Τουρισμός δύο ταχυτήτων: Περισσότεροι επισκέπτες, μειωμένη παραμονή – Το ρίσκο για τα έσοδα

Τουρισμός δύο ταχυτήτων: Περισσότεροι επισκέπτες, μειωμένη παραμονή – Το ρίσκο για τα έσοδα
Photo: Shutterstock
Ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει ισχυρή άνοδο στις αφίξεις, αλλά η μείωση της διάρκειας παραμονής περιορίζει την αύξηση των εσόδων, αναδεικνύοντας ένα νέο ρίσκο για την αγορά, σύμφωνα με το ΙΝΣΕΤΕ.

Ο εισερχόμενος τουρισμός – με εξαίρεση την κρουαζιέρα – κατέγραψε ισχυρές επιδόσεις το 2025, με 38 εκατ. αφίξεις που μεταφράζονται σε εισπράξεις 22,6 δισ, ευρώ, αυξημένες κατά 5,6% και 9,8% αντίστοιχα, σε σχέση με το 2024 και κατά 21,2% και 27,9% έναντι του 2019, ωστόσο τα νέα δεν είναι μόνο θετικά, αφού παρατηρείται μία ενδιαφέρουσα μετατόπιση.

Η ανάλυση της μελέτης που δημοσίευσε το ΙΝΣΕΤΕ («Εισερχόμενος Τουρισμός στην Ελλάδα 2025 | Εξελίξεις και Τάσεις σε σχέση με 2024 και 2019») αναδεικνύει μία σύνθετη εικόνα. Παράλληλα με θετικές τάσεις – όπως η αύξηση της ημερήσιας δαπάνης, η άμβλυνση της εποχικότητας, η εδραίωση της Αθήνας ως προορισμού city break, η γεωργραφική διασπορά της ζήτησης, η ανάπτυξη της αγοράς των ΗΠΑ και η ενίσχυση των προϊόντων MICE και της κρουαζιέρας – καταγράφονται και αρκετά σημαντικές προκλήσεις.

Κεντρική μεταξύ αυτών είναι η συρρίκνωση της μέσης διάρκειας παραμονής, η οποία διαμορφώνεται πλέον στις 6,1 διανυκτερεύσεις, έναντι 7,4 πριν από την πανδημία (-17,2%). Η εξέλιξη αυτή συγκρατεί την ανάπτυξη των εισπράξεων σε ρυθμό ανάλογο με αυτόν των αφίξεων.

Περισσότερα έσοδα ανά ημέρα, αλλά όχι ανά ταξίδι

Παρόλο που οι συνολικές διανυκτερεύσεις παραμένουν στα επίπεδα των 230 εκατ. – με εξαίρεση τα έτη της πανδημίας – η μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής καταγράφεται στις 10 μεγαλύτερες αγορές της χώρας και σε όλες σχεδόν τις Περιφέρειες, εκτός από το Βόρειο Αιγαίο και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί βασικό περιοριστικό παράγοντα για την περαιτέρω αύξηση των εσόδων και αναδεικνύεται σε ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για τον κλάδο, με έμφαση στη βελτίωση του τουριστικού προϊόντος τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις λιγότερο ανεπτυγμένες Περιφέρειες, αλλά και στην προσέλκυση αγορών long haul, οι οποίες παραδοσιακά εμφανίζουν μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής.

Την ίδια στιγμή, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση ανήλθε στα 97 ευρώ, αυξημένη κατά 27,5% σε σχέση με το 2019, υπερβαίνοντας τον πληθωρισμό της περιόδου. Ωστόσο, η αύξηση αυτή, σε συνδυασμό με τη μείωση της διάρκειας παραμονής, οδηγεί σε περιορισμένη ενίσχυση της μέσης κατά κεφαλή δαπάνης, η οποία διαμορφώνεται στα 595 ευρώ, από 573 ευρώ το 2024 και 564 ευρώ το 2019.

Μάλιστα, σε ορισμένες βασικές αγορές καταγράφεται μείωση της μέσης κατά κεφαλή δαπάνης σε σχέση με το 2019, παρά την αύξηση των τιμών. Ενδεικτικά, η Γερμανία καταγράφει πτώση 13,5%, η Αυστρία 13,2%, η Ιταλία 10%, η Γαλλία 5,1% και η Ολλανδία 0,9%.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Οι τρεις λόγοι πίσω από τα «short stays»

Η μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής αποδίδεται σε τρεις βασικές τάσεις που λειτουργούν συνδυαστικά:

  • τη διεθνή στροφή προς μικρότερης διάρκειας ταξίδια,
  • τον περιορισμό της διάρκειας των διακοπών λόγω αύξησης του ημερήσιου κόστους,
  • καθώς και την ενίσχυση των ημερήσιων επισκέψεων, κυρίως από όμορες χώρες.

Ειδικότερα, το μερίδιο των ημερήσιων ταξιδιωτών αυξήθηκε από 7,5% το 2019 σε 9,3% το 2025, με το 90% αυτών να προέρχεται από την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Παρά τη μικρή διάρκεια παραμονής, η μέση δαπάνη τους (94 ευρώ) βρίσκεται κοντά στη μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση, γεγονός που αναδεικνύει τη δυναμική τους ως καταναλωτικού κοινού.

Παράλληλα, η ανάπτυξη του τουρισμού city break ενισχύει το μερίδιο της Αττικής, το οποίο αυξήθηκε από 16,2% το 2019 σε 23,2% το 2025. Δεδομένου ότι τα ταξίδια αυτού του τύπου χαρακτηρίζονται από μικρότερη διάρκεια, η τάση αυτή συμβάλλει περαιτέρω στη μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής σε εθνικό επίπεδο.

Περιφέρειες και αγορές: Οι μεγάλες αποκλίσεις

Σε περιφερειακό επίπεδο, οι πέντε βασικές τουριστικές Περιφέρειες (Αττική, Νότιο Αιγαίο, Κρήτη, Κεντρική Μακεδονία και Ιόνια Νησιά) συγκεντρώνουν το 90% των εισπράξεων, γεγονός που αναδεικνύει τη διεύρυνση των ανισοτήτων.

Η Αττική αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό ανάπτυξης, απορροφώντας το 54% της συνολικής αύξησης των εισπράξεων το 2025, ενώ το Νότιο Αιγαίο καταγράφει τη μεγαλύτερη μέση δαπάνη ανά επίσκεψη (869 ευρώ). Αντίθετα, η Κρήτη και τα νησιά του Ιονίου εμφανίζουν μείωση εισπράξεων παρά την αύξηση των επισκέψεων, ενώ η Κεντρική Μακεδονία καταγράφει σημαντική πτώση στις διανυκτερεύσεις.

Σε επίπεδο αγορών, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Τουρκία και οι ΗΠΑ συνέβαλαν περισσότερο στην αύξηση των εισπράξεων το 2025, καλύπτοντας σχεδόν το 45% της συνολικής αύξησης. Αντίθετα, η γερμανική αγορά εμφανίζει σημάδια κόπωσης, με τη μέση δαπάνη να μειώνεται και την αύξηση των εσόδων να περιορίζεται.

Η μελέτη καταγράφει επίσης την ενίσχυση των επαγγελματικών ταξιδιών, την αύξηση της κρουαζιέρας και τη μεγαλύτερη συμμετοχή των αεροπορικών αφίξεων, οι οποίες αντιστοιχούν πλέον στο 73,2% του συνόλου. Παράλληλα, παρατηρείται μείωση της εποχικότητας, αν και αυτή παραμένει έντονη, με το τρίτο τρίμηνο να συγκεντρώνει πάνω από το ήμισυ της τουριστικής δραστηριότητας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόκληση για τον ελληνικό τουρισμό δεν αφορά πλέον μόνο την προσέλκυση περισσότερων επισκεπτών, αλλά τη μεγιστοποίηση της αξίας ανά ταξίδι, σε μια περίοδο όπου η διάρκεια παραμονής περιορίζεται και οι συνθήκες ανταγωνισμού εντείνονται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: