Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ απειλεί την αγορά λιπασμάτων και τις τιμές των τροφίμων
- 05/03/2026, 12:31
- SHARE
Σοβαρές αναταράξεις ενδέχεται να αντιμετωπίσει η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα λιπασμάτων, εάν συνεχιστεί το κλείσιμο των Στενών των Ορμούζ από το Ιράν. Η κρίσιμη αυτή θαλάσσια οδός, που βρίσκεται στα νότια παράλια της χώρας, έχει σχεδόν αδρανοποιηθεί μετά τις επιθέσεις που πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ το περασμένο Σαββατοκύριακο.
Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πρώτων υλών για την παραγωγή λιπασμάτων, καθώς και περίπου το ένα πέμπτο του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου που μεταφέρεται διεθνώς μέσω θαλάσσης. Η σχεδόν πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας επηρεάζει ιδιαίτερα τη μεταφορά αμμωνίας και αζώτου, βασικών συστατικών για την παραγωγή συνθετικών λιπασμάτων.
Το συνθετικό άζωτο θεωρείται κρίσιμο για τη γεωργία, καθώς εκτιμάται ότι περίπου το 50% της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων εξαρτάται από αυτό. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα λιπασμάτων αναμένεται να μειώσει τις αποδόσεις των καλλιεργειών, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αυξήσεις τιμών σε βασικά τρόφιμα όπως το ψωμί, τα ζυμαρικά και οι πατάτες, ενώ θα αυξηθεί και το κόστος των ζωοτροφών.
Η περιοχή του Κόλπου φιλοξενεί ορισμένες από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής λιπασμάτων παγκοσμίως. Μια παρατεταμένη διακοπή στις μεταφορές θα μπορούσε να πλήξει την παραγωγή και να αυξήσει περαιτέρω το κόστος. Το Ιράν αποτελεί τον τέταρτο μεγαλύτερο εξαγωγέα ουρίας παγκοσμίως — του πιο διαδεδομένου αζωτούχου λιπάσματος — μετά τη Ρωσία, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία.
Η παραγωγή λιπασμάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση σε πρώτες ύλες αλλά και από το ενεργειακό κόστος. Το φυσικό αέριο αντιπροσωπεύει περίπου το 60% έως 80% του κόστους παραγωγής των αζωτούχων λιπασμάτων. Η παγκόσμια προσφορά αζώτου ενδέχεται να περιοριστεί ακόμη περισσότερο, καθώς εγκαταστάσεις φυσικού αερίου στον Κόλπο έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους. Στο Κατάρ, μάλιστα, η μεγαλύτερη μονάδα έκλεισε έπειτα από επίθεση με drone.
Ήδη οι τιμές των λιπασμάτων έχουν αρχίσει να αυξάνονται, θυμίζοντας τις έντονες ανατιμήσεις που σημειώθηκαν στις αρχές του 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Οι τιμές της αιγυπτιακής ουρίας, που χρησιμοποιούνται ως διεθνές σημείο αναφοράς, έχουν αυξηθεί περισσότερο από 25%, φτάνοντας τα 625 δολάρια ανά μετρικό τόνο, έναντι περίπου 484–490 δολαρίων την προηγούμενη εβδομάδα, σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων CRU Group.
Παράλληλα, η Μέση Ανατολή αποτελεί πηγή περίπου του 45% του παγκόσμιου εμπορίου θείου, μιας βασικής πρώτης ύλης για την παραγωγή λιπασμάτων, καθώς και σημαντικών ποσοτήτων μετάλλων και βιομηχανικών χημικών. Ο Chris Lawson από την CRU επισημαίνει ότι, αν και υπάρχουν ομοιότητες με την κρίση του 2022, οι επιπτώσεις της τρέχουσας σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να είναι πολύ πιο εκτεταμένες, ειδικά αν ο περιορισμός στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ παραταθεί πέραν των δύο εβδομάδων.
Οι εξελίξεις αυτές προκαλούν ανησυχία σε μια περίοδο που οι αγρότες στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική έχουν ήδη ξεκινήσει τις ανοιξιάτικες καλλιέργειες. Το Ηνωμένο Βασίλειο καλύπτει περίπου το 40% των αναγκών του σε αζωτούχα λιπάσματα από εγχώρια παραγωγή, ενώ το υπόλοιπο εξαρτάται από εισαγωγές.
Οποιαδήποτε μείωση στη διαθεσιμότητα λιπασμάτων ενδέχεται να οδηγήσει τους παραγωγούς στη χρήση μικρότερων ποσοτήτων στις καλλιέργειές τους, κάτι που συνήθως μεταφράζεται σε χαμηλότερες αποδόσεις και, τελικά, υψηλότερες τιμές τροφίμων.
Υπενθυμίζεται ότι μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οι τιμές τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών αυξήθηκαν κατά 16,5% μέσα σε έναν χρόνο έως τον Νοέμβριο του 2022. Τον περασμένο μήνα, ο πληθωρισμός στις τιμές των ειδών παντοπωλείου αυξήθηκε ξανά, φτάνοντας το 4,3% στις τέσσερις εβδομάδες έως τις 22 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με στοιχεία της Worldpanel της Numerator.
Ο πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Αγροτών του Ηνωμένου Βασιλείου, Τομ Μπράντσοου, δήλωσε ότι προς το παρόν καταγράφεται έντονη μεταβλητότητα στις τιμές, ωστόσο είναι ακόμη νωρίς για να εκτιμηθεί η μεσοπρόθεσμη επίδραση στη χώρα.
Την ίδια στιγμή, ο διευθύνων σύμβουλος της Yara, Svein Tore Holsether, υπογράμμισε ότι οι αγρότες βρίσκονταν ήδη υπό οικονομική πίεση πριν από την κρίση στη Μέση Ανατολή. Όπως σημείωσε, το αυξημένο κόστος εισροών -όπως τα λιπάσματα και τα καύσιμα- δεν έχει συνοδευτεί από ανάλογη άνοδο στις τιμές των καλλιεργειών, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά την κερδοφορία των αγροτικών εκμεταλλεύσεων και καθιστά αναγκαία την ενίσχυση της κρατικής στήριξης προς τους παραγωγούς.