Μετά τους καύσωνες, πολιτική σιωπή – Τι φοβούνται οι Ευρωπαίοι ηγέτες
- 28/08/2026, 16:21
- SHARE
- Η Ευρώπη θερμαίνεται περίπου δύο φορές ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, με ολοένα σοβαρότερες συνέπειες.
- Η ανησυχία των πολιτών αυξάνεται, αλλά το άμεσο κόστος ορισμένων πράσινων μέτρων δυσκολεύει την πολιτική τους προώθηση.
- Η ανάλυση του Guardian αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στον εκλογικό ορίζοντα των κυβερνήσεων και στις μακροπρόθεσμες ανάγκες της κλιματικής πολιτικής.
Το κόστος της πράσινης μετάβασης μπορεί να εμφανιστεί στον επόμενο λογαριασμό ενός νοικοκυριού ή στον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης. Το κόστος της καθυστέρησης απλώνεται σε περισσότερα χρόνια, περισσότερους κλάδους και περισσότερες γενιές. Ανάμεσα στους δύο αυτούς λογαριασμούς βρίσκεται το πολιτικό δίλημμα που δυσκολεύονται να διαχειριστούν πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Οι καύσωνες και οι πυρκαγιές κάνουν την κλιματική κρίση όλο και πιο ορατή. Δεν μετατρέπονται, όμως, αυτομάτως σε πολιτική συναίνεση για τις αλλαγές στην ενέργεια, στην παραγωγή και στην καθημερινότητα που απαιτεί η αντιμετώπισή της.
Αυτή την αντίφαση εξετάζει ο Guardian σε ανάλυσή του: οι ηγεσίες καλούνται να απαντήσουν σε μια μακροχρόνια κρίση, ενώ υπολογίζουν το άμεσο εκλογικό κόστος των αποφάσεών τους.
Μια ήπειρος που θερμαίνεται, μια συζήτηση που υποχωρεί
Η Ευρώπη είναι η ταχύτερα θερμαινόμενη ήπειρος, με ρυθμό περίπου διπλάσιο από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Τα στοιχεία του Copernicus επιβεβαιώνουν ότι οι συνέπειες επηρεάζουν ήδη τις κοινωνίες, τις οικονομίες και τα οικοσυστήματά της.
Το φετινό καλοκαίρι, τέσσερις διαδοχικοί καύσωνες συνοδεύτηκαν από θερμοκρασιακά ρεκόρ, καταστροφικές πυρκαγιές και χιλιάδες επιπλέον θανάτους, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει ο Guardian. Ο επικεφαλής του ΟΗΕ για το κλίμα, Σάιμον Στιλ, έχει προειδοποιήσει ότι οι επιπτώσεις φθάνουν σε επίπεδα «εθνικής έκτακτης ανάγκης».
Το ζήτημα δεν είναι ότι η Ευρώπη στερείται κλιματικών στόχων ή νομοθεσίας. Είναι, όπως υπογραμμίζει η ανάλυση, ότι παραμένουν λίγες οι μεγάλες πολιτικές παρεμβάσεις που εξηγούν καθαρά τις αιτίες της κρίσης και προετοιμάζουν τους πολίτες για τις απαιτούμενες αλλαγές.
Ο φόβος του άμεσου λογαριασμού
Η μείωση των εκπομπών δεν επιτυγχάνεται μόνο με εξαγγελίες. Προϋποθέτει επενδύσεις, αλλαγές στον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέτρα που επιβαρύνουν άμεσα συγκεκριμένες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες.
Η φορολόγηση του άνθρακα και οι περιορισμοί σε ρυπογόνα συστήματα θέρμανσης αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα πολιτικών που μπορούν να προκαλέσουν αντιδράσεις. Ιδίως όταν τα νοικοκυριά πιέζονται ήδη από την ενέργεια, τα τρόφιμα και τη στασιμότητα των εισοδημάτων τους.
Το πολιτικό πρόβλημα είναι η διαφορετική χρονική κλίμακα: η δαπάνη είναι συγκεκριμένη και άμεση, ενώ τα οφέλη από τη μείωση των κλιματικών κινδύνων κατανέμονται σε βάθος χρόνου.
Λαϊκιστικά και ακροδεξιά κόμματα αξιοποιούν αυτή την ανισορροπία, παρουσιάζοντας την πράσινη νομοθεσία ως επιλογή των ελίτ εις βάρος των εργαζομένων. Έτσι, η αντιπαράθεση μεταφέρεται από το ποια μέτρα είναι αποτελεσματικά στο ποιος θα πληρώσει για αυτά.
Οι πολίτες ανησυχούν περισσότερο
Η επιφυλακτικότητα των κυβερνήσεων συνυπάρχει με ενδείξεις αυξανόμενης κοινωνικής ανησυχίας.
Στη Γαλλία, το βαρόμετρο Ipsos BVA–CESI για τη La Tribune Dimanche κατέγραψε τον Ιούλιο άνοδο 12 ποσοστιαίων μονάδων στην ανησυχία για την προστασία του περιβάλλοντος. Το θέμα ανέβηκε στην τέταρτη θέση των προτεραιοτήτων των ερωτηθέντων, μετά τους καύσωνες.
Η αυξημένη ανησυχία, βέβαια, δεν ισοδυναμεί με αποδοχή κάθε συγκεκριμένου μέτρου. Αναδεικνύει, όμως, την ανάγκη για μια πειστική πολιτική απάντηση.
Σε κύριο άρθρο της, η Le Monde επέκρινε τόσο τη σιωπή όσο και τις ανεπαρκείς εξαγγελίες του γαλλικού πολιτικού συστήματος. Η προειδοποίησή της αφορά την αξιοπιστία των ηγεσιών: η απόσταση ανάμεσα στην εμπειρία των πολιτών και στην πολιτική ανταπόκριση μπορεί να ενισχύσει την απογοήτευση και την οργή.
Αντίστοιχους προβληματισμούς εκφράζουν στη Βρετανία ακτιβιστές των Εργατικών, οι οποίοι ζητούν ισχυρότερη κυβερνητική πρωτοβουλία για το κλίμα.
Οι εξαιρέσεις και οι πολιτικές ισορροπίες
Στη Γερμανία, ο Φρίντριχ Μερτς αναγνώρισε την ανάγκη τόσο περιορισμού της κλιματικής αλλαγής όσο και προσαρμογής στις συνέπειές της, θέτοντας παράλληλα ως προϋπόθεση την προστασία της βιομηχανίας. Σύμφωνα με τον Guardian, επικριτές του συνδέουν την επιφυλακτικότητά του με τον φόβο ενίσχυσης του ακροδεξιού AfD.
Διαφορετικό τόνο υιοθετεί ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, επιμένοντας ότι «η κλιματική αλλαγή σκοτώνει» και ότι η διαχείριση των συνεπειών δεν αρκεί χωρίς περιορισμό των αιτιών.
Στη Γαλλία, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν υποστήριξε στο θερινό συνέδριο της Ανυπότακτης Γαλλίας ότι η κρίση θα επιβάλει αλλαγές στον τρόπο ζωής, παραγωγής και εμπορίου. Η παρέμβασή του έρχεται καθώς δημοσκόπηση τον εμφανίζει να διεκδικεί θέση στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2027, απέναντι στη Μαρίν Λεπέν, σε αρκετά από τα εξεταζόμενα σενάρια.
Ο κεντροαριστερός Ραφαέλ Γκλικσμάν έχει επίσης υποσχεθεί ένα πρόγραμμα «οικολογικής επανάστασης» 100 ημερών, με στόχο την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα.
Το κλίμα δεν ακολουθεί τον εκλογικό κύκλο
Ο Γάλλος κλιματολόγος Ζαν Ζουζέλ εντοπίζει τη ρίζα του προβλήματος στον πολιτικό βραχυπροθεσμισμό: οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να αποφύγουν τη ζημιά μέσα στη θητεία τους, ενώ η κλιματική πολιτική απαιτεί συνέπεια και αποφάσεις με ορίζοντα δεκαετιών.
Για τις ευρωπαϊκές ηγεσίες, επομένως, η πρόκληση είναι διπλή. Πρέπει να εξηγήσουν γιατί απαιτούνται αλλαγές, αλλά και πώς θα κατανεμηθεί το κόστος τους χωρίς να επιβαρυνθούν δυσανάλογα όσοι έχουν τις μικρότερες δυνατότητες προσαρμογής.