλά δεν έχει σημασία αν η χώρα στέκεται όρθια και ακούει τι λέω εγώ. Είναι οι άλλοι που είναι «ξαπλωμένοι» και σε λήθαργο και αναφέρομαι σε αυτούς που τη διοικούν.

Αν ήταν ένα μάθημα που διδαχτήκατε από την ενασχόληση με το επιχειρείν ποιο θα λέγατε ότι είναι αυτό; Και αν γυρνούσατε το χρόνο πίσω τι θα έλεγε ο Λάκης στον νεότερο εαυτό του;

Επειδή δεν είμαι ένα απλό άτομο, θεωρώ ότι μπορεί να είχα και καλούς συνεργάτες δίπλα μου, που όμως από το κόμπλεξ τους και επειδή τους βγήκε ο κακός τους εαυτός, θεωρώντας ότι έτσι θα μπορέσουν να επιβληθούν, χάλασε η συνταγή. Εμένα δεν μου αρέσουν οι «γλείφτες» που λένε διαρκώς ναι και δεν κάνουν τελικά τίποτα. Προτιμώ έναν αυστηρό άνθρωπο που έρχεται στον ίδιο δρόμο με εμένα. Εγώ δεν έκαναν ποτέ καμία ευρεσιτεχνία. Όμως αυτά που έλεγα στους συνεργάτες μου, προέρχονταν από τα σεμινάρια που έχω κάνει με τις πολυεθνικές εταιρείες και προσπάθησα να εφαρμόσω στην ελληνική αγορά. Δεν πήρα σκάφη για να κάνω αναψυχή, ούτε προσελάμβανα ανθρώπους για να τους συμπεριφέρομαι ως σκλάβους, γιατί δεν ήθελα και εμένα να μου συμπεριφέρονται έτσι, τη στιγμή που ήμουν τόσο εργατικός. Για να αποφύγεις προβλήματα, ίσως θα πρέπει να είσαι «one man show», αλλά εγώ είμαι άνθρωπος που αγαπά τις συνεργασίες.

Η συμβουλή που θα έδινα στον εαυτό μου είναι ότι θα έπρεπε να είχα περισσότερες γνώσεις πάνω στα οικονομικά και να ήμουν πιο καχύποπτος. Δεν είναι όλοι γεννημένοι καλοί!

Αδιαμφισβήτητα εκκεντρικός, όμως με προτάσεις που κρύβουν από πίσω μελέτη και βαθιά γνώση της μόδας. Αν μπορούσατε να περιγράψετε το προσωπικό στίγμα του Λάκη Γαβαλά στην βιομηχανία της μόδας ποιο θα λέγατε ότι είναι αυτό;

Θα ξεκινήσω με την τελευταία μου δουλειά, τα Dot Lak. Ρούχα προσιτά, με στυλ που δεν ήταν επιτηδευμένο, που όταν δεν είχες τι να φορέσεις, με το σωστό συνδυασμό σε έβγαζαν από τη δύσκολη θέση. Κάτι που στη συνέχεια έκαναν πολύ επιτυχημένα τα Zara, τα H&M, γιατί είχαν εργαστήρια, πήγαν σε τρίτες χώρες και μπόρεσαν να υποστηρίξουν το συγκεκριμένο Project. Εγώ είχα μια ανησυχία στιλιστική διαφορετική από τους άλλους, όμως πειθάρχησα φέρνοντας κάποιες εταιρείες και τους σχεδιαστές τους στην Ελλάδα. Κάναμε events ώστε να τους γνωρίσει ο κόσμος και πήραμε μια ιδέα του τι θα μπορούσε να είναι πιο εμπορεύσιμο. Εάν βλέπατε τις βιτρίνες των καταστημάτων μου ήταν πάντοτε εικαστικές. Έβαζα τον καταναλωτή σε ένα μπέρδεμα μυαλού, σε σκέψη, και από τα προϊόντα των οίκων έφερνα τα πιο ήπια. Εγώ μπορεί να είμαι θεατρικός, αλλά στον κόσμο πρότεινα κάτι ανάλογα με τη δουλειά που κάνει και το βαλάντιό του. Ανήκω στην κατηγορία έμπορος. Είμαι money maker, αυτή είναι η δουλειά μου. Ξεκίνησα από μια πολύ μικρή εταιρεία σε ένα πατάρι στην Καλλιθέα, έφτασα στην Κάντζα με 300 άτομα προσωπικό και 140 εκατομμύρια ευρώ τζίρο και αυτόν τον άνθρωπο, θεώρησαν, μετά από 38 χρόνια που έκανε τη συγκεκριμένη δουλειά, ότι δεν ήταν πια ικανός και ότι έπρεπε να πάει στη φυλακή. Εμείς ως έμποροι κάνουμε εκπτώσεις στα εμπορεύματά μας κάθε Φεβρουάριο και Αύγουστο, για εμένα δεν υπήρξε κανένας Φεβρουάριος ή Αύγουστος από το Κράτος.

Ποια τα επόμενα σχέδιά σας;

Η επόμενη μέρα έχει έρθει διότι ανήκω στα καλλιτεχνικά. Κάνω τηλεόραση, είμαι καθηγητής στα ΙΕΚ Α και στην PANSIK, όπου κάνω σεμινάρια για τη μόδα. Είναι η προσφορά μου στα νέα παιδιά προσπαθώντας να μεταλαμπαδεύσω τις γνώσεις μου. Επισκεπτόμαστε διάφορους Έλληνες σχεδιαστές και η προσφορά μου είναι πάντα στο Lifestyle με ένα φίλτρο όμως. Είμαι ο κ. Γαβαλάς τους που τα νέα παιδιά βλέπουν σαν τον Λάκη τον συνεργάτη τους.

Εμείς ως έμποροι κάνουμε εκπτώσεις στα εμπορεύματά μας κάθε Φεβρουάριο και Αύγουστο, για εμένα δεν υπήρξε κανένας Φεβρουάριος ή Αύγουστος από το Κράτος.

Είστε ικανοποιημένος από τα δείγματα γραφής των Ελλήνων σχεδιαστών μόδας; Μάλιστα κάποιοι εξ αυτών έχουν αρχίσει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους και στο εξωτερικό.

Και εγώ συνεργάζομαι με κάποιους από αυτούς, ράβοντας πράγματα διότι και το μηχάνημα μου πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορση. Άμα το αφήσω και δεν ασχοληθώ με το πώς ράβεται ένα ύφασμα, είναι κακό.  Συνεργάζομαι και με ξένους οίκους, έχω φτιάξει τρεις τσάντες για την Hermes και δυο ζώνες, όπως και ένα φουλάρι που είναι δικό μου σχέδιο. Από εκεί και πέρα δικαιολογώ τους Έλληνες, διότι δεν υπάρχει αυτή η κουλτούρα του ρούχου. Ο Dior, για παράδειγμα, ήρθε στην Ελλάδα και έκανε μια επίδειξη χυδαία. Έβαλε αρχαϊκού στυλ ρούχα και η Maria Gracia Chiuri πήγε στον Αρνό και του είπε: «Θες λεφτά; Πρέπει να βγάλουμε snickers. Γιατί μου είπαν δυο τρεις καλοί στυλίστες, ότι snickers φοράνε μόνο οι διάσημοι djs και rappers του κόσμου». Ήρθε λοιπόν στην Ελλάδα, υπό την αιγίδα άλλων που παράγουν και αυτοί δικό τους brand που το ονομάζουν με αρχαίους θεούς, και τους επέτρεψαν να πάνε στην Ακρόπολη και να πατήσουν με snickers. Επομένως τι με ρωτάτε να πω για τους Έλληνες σχεδιαστές;

Ο Έλληνας σχεδιαστής δεν μπορεί να πάρει υφάσματα, δεν επιδοτείται από πουθενά. Άρα όποιο ταλέντο και αν υπάρχει, αν δεν είσαι σε θέση να πάρεις ένα καλό ύφασμα, όπως έκαναν οι εταιρείες που είχα, δεν βγαίνει το ίδιο αποτέλεσμα. Μπορεί να έχεις την ιδέα, να την σχεδιάζεις, να έχεις έμπνευση, αλλά δεν βγαίνει. Διότι αν  πάρεις το ύφασμα, επειδή θα είναι λίγα τα κομμάτια που θα βγάλεις, θα είναι πανάκριβα. Τώρα σε ότι φορά τα κεντημένα ρούχα που βγάζουν κάποιοι οίκοι για να τα φορέσει στιλιστικά ένας star, αλλά δεν φοριούνται στο δρόμο και δεν παράγουν χρήματα, αυτό δεν μου λέει τίποτα.

Θεωρείτε ότι ο Έλληνας και η Ελληνίδα του 2022 έχει αρχίσει από τα ερεθίσματα που παίρνει να ντύνεται πιο κομψά;

Η Ελληνίδα, δυστυχώς ή ευτυχώς, έχει πέσει με τα μούτρα στα αξεσουάρ. Παίρνει τσάντες, παίρνει τσάντες και παίρνει τσάντες… Νομίζοντας ότι έχοντας μια τσάντα χαριτωμένη  ο άλλος θα της πει ότι είναι κομψή. Για εμένα, η κομψή γυναίκα πρέπει να έχει τρία συστατικά. Να έχει ένα μαύρο ταγιέρ, ένα κρουαζε φόρεμα, ένα εμπριμέ, το οποίο θα το βάλει μια φορά το χρόνο, και δύο ωραία ζευγάρια παπούτσια. Στις τσάντες βλέπεις τον Dior, τη Louis Vuittonνα βάζουν πάνω κάτι χαλκάδες που κανιβαλίζουν  τη θηλυκότητα της γυναίκας. Εκείνη θεωρεί ότι είναι κομψή επειδή κουβαλάει μια τσάντα 2.000 – 3.000 ευρώ, δυστυχώς την καταπατά μη βάζοντας τα σωστά ρούχα. Όμως οφείλω να ομολογήσω ότι η Ελληνίδα έχει βελτιώσει το στυλ της.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο που αφορά στη ζωή σας. Ποια ανάγκη καλύπτει η συγγραφή και ποιες πτυχές της προσωπικότητάς σας φωτίζει;

Το βιβλίο προέκυψε γιατί ο κόσμος μου έλεγε: «Λάκη θέλουμε να σε βλέπουμε, να σε ακούμε και να σε διαβάζουμε». Το να με βλέπουν και να με ακούνε θεωρώ πως το έχω πετύχει αρκετά μέσω της τηλεόρασης. Η ανάγνωση δεν είχε προκύψει, οπότε είπα γιατί όχι; Το βιβλίο είναι ένα ίαμα για τους ανθρώπους που ταλαιπωρούνται ποικιλοτρόπως, είτε άδικα, είτε δίκαια, και αυτό που προσπαθώ να τους πω είναι ότι η άνοδος και η πτώση είναι δύο πράγματα, τόσο συγγενή μεταξύ τους.

Θέλω μέσα από το βιβλίο να αποδείξω ότι δεν ήμουν ένα αεροπλάνο μέσα σε μια πίστα αεροδρομίου που λόγω του ότι είχε ομίχλη ή πάρα πολύ βροχή δεν απογειώθηκε. Δεν αισθάνθηκα ποτέ έτσι. Είμαι ένας άνθρωπος που πατάει στα πόδια του, μπορεί να κάνει τα χιλιόμετρα που του επιτρέπει ο οργανισμός του και να δράσει, ανάλογα με το μυαλό και τη μάθησή του. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό, διότι υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες, μπορεί ακόμα και εσύ ο ίδιος να ξεφύγεις για λίγο, όπως συνέβη και με εμένα.

Το βιβλίο έχει ελάχιστες αναφορές στη φυλακή. Ο κόσμος θέλει να με βλέπει σαν ένα θετικό, glamour άτομο. Αν ήμουν μηχανικός αυτοκινήτων στην Rolls Royce θα δούλευα, όχι στη Zastava και έτσι είναι όλη μου η ζωή…

Ζω όμως σαν να είμαι ένα τίποτα συγκριτικά με αυτά που είναι οι εικόνες του μυαλού μου. Αυτά περνάω στο βιβλίο. Ο καθένας έχει επιθυμίες, οράματα τα οποία μπορεί να του βγούνε, μπορεί και όχι. Σημασία έχει να είσαι υγιής, καλοπροαίρετος και να είσαι τρελός μέχρι εκεί που σε παίρνει. Όχι να πας σε ψυχοφάρμακα και να παίρνεις τέτοιου είδους βοηθήματα. Με έχουν δυναμώσει πολλές καταστάσεις στη ζωή μου και πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο θα λειτουργήσει ως ένας κατάλογος επιμονής και υπομονής που θα εμπνεύσει και άλλους ανθρώπους.