Ο επιχειρηματίας που ντύνει µε δέρµα από τους φακέλους της Βουλής µέχρι τις αεροσυνοδούς της Aegean Airlines

BΑΣΙΑΣ ΤΣΙΜΟΓΙΑΝΝΗΣ

Επικεφαλής «Giannis Tsimogiannis»

O Bάσιας Τσιμόγιαννης συνεχίζει τη μακρά παράδοση στον κλάδο των δερμάτινων ειδών, που μετρά 50 χρόνια.

Επισκεφθήκαμε το εργαστήρι της επιχείρησης δερµάτινων ειδών «Giannis Tsimogiannis», το οποίο βρίσκεται εδώ και 50 χρόνια στο ίδιο σηµείο, στην οδό Ερµού 18 στο Σύνταγµα, στην «καρδιά της Αθήνας». Εκεί συναντήσαµε τον Βάσια Τσιµόγιαννη, έναν από τους γιους του Γιάννη Τσιµόγιαννη, ο οποίος συνεχίζει, παρά τις δυσκολίες, το έργο του πατέρα του. Οι τσάντες, οι ζώνες και τα αξεσουάρ που έχει δηµιουργήσει κατά καιρούς η οικογενειακή επιχείρηση έχουν ντύσει, µεταξύ άλλων, σπουδαίες Ελληνίδες ηθοποιούς όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, επιχειρηµατίες όπως η Μαρίνα Βερνίκου, τις αεροσυνοδούς της Aegean Airlines, αλλά και όσους επιλέγουν ποιοτικά αξεσουάρ που θα κρατήσουν για χρόνια.

Σε έναν χώρο που έχει ποτίσει από την έντονη µυρωδιά του δέρµατος, ο Βάσιας Τσιµόγιαννης µας υποδέχεται και πιάνει το νήµα από την αρχή. «Η επιχείρησή µας ξεκίνησε το 1968. Ασχοληθήκαµε αρχικά µε τις δερµάτινες γυναικείες τσάντες − τόσο στην κατασκευή όσο και στο εµπόριο. Στην πορεία εξελιχθήκαµε συµπεριλαµβάνοντας στα προϊόντα µας και άλλα πράγµατα, προσφέροντας από εταιρικά δώρα µέχρι και τα δερµάτινα folders για τη Βουλή των Ελλήνων. Το 2001, όταν βγήκε στη σύνταξη ο πατέρας µου, εγώ και ο αδελφός µου, ο Φίλιππος, αποφασίσαµε να εξελίξουµε ακόµη περισσότερο τη δουλειά µας. Απευθυνθήκαµε σε ξενοδοχεία και αναλάβαµε τον εξοπλισµό τους. Το ίδιο κάναµε και µε τα σκάφη, κατασκευάζοντας τα δερµάτινα αξεσουάρ που χρησιµοποιούνται».

Στην επέκταση της επιχείρησης και την ανάληψη νέων έργων σηµαντικό ρόλο έπαιξε, σύµφωνα µε τον ίδιο, το γυναικείο κοινό. «Πάντα η αφορµή, η πρώτη γνωριµία, ήταν συνήθως από πελάτισσες. Δηλαδή ήταν, για παράδειγµα, η σύζυγος κάποιου ξενοδόχου, που γνώριζε τη δουλειά µας και µας σύστηνε. Οπότε, από το µαγαζί µας τα “χρυσά χρόνια” της δεκαετίας του ’70 και του ’80 πέρασαν πολλές σηµαντικές κυρίες του επιχειρηµατικού αλλά και του καλλιτεχνικού κόσµου» συµπληρώνει.

Βέβαια, όπως αποκαλύπτει, οι δυσκολίες που έχει πλέον να αντιµετωπίσει η επιχείρηση είναι ολοένα και περισσότερες, µε τους έµπειρους τεχνίτες να σπανίζουν, αφού αποχωρούν από το επάγγελµα, χωρίς να αντικαθίστανται. Επίσης, σηµαντικό ρόλο παίζει το φορολογικό καθεστώς, που «πνίγει» τις επιχειρήσεις στον κλάδο. «Δεν υπάρχουν περιθώρια επέκτασης. Και αυτό οφείλεται στο περιβάλλον υπερφορολόγησης µέσα στο οποίο προσπαθούµε να επιβιώσουµε, µε πολλές δυσκολίες, που µας αναγκάζουν να έχουµε και άλλες δραστηριότητες για να καλύπτουµε τα κενά. Έτσι, παράλληλα µε τη δουλειά στο εργαστήριο, ασχολούµαι τα τελευταία χρόνια µε τα επαγγελµατικά ακίνητα στον τοµέα του real estate, στον οποίο έχουµε αναλάβει σηµαντικά έργα» επισηµαίνει σχετικά ο Βάσιας Τσιµόγιαννης.

Αυτή την περίοδο η Giannis Tsimogiannis συνεργάζεται µε τη γνωστή φωτογράφο Μαρίνα Βερνίκου, αλλά και µε την εταιρεία Tria, για την κατασκευή τσαντών, σακιδίων και φουλαριών. Όλες οι δηµιουργίες είναι χειροποίητες και κατασκευάζονται στην Ελλάδα από Έλληνες τεχνίτες. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που η επιχείρησή τους ξεχωρίζει. «Κάθε τσάντα έχει την ιστορία της, τον καλλιτέχνη ή τον συνεργάτη, τον τεχνίτη της» αναφέρει ο Βάσιας Τσιµόγιαννης, που επισηµαίνει ότι αυτό που τον απασχολεί δεν είναι µόνο η πώληση, αλλά και το λεγόµενο «after sales service».

«Δεν φτιάχνουµε µια τσάντα και απλώς την πουλάµε. Αν κάτι χαλάσει, το επιδιορθώνουµε. Αυτό είναι ένα βασικό στοιχείο που δίνει ασφάλεια στις εταιρείες, ιδιαίτερα όταν κατασκευάζουµε εταιρικά δώρα. Αν, δηλαδή, υπάρξει κάποιο ελάττωµα, είτε αυτό είναι από δικό µας λάθος είτε από αστοχία υλικού, µπορούν να το επιστρέψουν και να το αντικαταστήσουµε χωρίς χρέωση».

Όσον αφορά στο µέλλον της επιχείρησης; «Με δυσκολία κρατιέσαι, προσπαθείς να µειώσεις τα έξοδα, να µην έχεις ενοίκια ή να περιορίσεις ακόµα και αυτά. Εµείς ποντάρουµε στον πελάτη που θέλει κάτι ξεχωριστό, που θέλει να έχει µια µοναδική τσάντα, αλλά και σε εκείνον που θέλει να κάνει µια επιδιόρθωση στο αγαπηµένο του αξεσουάρ» αναφέρει.

Σχετικά µε το µέλλον του κλάδου, ο Βάσιας Τσιµόγιαννης εµφανίζεται µάλλον απαισιόδοξος, καθώς στην ερώτηση τι θα συµβούλευε κάποιον που θα ήθελε να εισέλθει στον χώρο της κατασκευής και του εµπορίου δερµάτινων ειδών απαντά: «Ο συγκεκριµένος κλάδος δεν θα έλεγα ότι έχει αφανιστεί, αλλά πιέζεται πολύ λόγω των εισαγωγών κυρίως από την Κίνα. Οι µαζικές εισαγωγές προϊόντων από το εξωτερικό έχουν επηρεάσει σηµαντικά τα µαγαζιά λιανικής, που άρχισαν να εκλείπουν σταδιακά, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της κρίσης, καθώς οι τσάντες και τα αξεσουάρ που κατασκευάζονται στην Ελλάδα κοστίζουν ακριβότερα σε σχέση µε αυτά που εισάγονται. Δεν υπάρχει σύγκριση στις τιµές» υποστηρίζει.

Πέρα, όµως, από τις εισαγωγές, η έλλειψη τεχνιτών επηρεάζει εξίσου τον κλάδο του δερµάτινου. «Δυστυχώς, τα νέα παιδιά δεν ακολουθούν χειρωνακτικές δουλειές. Η κατασκευή µιας τσάντας σηµαίνει ότι πρέπει να είσαι σε ένα εργαστήριο. Είναι τεχνική δουλειά και όλοι ψάχνουν την πιο εύκολη και ασφαλέστερη λύση. Ο κλάδος αυτός έχει κούραση. Και µιλάω εξ ιδίας πείρας, γιατί ασχολούµαι πολύ µε την επιχείρηση».

Αξίζει να σηµειωθεί πως τα τελευταία χρόνια η βυρσοδεψία καταγράφει φθίνουσα πορεία. Οι εναποµείνασες παραγωγικές µονάδες αντιµετωπίζουν προβλήµατα που απαιτούν συντονισµένες προσπάθειες και παρεµβάσεις ώστε να εξασφαλιστεί η βιώσιµη λειτουργία τους. Συγκεκριµένα, ο κλάδος είναι αντιµέτωπος µε την ανεπαρκή αξιοποίηση των τεχνολογικών εξοπλισµών των υφιστάµενων µονάδων, αλλά και το λειτουργικό και πάγιο κόστος των εγκαταστάσεων, που δεν µπορεί να αντιµετωπιστεί από µικροµεσαίες µονάδες. Έτσι, από τις 374 µονάδες το 1985 που απασχολούσαν 2.350 άτοµα, µετά το 2010 υπάρχουν µόλις 145 µονάδες µε 1.200 εργαζοµένους.

Η επιχείρηση ήταν και είναι ακόµα «one man show», και ο Βάσιας Τσιµόγιαννης φροντίζει ο ίδιος για τους πελάτες. «Εκείνοι, από την πλευρά τους, γνωρίζουν ότι είµαστε από την αρχή µέχρι το τέλος µαζί. Ξέρουν ότι θα µιλήσουν µ’ εµένα. Είναι προσωπικές οι σχέσεις µας» καταλήγει.

Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί.