Ελλάδα – Κύπρος: Δύο αγορές, με ένα κοινό growth story
- 02/10/2026, 10:00
- SHARE
Ελλάδα και Κύπρος μοιράζονται πολύ περισσότερα από γεωγραφική εγγύτητα και ισχυρούς ιστορικούς, πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς. Σε μια περίοδο κατά την οποία κεφάλαια, εφοδιαστικές αλυσίδες και επιχειρηματικές στρατηγικές επανατοποθετούνται, οι δύο χώρες έχουν την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους. Το στοίχημα είναι το scale. Πώς μπορούν κεφάλαια, τεχνολογία, ανθρώπινο δυναμικό και επιχειρήσεις να κινηθούν αποτελεσματικότερα μεταξύ των δύο οικονομιών; Ποιοι κλάδοι μπορούν να δημιουργήσουν τα επόμενα regional success stories; Και τι απαιτείται ώστε Ελλάδα και Κύπρος να μετατρέψουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα σε μεγαλύτερη διεθνή επιρροή και διατηρήσιμη ανάπτυξη;
Το αναπτυξιακό upside είναι σημαντικό. Οι δύο χώρες βρίσκονται σε ένα κομβικό σημείο ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, διαθέτοντας οικονομίες με διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά χαρακτηριστικά. Η στενότερη διασύνδεσή τους μπορεί να διευρύνει τον ζωτικό χώρο των επιχειρήσεων, να κινητοποιήσει περισσότερα κεφάλαια και να δημιουργήσει μια μεγαλύτερη πλατφόρμα για επενδύσεις, καινοτομία και περιφερειακή ανάπτυξη, ειδικά όταν αυτά λειτουργούν μαζί, πολλαπλασιαστικά. Η ΤΝ και οι νέες τεχνολογίες μπορούν να περιορίσουν τα μειονεκτήματα της μικρής κλίμακας, ενώ η καλύτερη κινητικότητα κεφαλαίων, τεχνογνωσίας και ανθρώπων μπορεί να επιτρέψει σε περισσότερες επιχειρήσεις να ξεπεράσουν τα όρια των εγχώριων αγορών τους.
Για να μετατραπεί όμως αυτή η δυνατότητα σε πραγματική οικονομική αξία, χρειάζονται περισσότερα από κεφάλαια και τεχνολογία. Χρειάζεται μεγαλύτερη φιλοδοξία, ισχυρό management, συνεργασίες και, κυρίως, αλλαγή νοοτροπίας απέναντι στο scale και την εξωστρέφεια. Το ζητούμενο δεν είναι περισσότερες συναλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, αλλά η δημιουργία των προϋποθέσεων, ώστε περισσότερα local champions να εξελιχθούν σε περιφερειακούς πρωταγωνιστές. Και επιπλέον, το φυσικό πλεονέκτημα της γεωγραφίας να μετατραπεί σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα οικονομικής συνδεσιμότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, οι τέσσερις κορυφαίοι CEOs που ακολουθούν, αναδεικνύουν τη μεγάλη ευκαιρία, Ελλάδα και Κύπρος να ενώσουν δυνάμεις και να χτίσουν έναν ισχυρό περιφερειακό πόλο ανάπτυξης.
«Κύπρος και Ελλάδα είναι ήδη μέρος ευρύτερων σχεδιασμών για νέους εμπορικούς δρόμους που θα συνδέουν την Ευρώπη με την ανατολή»
Η Eurobank έχει πλέον σημαντική παρουσία και στις δύο αγορές. Πού βλέπετε τη μεγαλύτερη ανεκμετάλλευτη ακόμη ευκαιρία στην οικονομική και επιχειρηματική διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου;
Η εξέλιξη της παρουσίας της Eurobank στην Κύπρο αποτελεί η ίδια το καλύτερο παράδειγμα για την αξιοποίηση συνεργειών και ευκαιριών, σε όφελος και των πελατών και των οικονομιών των δύο χωρών. Η Eurobank Ltd ενσωματώνει την τεχνογνωσία του ομίλου στη μοναδική τοπική εμπειρία ιστορικών και βαθιά ριζωμένων στην κυπριακή αγορά εταιρειών, όπως η Eλληνική Τράπεζα, η Eurobank Cyprus, η ασφαλιστική CNP. Δημιουργήθηκε έτσι ο μεγαλύτερος τραπεζοασφαλιστικός οργανισμός της χώρας, μέλος ταυτόχρονα ενός ομίλου με ευρύτερη γεωγραφική εμβέλεια στη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Στον χρηματοοικονομικό κλάδο, όλο και περισσότερο η κλίμακα είναι απαραίτητη για τις διαρκείς επενδύσεις που απαιτούνται για να ανταποκρίνεται μια τράπεζα στον εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό και τις εξελίξεις, ιδίως στον τομέα της τεχνολογίας.
Η Eurobank είναι ο μοναδικός ελληνικός και κυπριακός τραπεζικός όμιλος που παρέχει σήμερα ένα γεωγραφικό εύρος υπηρεσιών το οποίο χρειάζονται οι πελάτες μας καθώς διευρύνουν και εκείνοι τις δραστηριότητές τους. Το ίδιο ισχύει και για όποιον θέλει να βρίσκεται στο ραντάρ της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας. Ταυτόχρονα, αυτή η διεύρυνση του ορίζοντα αποτελεί ευκαιρία -κατά την εκτίμησή μου και προτεραιότητα- για την Ελλάδα και, ασφαλώς, την Κύπρο από οικονομική αλλά και γεωστρατηγική οπτική.
Μπορούν Ελλάδα και Κύπρος να εξελιχθούν σε έναν ενιαίο χρηματοοικονομικό και επενδυτικό διάδρομο με περιφερειακή εμβέλεια; Τι χρειάζεται για να αποκτήσει αυτό το οικοσύστημα μεγαλύτερη κλίμακα και να προσελκύσει περισσότερα διεθνή κεφάλαια;
Η ενιαία προσφορά υπηρεσιών σε Ελλάδα και Κύπρο αποτελεί για τη Eurobank στρατηγική επιλογή και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Πρόσφατα ανοίξαμε γραφεία στην Ινδία, στην πόλη Μουμπάι. Από εκεί, με το δίκτυο επαφών μας με την ινδική επιχειρηματική κοινότητα, προβάλλουμε και αναδεικνύουμε τα πλεονεκτήματα της επιλογής είτε της Ελλάδας, είτε ακόμη περισσότερο της Κύπρου ως γέφυρας προς την ευρωπαϊκή αγορά. Έχουμε ήδη ινδικές εταιρείες πελάτες μας που γνώρισαν την Κύπρο και επέλεξαν να δραστηριοποιηθούν στη χώρα, τόσο σε προβεβλημένους τομείς, όπως ο τουρισμός και η τεχνολογία, όσο και σε άλλους λιγότερο αναμενόμενους, όπως ο αγροδιατροφικός. Με τη συμβολή της Eurobank θα γυριστεί η πρώτη ταινία ινδικού Bollywood στην Κύπρο. Το πεδίο είναι πραγματικά απεριόριστο, χρειάζεται όμως τολμηρές πρωτοβουλίες, χρειάζεται πρωτοπόρους και από τις δύο πλευρές, και αυτό ακριβώς κάνουμε, τόσο με την Ινδία όσο και με την παρουσία μας, στο άμεσο μέλλον, σε οικονομικά κέντρα της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου.
Ποιοι κλάδοι θεωρείτε ότι έχουν σήμερα τις μεγαλύτερες προοπτικές για cross-border επενδύσεις και για τη δημιουργία του επόμενου regional success story με αφετηρία την Ελλάδα και την Κύπρο;
Νομίζω ότι δεν υπάρχει κλάδος που δεν θα μπορούσε να επωφεληθεί από την αύξηση της επενδυτικής δραστηριότητας. Θυμίζω ότι ειδικά για την Ελλάδα το επενδυτικό κενό της κρίσης δεν έχει ακόμη καλυφθεί και γι’ αυτό έχω πει πως η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων, τόσο εγχώριων και όσο και άμεσων ξένων επενδύσεων, για πολλά χρόνια ακόμη θα πρέπει να είναι ο πολικός αστέρας της οικονομικής μας πολιτικής. Οι επενδυτές θα έρθουν πρώτα για αυτό που γνωρίζουν και που διαθέτει ήδη μια διεθνή ορατότητα – ο τουρισμός είναι ένας προφανής προορισμός επενδύσεων. Όμως καθώς η χώρα βελτιώνει ουσιαστικά τη διεθνή της εικόνα, τη γνωρίζουν καλύτερα και το ενδιαφέρον θα διαχέεται. Η Κύπρος έχει διαφορετικά πλεονεκτήματα – τη γεωγραφική της θέση, το αγγλικό δίκαιο, σημαντική διείσδυση του κλάδου ICT στην οικονομία, το υψηλό επίπεδο στον τομέα των υπηρεσιών που χρειάζονται οι επενδυτές.
Πιστεύω ότι το σημαντικότερο είναι να πιστέψουν όλοι ότι η Κύπρος παραμένει και η Ελλάδα εξελίσσεται σταθερά σε φιλοεπενδυτική χώρα. ΄Εχουμε σοβαρά δείγματα ότι η προσπάθεια αποδίδει, όπως με την εγκατάσταση προβεβλημένων φορέων του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος ή την εγκατάσταση data centres από διεθνείς κολοσσούς. Το κρίσιμο είναι να μην κάνουμε λάθη του παρελθόντος και ανακοπεί η θετική πορεία.
Σε μια περίοδο που οι επενδυτικές και εμπορικές ροές επαναπροσδιορίζονται, ποιον ρόλο μπορούν να διεκδικήσουν από κοινού μαζί Ελλάδα και Κύπρος ως πύλη μεταξύ Ευρώπης, Νοτιοανατολικής ΝΑ Μεσογείου και Μέσης Μ. Ανατολής;
Πριν ξεσπάσουν η πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή και η παρατεταμένη πια στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν, μεγάλες πρωτοβουλίες βρίσκονταν σε στάδιο προχωρημένου σχεδιασμού ή στην έναρξη της υλοποίησής τους. Παράλληλοι διάδρομοι διαμορφώνονται για τη διακίνηση εμπορευμάτων (όπως το σχέδιο του IMEC), ενέργειας αλλά και δεδομένων (East to Med data corridor). Ο πόλεμος έχει οδηγήσει σε σημαντική καθυστέρηση ή αναστολή αυτών των σχεδιασμών. Όμως δεν θα διαρκέσει για πάντα. Άλλα από τα παραπάνω σχέδια θα προχωρήσουν, άλλα θα ανασχεδιαστούν ριζικά, ή θα προκύψουν νέα σε συνάρτηση με τη γεωπολιτική πραγματικότητα που θα έχει διαμορφωθεί.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ανάγκη για ασφαλείς, λειτουργικούς και οικονομικά αποδοτικούς δρόμους που θα συνδέουν την Ευρώπη με την Ανατολή για το εμπόριο, την ενέργεια, την πληροφορία θα είναι το βασικό πρόταγμα της επόμενης μέρας. Και σε αυτό το πλαίσιο η Κύπρος και η Ελλάδα έχουν ένα φυσικό πλεονέκτημα που μπορεί, εφόσον αξιοποιηθεί, να αλλάξει ριζικά την ορατότητα και τη σημασία των δύο χωρών μέσα στο παγκόσμιο οικονομικό πλέγμα. Ελλάδα και Κύπρος αντιμετωπίζονται ήδη ως σταθμοί ευρύτερων σχεδιασμών για νέους εμπορικούς δρόμους που θα συνδέουν την Ευρώπη με την ανατολή – τη Μέση Ανατολή αλλά και την Ασία, ιδίως με την ανάδειξη της Ινδίας σε μείζον κέντρο της παγκόσμιας παραγωγής και, ταυτόχρονα κεντρικό εταίρο της Ευρώπης, καθώς επιδιώκει τη μείωση της εξάρτησής της από την Κίνα.
Τι χρειάζεται σήμερα ώστε περισσότερες επιχειρήσεις με αφετηρία την Ελλάδα και την Κύπρο να αποκτήσουν περιφερειακή και διεθνή κλίμακα;
Για να μπορέσει μία επιχείρηση να αναπτυχθεί πέρα από τα εθνικά της σύνορα, χρειάζεται ένα περιβάλλον που να της επιτρέπει να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα, να επενδύει με συνέπεια και να καινοτομεί. Στην Παπαστράτος το έχουμε ζήσει στην πράξη. Μετασχηματίσαμε ριζικά το επιχειρηματικό μοντέλο και την παραγωγική μας βάση στον Ασπρόπυργο, επενδύοντας στην τεχνολογία, τις υποδομές και, κυρίως, στους ανθρώπους μας. Σήμερα, η Παπαστράτος αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα της Ελλάδας προς την Ιαπωνία, αντιπροσωπεύοντας το 83% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών προς τη χώρα.
Για να δούμε περισσότερες επιχειρήσεις από Ελλάδα και Κύπρο να ακολουθούν μία αντίστοιχη πορεία, χρειάζεται σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο, πρόσβαση σε δεξιότητες και τεχνογνωσία και, ίσως το σημαντικότερο, εξωστρεφής νοοτροπία. Οι αγορές μας είναι μεν σχετικά μικρές αλλά με μεγάλες προοπτικές. Η διεθνής προοπτική δεν πρέπει να είναι μια επιλογή α λα καρτ για μια επιχείρηση, αλλά να αποτελεί μέρος του σχεδιασμού της εξαρχής ή όταν αποκτά μια κρίσιμη παραγωγική βάση.
Σε ποιους τομείς βλέπετε τις μεγαλύτερες ευκαιρίες για επιχειρηματικές συνεργασίες Ελλάδας–Κύπρου ώστε να διεκδικήσουν μεγαλύτερο ρόλο στη ΝΑ Ευρώπη και την Α. Μεσόγειο;
Προσωπικά, πιστεύω ότι οι μεγαλύτερες ευκαιρίες βρίσκονται, σε τομείς που θα καθορίσουν την ανταγωνιστικότητα τα επόμενα χρόνια, όπως η προηγμένη μεταποίηση, η ενέργεια, οι ψηφιακές τεχνολογίες, οι εφοδιαστικές αλυσίδες, η γεωργία ακριβείας, οι υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας και η έρευνα και ανάπτυξη.
Παράλληλα, η γεωγραφική θέση των δύο χωρών τους επιτρέπει να λειτουργήσουν ως γέφυρα μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής. Για να αξιοποιηθεί, όμως, αυτό το πλεονέκτημα, χρειάζονται ισχυρότερα δίκτυα μεταξύ επιχειρήσεων, ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και κέντρων καινοτομίας, συνεχής επένδυση στις δεξιότητες και το ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και συστηματική επένδυση στις υποδομές. Η δική μας εμπειρία δείχνει πώς αυτή η δυναμική μπορεί να πάρει συγκεκριμένη επιχειρηματική μορφή.
Η επιτυχημένη πορεία της Παπαστράτος στην Ελλάδα και η επιχειρηματική ευκαιρία που είδαμε στην Κύπρο οδήγησαν στη δημιουργία της Philip Morris Cyprus. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια ισχυρή παρουσία στην Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ανάπτυξη και σε άλλες αγορές της περιοχής και του πώς μπορούν οι καλές πρακτικές και η τεχνογνωσία να εξαχθούν σε αυτές τις αγορές.
Ποιο θεωρείτε το σημαντικότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της περιοχής στα επόμενα χρόνια: επενδύσεις, τεχνολογία, ανθρώπινο κεφάλαιο ή συνδυασμός και των τριών;
Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι οι επιχειρήσεις, οι οικονομίες και κατ’ επέκταση τα κράτη που πετυχαίνουν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό δεν διαχωρίζουν τις επενδύσεις, την τεχνολογία και το ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά αντιθέτως τα προσεγγίζουν με ολιστικές και δυναμικές στρατηγικές. Το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα συνεπώς θα πρέπει να είναι η ικανότητά μας να τα συνδυάζουμε αποτελεσματικά.
Η τεχνολογία και η ΤΝ έχουν αλλάξει, ήδη, τον τρόπο που παράγουμε, παίρνουμε αποφάσεις και οργανώνουμε τις επιχειρήσεις. Όμως, η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζονται επενδύσεις για να ενσωματωθεί ουσιαστικά στην παραγωγή και τα επιχειρηματικά μοντέλα και, πάνω απ’ όλα, άνθρωποι με τις δεξιότητες να την αξιοποιήσουν. Για την Ελλάδα και την Κύπρο αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο.
Διαθέτουμε υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, αλλά χρειάζεται ακόμη στενότερη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας και μεγαλύτερη επένδυση στην ανάπτυξη της επόμενης γενιάς επιστημόνων. Εκεί, κατά τη γνώμη μου, θα κριθεί και η ανταγωνιστικότητα της περιοχής. Στο κατά πόσο θα καταφέρουμε να δημιουργήσουμε ένα οικοσύστημα όπου επενδύσεις, τεχνολογία και ταλέντο λειτουργούν μαζί. Αν το πετύχουμε, Ελλάδα και Κύπρος μπορούν να έχουν ρόλο πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθός τους στην ΝΑ Ευρώπη και την Α. Μεσόγειο.
Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν ισχυρές, αλλά σχετικά μικρής κλίμακας επιχειρήσεις. Τι χρειάζεται ώστε να περάσουν από το στάδιο του “local champion” σε επέκταση και ποιος ο ρόλος του private capital σε αυτή τη μετάβαση;
Νομίζω ότι χρειάζονται τρία πράγματα, όχι πάντα με αυτή τη σειρά. Το πρώτο είναι διοίκηση δεύτερης γραμμής, ανεξάρτητη από τον ιδρυτή – όσο μια επιχείρηση κρίνεται αποκλειστικά από ένα πρόσωπο, όσο ικανό κι αν είναι αυτό, δύσκολα κλιμακώνεται πέρα από ένα σημείο. Το δεύτερο είναι μεγαλύτερη ανοιχτότητα σε εξαγορές και συγχωνεύσεις, για να αποκτήσεις μέγεθος γρήγορα σε κατακερματισμένη αγορά, αντί να το χτίζεις μόνος επί δεκαετία. Και το τρίτο, ίσως το πιο δύσκολο, είναι η διάθεση να μοιραστείς τον έλεγχο της επιχείρησης που έχτισες – ειδικά σε οικογενειακές επιχειρήσεις με βαθιά ιστορία.
Ο ρόλος του private capital δεν είναι μόνο να βάλει κεφάλαιο· είναι να φέρει τη δομή, τη διακυβέρνηση και το δίκτυο που κάνουν μια εταιρεία πιο έτοιμη να σταθεί απέναντι σε έναν ξένο επενδυτή ή αγοραστή. Το βλέπουμε και στη δική μας πορεία: ξεκινήσαμε με μειοψηφικές συμμετοχές στο πρώτο μας fund, και μόνο όταν ωρίμασε η σχέση εμπιστοσύνης με τους επιχειρηματίες περάσαμε σε πλειοψηφικές στο δεύτερο. Δεν επιβάλλεται, χτίζεται σταδιακά – αλλά όταν συμβεί, αλλάζει πραγματικά τι μπορεί να γίνει μια επιχείρηση.
Αν δούμε σήμερα Ελλάδα και Κύπρο ως ενιαίο επενδυτικό χώρο, σε ποιους κλάδους θα αναζητούσατε τις μεγαλύτερες ευκαιρίες για regional scale;
Θα ξεκινούσα από κάτι που ίσως ακούγεται πιο «καθημερινό» αλλά έχει τεράστια δυναμική: τα τρόφιμα, και ειδικά την κατηγορία γύρω από την πρωτεΐνη και τις εταιρείες που προωθούν το healthy lifestyle. Είναι κλάδος όπου η ζήτηση αλλάζει δομικά, όχι εποχιακά, και όπου Ελλάδα και Κύπρος έχουν πρώτες ύλες, τεχνογνωσία και brand story που μπορούν να κλιμακωθούν περιφερειακά. Δεύτερος κλάδος, οι υπηρεσίες υγείας, όπου η δημογραφική πίεση και ο κατακερματισμός σε μικρά διαγνωστικά κέντρα και κλινικές δημιουργούν ιδανικές συνθήκες για ενοποίηση σε μεγαλύτερες, πιο σοβαρές πλατφόρμες. Τρίτος, ο συνδυασμός άμυνας και κυβερνοασφάλειας, δύο κλάδοι που μετά το 2022 άλλαξαν άρδην κλίμακα και όπου Ελλάδα και Κύπρος, λόγω γεωπολιτικής θέσης, έχουν κάθε λόγο να συνεργαστούν αντί να κινούνται παράλληλα. Και σε όλους αυτούς τους κλάδους βλέπω το AI ως πολλαπλασιαστή αξίας.
Τι μπορεί να προσφέρει η Κύπρος σε μια ελληνική επιχείρηση που θέλει να επεκταθεί διεθνώς και, αντίστροφα, η Ελλάδα σε μια κυπριακή εταιρεία που αναζητά μια μεγαλύτερη αγορά;
Η Κύπρος προσφέρει σε μια ελληνική εταιρεία ένα ιδιαίτερα φιλικό προς τις επιχειρήσεις φορολογικό περιβάλλον, θεσμικό πλαίσιο και holding structures αναγνωρισμένα διεθνώς – εργαλεία που διευκολύνουν σημαντικά μια εταιρεία που θέλει να οργανώσει τη διεθνή της παρουσία σωστά από νομικής και φορολογικής άποψης. Σε αυτό προσθέτω τη γεωγραφική της θέση ως γέφυρα προς Μέση Ανατολή και Κόλπο, κάτι ακόμη πιο σχετικό φέτος με την κυπριακή προεδρία στην ΕΕ. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, προσφέρει σήμερα στην κυπριακή επιχείρηση πράγματα που δεν προσέφερε το ίδιο πειστικά πριν από μια δεκαετία: καλύτερες υποδομές, πολύ μεγαλύτερη δεξαμενή εξειδικευμένων στελεχών, και ένα πιο ώριμο πλέον οικοσύστημα private equity που μπορεί να χρηματοδοτήσει σοβαρά σχέδια ανάπτυξης. Δεν είναι λοιπόν ανταγωνιστικές αγορές – είναι συμπληρωματικές, και όσοι το καταλάβουν πρώτοι θα χτίσουν κάτι μεγαλύτερο από όσο θα μπορούσαν μόνοι τους σε καθεμία ξεχωριστά.
Πολλές φορές το κεφάλαιο υπάρχει, όμως το scale δεν έρχεται. Τι λείπει περισσότερο σήμερα από το οικοσύστημα Ελλάδας-Κύπρου;
Το κεφάλαιο υπάρχει, σε πολλαπλάσιο μέγεθος απ’ ό,τι πριν λίγα χρόνια. Αυτό που καθυστερεί το scale είναι κάτι ανθρώπινο: οι περισσότερες ελληνικές και κυπριακές επιχειρήσεις είναι οικογενειακή υπόθεση, χτισμένη με κόπο σε βάθος δεκαετιών, και είναι φυσικό ο επιχειρηματίας να είναι επιφυλακτικός όταν κάποιος τρίτος μπαίνει στο μετοχικό κεφάλαιο ή σε μια στρατηγική συνεργασία – όχι από δυσπιστία, αλλά επειδή προστατεύει μια παρακαταθήκη. Χρειάζεται λοιπόν χρόνος ώστε η σχέση εμπιστοσύνης να ωριμάσει, πέρα από όσο θα περίμενε κανείς κοιτώντας μόνο τα κεφάλαια που επενδύονται.
Το ενθαρρυντικό είναι ότι η νοοτροπία αλλάζει: στο δεύτερο EOS fund παίρνουμε πλέον πλειοψηφικές συμμετοχές, κάτι αδιανόητο πριν λίγα χρόνια, και το ίδιο δείχνουν και οι αποεπενδύσεις που βγαίνουν στην αγορά – κάθε επιτυχημένη ιστορία κάνει τον επόμενο επιχειρηματία πιο πρόθυμο να ανοίξει την πόρτα.
«Οι εταιρείες που διακρίνονται διεθνώς δεν αντιμετωπίζουν την περιφερειακή ανάπτυξη ως επόμενο στάδιο, αλλά ως μέρος του αρχικού τους σχεδιασμού»
Αν Ελλάδα και Κύπρος τοποθετηθούν ως ενιαίο business & innovation corridor με περιφερειακή εμβέλεια, ποιες προϋποθέσεις απαιτούνται σε τεχνολογία, ανθρώπινο κεφάλαιο και επενδύσεις;
Για να συμβεί αυτό, χρειάζονται τρεις βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, κοινές υποδομές -ψηφιακές και μη- που θα επιτρέπουν σε επιχειρήσεις, δεδομένα και υπηρεσίες να λειτουργούν απρόσκοπτα μεταξύ των δύο χωρών. Δεύτερον, ένα ενιαίο οικοσύστημα ταλέντου, με έμφαση στις ψηφιακές δεξιότητες, την κινητικότητα επαγγελματιών και την προσέλκυση ανθρώπινου δυναμικού από τη διασπορά και το εξωτερικό. Και τρίτον, επενδύσεις σε μεγάλη κλίμακα που ξεπερνούν τη λογική των τοπικών αγορών και δημιουργούν δυνατότητες παραγωγής, καινοτομίας και εξαγωγής γνώσης για ολόκληρη την περιοχή.
Η ευκαιρία είναι να δημιουργηθεί ένας κόμβος που θα συνδέει την Ευρώπη με τη ΝΑ Ευρώπη, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, αποτελώντας ελκυστικό προορισμό για τεχνολογία, ταλέντο και κεφάλαια.
Η ΤΝ επαναπροσδιορίζει την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και οικονομιών. Πού βλέπετε το συγκριτικό πλεονέκτημα για Ελλάδα και Κύπρο και τι μπορεί να τις διαφοροποιήσει στον νέο τεχνολογικό χάρτη της Ευρώπης και της ΝΑ Ευρώπης;
Η τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί σε έναν πρωτοφανή εκδημοκρατισμό της καινοτομίας και της γνώσης. Η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται πλέον μόνο από το μέγεθος μιας οικονομίας, αλλά από την ικανότητά της να αξιοποιεί γρήγορα την τεχνολογία για να παράγει αξία, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη.
Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα Ελλάδας και Κύπρου δεν έγκειται στην ανάπτυξη των επόμενων μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Βρίσκεται στην εφαρμογή της ΤΝ σε κλάδους όπου ήδη διαθέτουν διεθνή παρουσία και βαθιά τεχνογνωσία, όπως η ναυτιλία, η ενέργεια, ο τουρισμός και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Στόχος θα πρέπει να είναι η σταδιακή εξέλιξή τους σε έναν αξιόπιστο διεθνή κόμβο ανάπτυξης και λειτουργίας εξειδικευμένων λύσεων AI, αξιοποιώντας παράλληλα το ισχυρό κανονιστικό πλαίσιο της Ευρώπης, την πρόσβαση σε ταλέντο και τη στρατηγική γεωγραφική τους θέση.
Τι χρειάζεται ώστε περισσότερες ελληνικές και κυπριακές εταιρείες να ξεπεράσουν τα όρια των εγχώριων αγορών τους και να χτίσουν πραγματικό regional scale;
Οι επιχειρήσεις που καταφέρνουν να επεκταθούν πέρα από τα εθνικά τους σύνορα δεν αντιμετωπίζουν την περιφερειακή ανάπτυξη ως επόμενο στάδιο, αλλά ως μέρος του αρχικού τους σχεδιασμού. Από την αρχή λειτουργούν αναπτύσσοντας προϊόντα, υπηρεσίες και οργανωτικές δομές που μπορούν να επεκταθούν σε διαφορετικά γεωγραφικά περιβάλλοντα.
Αυτό απαιτεί έναν ισχυρό ψηφιακό πυρήνα, με σύγχρονες υποδομές, δεδομένα και αξιοποίηση της ΤΝ, επιτρέποντας την επέκταση σε μεγάλη κλίμακα χωρίς αντίστοιχη αύξηση του κόστους και της πολυπλοκότητας. Απαιτεί επίσης διοικητικές ομάδες με διεθνή προσανατολισμό, ισχυρές συνεργασίες και τη διάθεση να προβούν σε στρατηγικές συμμαχίες ή εξαγορές για να επιταχύνουν την ανάπτυξή τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του ευρύτερου οικοσυστήματος είναι εξίσου κρίσιμος.
Συνεπώς, η περιφερειακή ανάπτυξη δεν είναι θέμα γεωγραφίας ή μεγέθους αγοράς. Είναι θέμα φιλοδοξίας. Και για πρώτη φορά, η τεχνολογία και η ΤΝ δίνουν στην Ελλάδα και την Κύπρο τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν και να αναπτυχθούν σε περιφερειακή κλίμακα με ταχύτητα και αποφασιστικότητα.
Φωτογραφίες: Προσωπικό Αρχείο Eurobank, ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΟΣ, EOS Global Investors Group, Accenture Greece
Η νέα έκδοση του Fortune Greece, Greece & Cyprus κυκλοφορεί από την Τετάρτη 30/9 σε Ελλάδα & Κύπρο.
H ON LINE ΕΚΔΟΣΗ TOY FORTUNE GREECE ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΘΕΣΙΜΗ ME ENA ΜΟΝΟ KΛΙΚ ΣΤΟ Fortune Members