Εμπορική συμφωνία ΕΕ – Ινδίας: Τι αλλάζει για τις ελληνικές εξαγωγές και ποια ζητήματα παραμένουν ανοιχτά

Εμπορική συμφωνία ΕΕ – Ινδίας: Τι αλλάζει για τις ελληνικές εξαγωγές και ποια ζητήματα παραμένουν ανοιχτά
Photo: Shutterstock
Τρόφιμα, ποτά και φρούτα στο επίκεντρο της νέας εμπορικής σχέσης για την εγχώρια αγορά. Οι εκκρεμότητες στα ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντα και το στοίχημα της ανταγωνιστικότητας.

Νέα δεδομένα για τις ελληνικές εξαγωγές δημιουργεί η εμπορική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ινδίας, που υπογράφηκε τις προηγούμενες μέρες, φέρνοντας στο προσκήνιο μια αγορά σχεδόν 1,5 δισεκατομμυρίων καταναλωτών και επαναπροσδιορίζοντας τις προοπτικές του ευρωπαϊκού αγροδιατροφικού τομέα. Η συμφωνία προβλέπει σταδιακή μείωση -και σε ορισμένες περιπτώσεις κατάργηση- ιδιαίτερα υψηλών τελωνειακών δασμών, οι οποίοι μέχρι σήμερα λειτουργούσαν ως ουσιαστικό εμπόδιο για την πρόσβαση ευρωπαϊκών προϊόντων στην ινδική αγορά, ανοίγοντας τον δρόμο για νέες εμπορικές ροές, μεταξύ άλλων, σε τρόφιμα, ποτά και μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα. 

Η Ινδία, άλλωστε, δεν είναι απλώς μια πολυπληθής χώρα, αλλά μια αναδυόμενη οικονομική δύναμη με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενισχυόμενη μεσαία τάξη και αυξανόμενη ζήτηση για τρόφιμα, ποτά και προϊόντα υψηλότερης ποιότητας και πιστοποίησης. Βάσει των προβλέψεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), η Ινδία αναμένεται φέτος να ξεπεράσει την Ιαπωνία και να αναδειχθεί σε τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως, πίσω από τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Γερμανία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ινδική οικονομία κατέγραψε ετήσια ανάπτυξη 8,2% το τελευταίο τρίμηνο.

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, το άνοιγμα των ευρωπαϊκών -και κατ’ επέκταση ελληνικών- εξαγωγικών επιχειρήσεων στην ινδική αγορά θεωρείται ιδιαίτερα ελκυστικό. Ωστόσο, ειδικά για την εγχώρια αγορά, η σημασία της συμφωνίας συνδέεται άμεσα με το κατά πόσο οι νέοι όροι πρόσβασης μπορούν να μεταφραστούν σε ουσιαστικές και βιώσιμες εξαγωγικές προοπτικές. Ο αγροδιατροφικός τομέας, με αιχμή τα φρούτα, το ελαιόλαδο, τα επεξεργασμένα τρόφιμα και τα ποτά, βρίσκεται στο επίκεντρο του ελληνικού ενδιαφέροντος, την ώρα που κρίσιμα ζητήματα -όπως οι όροι για τα προϊόντα ΠΟΠ (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης) και ΠΓΕ (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη)- παραμένουν ακόμη υπό διαμόρφωση.

Παράλληλα, η διαδικασία υπογραφής της συμφωνίας αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό βήμα, αλλά όχι το τελευταίο. Για να τεθεί σε ισχύ η εμπορική συμφωνία Ε.Ε.-Ινδίας, απαιτείται η έγκριση τόσο από το Συμβούλιο της Ε.Ε. όσο και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, γεγονός που καθιστά το επόμενο διάστημα κρίσιμο για τη διαμόρφωση των τελικών ισορροπιών και των όρων εφαρμογής. Ενδεικτικό της πολυπλοκότητας τέτοιων διαδικασιών είναι το πρόσφατο παράδειγμα της συμφωνίας Ε.Ε. με τη Mercosur, όπου το Ευρωκοινοβούλιο αποφάσισε να ζητήσει από το Δικαστήριο της Ε.Ε. αξιολόγηση ως προς τη συμβατότητά της με τις Συνθήκες της Ε.Ε. -χωρίς να προχωρήσει σε ψηφοφορία για την επικύρωσή της- μεταθέτοντας χρονικά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χρ. Γιαννακάκης: «Να διαπραγματευτούμε για τα ελληνικά ΠΟΠ και ΠΓΕ προϊόντα»

Σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι λεπτομέρειες της συμφωνίας για τον αγροδιατροφικό τομέα. Όπως επισημαίνει στο Fortune Greece ο αντιπρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ) και αντιπρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Βέροιας, Venus Growers, Χρήστος Γιαννακάκης, η συμφωνία Ε.Ε.-Ινδίας «δεν έχει ολοκληρωθεί όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις για τα αγροτικά προϊόντα ΠΟΠ και ΠΓΕ», γεγονός που σημαίνει ότι το πεδίο παραμένει ανοιχτό για παρεμβάσεις. 

«Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται για αυτά τα προϊόντα και έχει σημασία η δική μας παρέμβαση, ώστε να προστατεύσουμε τα προϊόντα της επιλογής μας», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι η τελική μορφή της συμφωνίας θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς τα κράτη-μέλη θα αξιοποιήσουν τη συμμετοχή τους στη διαπραγματευτική διαδικασία της Ε.Ε.

Σύμφωνα με τον κ. Γιαννακάκη, για τις γενικές κατηγορίες των αγροδιατροφικών προϊόντων έχει ήδη συμφωνηθεί ένα πλαίσιο σημαντικών μειώσεων δασμών σε βάθος πενταετίας, το οποίο αλλάζει αισθητά το τοπίο για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Ενδεικτικά, το ελαιόλαδο προβλέπεται να μηδενίσει τους δασμούς από το 45%, ενώ οι χυμοί φρούτων και τα επεξεργασμένα τρόφιμα- μεταξύ αυτών και οι κομπόστες- απαλλάσσονται πλήρως από επιβαρύνσεις που σήμερα φτάνουν το 55%. 

Στα φρέσκα φρούτα, όπως τα ακτινίδια, τα μήλα και τα αχλάδια, οι δασμοί μειώνονται από το 33% στο 10%, ενώ σταφίδες και πρόβειο κρέας οδηγούνται επίσης σε μηδενικούς συντελεστές. Όπως σημειώνει, πρόκειται για γενικές κατηγορίες προϊόντων, στις οποίες περιλαμβάνονται και ΠΟΠ και ΠΓΕ, «γεγονός που αφήνει περιθώρια για πρόσθετες διασφαλίσεις».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το μάθημα των ακτινιδίων

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι δασμοί και οι γεωπολιτικές συνθήκες επηρεάζουν άμεσα τις ελληνικές εξαγωγές αποτελεί η περίπτωση των ακτινιδίων. Όπως εξηγεί ο αντιπρόεδρος της ΕΘΕΑΣ, το 2022 οι ελληνικές εξαγωγές ακτινιδίων προς την Ινδία εκτοξεύθηκαν, ξεπερνώντας τους 20.000 τόνους, όταν για πολιτικούς λόγους η συγκεκριμένη αγορά στράφηκε σε ευρωπαϊκά -και ελληνικά- προϊόντα αντί των ιρανικών.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, άλλαξε δραστικά τα επόμενα χρόνια. Με την άρση των πολιτικών περιορισμών και την επιστροφή των ιρανικών ακτινιδίων στην αγορά, οι ελληνικές εξαγωγές ακτινιδίων μειώθηκαν δραματικά, υποχωρώντας περίπου στους 4.000 τόνους την περίοδο 2023-2025. «Δεν πρόκειται για ζήτημα ποιότητας», σημειώνει ο Χρ. Γιαννακάκης, αλλά για καθαρά οικονομικούς όρους πρόσβασης. «Οι δασμοί είναι αυτοί που καθιστούν το ελληνικό ακτινίδιο λιγότερο ανταγωνιστικό σε σχέση με το ιρανικό», επισημαίνει.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας Ε.Ε.-Ινδίας, οι δασμοί στα ακτινίδια προβλέπεται να μειωθούν από το 33% στο 10% σε βάθος πενταετίας, εξέλιξη που αλλάζει τους συσχετισμούς κόστους και δημιουργεί προϋποθέσεις για πιο σταθερή παρουσία στην ινδική αγορά. Όπως τονίζει, η μείωση αυτή μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά για την επαναφορά των ελληνικών εξαγωγών σε υψηλότερα επίπεδα, εφόσον συνοδευτεί από συνέπεια στην ποιότητα και οργανωμένη εμπορική στρατηγική. «Η περίπτωση των ακτινιδίων αναδεικνύει με σαφήνεια ότι η πρόσβαση σε μια μεγάλη αγορά δεν εξαρτάται μόνο από τη ζήτηση ή την ποιότητα των προϊόντων, αλλά από το θεσμικό και δασμολογικό πλαίσιο που καθορίζει την τελική τους ανταγωνιστικότητα», επισημαίνει ο ίδιος.

Οι εμπορικές ροές Ελλάδας-Ινδίας

Σε επίπεδο εμπορικών ροών, η συμφωνία Ε.Ε.-Ινδίας αναμένεται να λειτουργήσει περισσότερο υπέρ της εξαγωγικής πλευράς για την ελληνική αγορά, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, παρά να ενισχύσει τον ανταγωνισμό μέσω εισαγωγών. Σήμερα, οι ελληνικές εξαγωγές προς την Ινδία αφορούν κυρίως φρούτα, όπως τα ακτινίδια, προϊόντα μεταποίησης όπως οι κομπόστες, κορινθιακή σταφίδα, καθώς και περιορισμένες ποσότητες επιτραπέζιας ελιάς και ελαιολάδου. Αντίθετα, οι εισαγωγές από την Ινδία προς την Ελλάδα επικεντρώνονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως τα επιτραπέζια σταφύλια, χωρίς να δημιουργείται άμεση πίεση σε αντίστοιχα ελληνικά είδη υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ ορισμένα ευαίσθητα προϊόντα, όπως το ρύζι, έχουν εξαιρεθεί από το πεδίο της συμφωνίας. 

«Το ισοζύγιο αυτό περιορίζει τους κινδύνους για την εγχώρια παραγωγή και ενισχύει τη σημασία της συμφωνίας ως εργαλείου διεύρυνσης των ελληνικών εξαγωγών, υπό την προϋπόθεση ότι οι μειώσεις δασμών θα αξιοποιηθούν έγκαιρα και με οργανωμένη εμπορική στρατηγική. Σε βάθος χρόνου το εγχείρημα θα μπορούσε να στεφθεί με επιτυχία», υπογραμμίζουν οι ίδιες πηγές. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με στοιχεία του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ), η Ινδία βρίσκεται στην 55η θέση των χωρών προς τις οποίες εξάγει η Ελλάδα, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων αντιστοιχούν μόλις στο 9% επί του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών στην Ινδία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: