Το στοίχημα του 1 δισ. για το Χρηματιστήριο – Πού βλέπουν νέες ευκαιρίες οι μεγάλοι διεθνείς οίκοι
- 17/08/2026, 10:00
- SHARE
Το Χρηματιστήριο Αθηνών δεν αποτελεί πια την προφανώς «φθηνή» επιλογή που ήταν πριν από μερικά χρόνια. Το ράλι των μετοχών έχει περιορίσει σημαντικό μέρος της έκπτωσης, χωρίς όμως να εξαντλήσει το ελληνικό επενδυτικό αφήγημα.
Αυτό είναι το κοινό σημείο στις τελευταίες αναλύσεις μεγάλων διεθνών οίκων. Η Bank of America, η HSBC, η JP Morgan, η Goldman Sachs, η Morgan Stanley και η UBS εντοπίζουν διαφορετικούς καταλύτες, αλλά καταλήγουν σε μια παρόμοια εικόνα: οι ελληνικές μετοχές παραμένουν ελκυστικές σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ η αναβάθμιση της αγοράς και οι αλλαγές στους διεθνείς δείκτες μπορούν να δημιουργήσουν νέο κύμα κεφαλαιακών εισροών.
Η Bank of America επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντικό βάρος στα χαρτοφυλάκια των επενδυτών που δραστηριοποιούνται στις αναδυόμενες αγορές. Η HSBC καταγράφει ακόμη ισχυρότερη τοποθέτηση, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα και το Euronext Athens ως την ευρωπαϊκή αγορά στην οποία τα funds εμφανίζουν τη μεγαλύτερη υπερεπένδυση –ή overweight θέση– έναντι των δεικτών αναφοράς τους.
Εισροές άνω του 1 δισ. δολαρίων
Την πλέον αισιόδοξη τοποθέτηση διατυπώνει η JP Morgan, η οποία αναβάθμισε τις ελληνικές μετοχές σε «overweight». Η εκτίμησή της στηρίζεται τόσο στις αποτιμήσεις όσο και στις αλλαγές που έρχονται στη σύνθεση των ευρωπαϊκών χρηματιστηριακών δεικτών.
Η ένταξη της ελληνικής αγοράς στους δείκτες Stoxx Europe 600 εκτιμάται ότι μπορεί να προκαλέσει παθητικές εισροές περίπου 1,015 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για κεφάλαια που θα τοποθετηθούν σε ελληνικές μετοχές από funds τα οποία παρακολουθούν μηχανικά τη σύνθεση των συγκεκριμένων δεικτών.
Οι τράπεζες αναμένεται να απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος αυτών των ποσών. Οι υπολογισμοί της JP Morgan προβλέπουν εισροές:
- 288,6 εκατ. δολαρίων στην Εθνική Τράπεζα.
- 232,5 εκατ. δολαρίων στη Eurobank.
- 220,1 εκατ. δολαρίων στην Τράπεζα Πειραιώς.
- 146,6 εκατ. δολαρίων στην Alpha Bank.
Συνολικά, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες μπορεί να προσελκύσουν σχεδόν 888 εκατ. δολάρια. Πρόσθετα κεφάλαια αναμένεται να κατευθυνθούν στη ΔΕΗ, τη Metlen, τον ΟΤΕ, τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και την Aegean Airlines, ενισχύοντας τη συναλλακτική δραστηριότητα και τη διεθνή προβολή των ελληνικών εισηγμένων.
Η επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές
Δεύτερος σημαντικός καταλύτης είναι η επαναταξινόμηση της Ελλάδας από τον MSCI στις ανεπτυγμένες αγορές έως το 2027. Η αλλαγή σηματοδοτεί την αντιστροφή της υποβάθμισης του 2013 και θεωρείται κρίσιμο βήμα για την πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών.
Η μετάβαση δημιουργεί, ωστόσο, ένα πιο σύνθετο ισοζύγιο εισροών και εκροών. Η Ελλάδα θα απομακρυνθεί από τα χαρτοφυλάκια που επενδύουν αποκλειστικά στις αναδυόμενες αγορές, αλλά θα αποκτήσει πρόσβαση σε μια πολύ μεγαλύτερη δεξαμενή κεφαλαίων που ακολουθεί τους δείκτες των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Το επενδυτικό επιχείρημα ενισχύεται και από την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Η ταχύτερη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων των προγραμμάτων στήριξης και η βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας περιορίζουν το ασφάλιστρο κινδύνου που συνόδευε επί χρόνια τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία.
Πόσο φθηνό παραμένει το Χρηματιστήριο Αθηνών
Οι επιμέρους υπολογισμοί των οίκων διαφέρουν, αλλά συμφωνούν ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών εξακολουθεί να προσφέρει χαμηλότερες αποτιμήσεις από αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές.
Η HSBC υπολογίζει ότι ο εκτιμώμενος δείκτης τιμής προς κέρδη για τους επόμενους 12 μήνες διαμορφώνεται περίπου στις 10,8 φορές. Στο ίδιο επίπεδο βρίσκεται η ηπειρωτική Κίνα, ενώ χαμηλότερα αποτιμώνται αγορές όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Βραζιλία, η Τουρκία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Στον αντίποδα, η Ινδία διαπραγματεύεται με P/E 21,3 φορές, η Ταϊβάν με 20,5 φορές και η Τσεχία με 16 φορές, αναδεικνύοντας τη διαφορά αποτίμησης που εξακολουθεί να χωρίζει την Αθήνα από άλλες διεθνείς αγορές.
Η Goldman Sachs τοποθετεί το P/E της ελληνικής αγοράς στις 10,5 φορές και τον δείκτη τιμής προς λογιστική αξία στις 1,5 φορές. Παράλληλα, υπολογίζει τη μερισματική απόδοση στο 4,8% και προβλέπει αύξηση των κερδών ανά μετοχή κατά 12% τόσο το 2026 όσο και το 2027.
Η Optima καταγράφει ακριβότερη εικόνα σε σχέση με την αρχή του έτους. Το εκτιμώμενο P/E για το 2026 έχει αυξηθεί από τις 10,4 φορές τον Ιανουάριο στις 12,3 φορές. Ακόμη και μετά από αυτή την άνοδο, όμως, η αγορά εξακολουθεί να εμφανίζει discount 22% έναντι της Ευρώπης.
Αντίστοιχα, ο λόγος επιχειρηματικής αξίας προς λειτουργική κερδοφορία ανέρχεται στις 8,4 φορές, με έκπτωση 13%, ενώ η εκτιμώμενη μερισματική απόδοση του 3,8% παραμένει υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι τράπεζες παραμένουν στο επίκεντρο
Η ισχυρή πορεία των τραπεζικών μετοχών δεν έχει εξαλείψει το discount έναντι των ευρωπαϊκών ανταγωνιστών τους. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο ο κλάδος εξακολουθεί να κυριαρχεί στις θετικές συστάσεις των αναλυτών.
Η Morgan Stanley υπολογίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου 10% φθηνότερα με βάση τον δείκτη P/E σε σχέση με τον ευρωπαϊκό κλάδο. Η μέση αποτίμησή τους αντιστοιχεί σε 8,8 φορές τα προβλεπόμενα κέρδη του 2027, παρά την εκτιμώμενη απόδοση ιδίων κεφαλαίων 17,6%, μία από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Η μέση μερισματική απόδοση αναμένεται να φθάσει το 5,6% το 2027.
Ανάλογη είναι η προσέγγιση της JP Morgan. Ο αμερικανικός οίκος υπολογίζει το P/E των ελληνικών τραπεζών στις 9,6 φορές για τους επόμενους 12 μήνες, έναντι 10,6 φορές για τις ευρωπαϊκές. Θεωρεί μάλιστα ότι η συγκεκριμένη απόσταση είναι μεγαλύτερη από εκείνη που δικαιολογούν η κερδοφορία και η κεφαλαιακή τους θέση.
Η UBS εντοπίζει έκπτωση περίπου 12% με βάση τις εκτιμήσεις για το 2027. Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες αποτιμώνται στις 9,2 φορές τα κέρδη, έναντι 10,4 φορές για την Ευρώπη και έως 10,9 φορές για τις τράπεζες της Ισπανίας και της Πορτογαλίας.
Κατά την UBS, η απόσταση μπορεί να περιοριστεί μέσα από την πιστωτική επέκταση και την αξιοποίηση των κεφαλαίων που έχουν συσσωρεύσει οι τράπεζες. Στο ίδιο μήκος κύματος, η Goldman Sachs αναθεώρησε τις εκτιμήσεις της για τον κλάδο μετά τα ισχυρά αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου και την αναβάθμιση των επιχειρηματικών στόχων από τις διοικήσεις.
Από την εξυγίανση στην οργανική ανάπτυξη
Το τραπεζικό αφήγημα έχει πλέον αλλάξει. Η προσοχή των επενδυτών δεν επικεντρώνεται μόνο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στην αποκατάσταση των ισολογισμών, αλλά στην ικανότητα των τραπεζών να παράγουν σταθερά κέρδη από τις βασικές τους δραστηριότητες.
Η Morgan Stanley ξεχωρίζει την αύξηση των χορηγήσεων, την ενίσχυση των προμηθειών, την ανθεκτικότητα των καθαρών εσόδων από τόκους και την υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια ως βασικά στοιχεία της επόμενης φάσης.
Αντίστοιχα, η Moody’s εκτιμά ότι το επόμενο κεφάλαιο για τον ελληνικό τραπεζικό τομέα θα βασιστεί στην οργανική ανάπτυξη και όχι στην εξυγίανση. Η πιστωτική επέκταση, τα διαφοροποιημένα έσοδα από προμήθειες, το χαμηλό κόστος πιστωτικού κινδύνου και ο έλεγχος των δαπανών μπορούν να στηρίξουν την κερδοφορία το 2026 και το 2027, ακόμη και εάν τα επιτοκιακά περιθώρια δεχθούν νέες πιέσεις.
Τα συνολικά καθαρά κέρδη των τεσσάρων τραπεζών έφθασαν, σύμφωνα με τη Moody’s, τα 2,5 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επιστροφή των καθαρών εσόδων από τόκους σε ανοδική πορεία: μετά την κάμψη του 2025, αυξήθηκαν κατά 4,6% σε ετήσια βάση, στα 4,3 δισ. ευρώ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- ΔΕΘ: Ταχύτερες επιδοτήσεις και νέα δάνεια για αγρότες – Έρχεται το «Σπίτι μου 3»
- Τουρισμός: Πάνω από 30 εκατ. αεροπορικές θέσεις για την Ελλάδα το 2026
- Τριετής φοροαπαλλαγή για τα ενοίκια: Πώς την εξασφαλίζουν οι ιδιοκτήτες
- Οι αθλητικές ομάδες έγιναν το νέο επενδυτικό «στοίχημα» των δισεκατομμυριούχων