Κλιματικό κόστος: Η Ελλάδα στην ευρωπαϊκή πεντάδα υψηλού οικονομικού κινδύνου

Κλιματικό κόστος: Η Ελλάδα στην ευρωπαϊκή πεντάδα υψηλού οικονομικού κινδύνου
Photo: Shutterstock
Η Morningstar DBRS κατατάσσει την Ελλάδα πέμπτη τόσο για τις απώλειες βιομηχανικής παραγωγικότητας από τους καύσωνες όσο και για τις ζημιές σε περιουσίες από τις πυρκαγιές, προειδοποιώντας ότι η ξηρασία αποτελεί την επόμενη μεγάλη απειλή.
  • Η Ελλάδα βρίσκεται στην πέμπτη θέση για δύο διαφορετικές κατηγορίες οικονομικών απωλειών από ακραία καιρικά φαινόμενα.
  • Μια ακραία ξηρασία μπορεί να αφαιρέσει σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα από τη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη.
  • Οι επιπτώσεις επεκτείνονται από τη γεωργία στις μεταφορές, την ενέργεια, τον πληθωρισμό και τα δημόσια οικονομικά.

Στην πρώτη πεντάδα των ευρωπαϊκών χωρών που αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο οικονομικό κίνδυνο από τους καύσωνες και τις πυρκαγιές τοποθετεί την Ελλάδα η Morningstar DBRS.

Σύμφωνα με τα μοντέλα του οίκου αξιολόγησης, η χώρα καταλαμβάνει την πέμπτη θέση ως προς την προβλεπόμενη ετήσια απώλεια παραγωγικότητας στη βιομηχανία εξαιτίας της ακραίας ζέστης, με βάση το μέτριο κλιματικό σενάριο.

Στην ίδια θέση βρίσκεται και ως προς τις εκτιμώμενες ετήσιες ζημιές σε περιουσίες από δασικές πυρκαγιές. Η διπλή αυτή έκθεση αναδεικνύει έναν κίνδυνο που δεν περιορίζεται στην καταστροφή φυσικού κεφαλαίου, αλλά επηρεάζει την παραγωγή, τις υποδομές, τον τουρισμό και τελικά τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.

Όπως επισημαίνει η Morningstar DBRS στην έκθεσή της για το καλοκαίρι των καυσώνων, των πυρκαγιών και της ξηρασίας, το 2026 έδειξε πώς διαφορετικοί κλιματικοί κίνδυνοι μπορούν να συσσωρεύονται και να ενισχύουν ο ένας τον άλλο.

Από τον καύσωνα στις πυρκαγιές και την ξηρασία

Η Ευρώπη θερμαίνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη ήπειρο, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες συνοδεύονται πλέον από παρατεταμένες περιόδους εξαιρετικά χαμηλών βροχοπτώσεων.

Η ακραία ζέστη, η ξηρή βλάστηση και οι ισχυροί άνεμοι συνέβαλαν στις μεγάλες πυρκαγιές που έπληξαν τον Ιούλιο τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ελλάδα. Σε αρκετές περιπτώσεις οι φλόγες πλησίασαν πυκνοκατοικημένες περιοχές, τουριστικές εγκαταστάσεις, μεταφορικά δίκτυα και επιχειρηματικές υποδομές, διευρύνοντας σημαντικά το πιθανό οικονομικό κόστος.

Η αλληλουχία των φαινομένων δεν τελειώνει όταν υποχωρεί η φωτιά. Έπειτα από παρατεταμένους καύσωνες και πυρκαγιές, το έδαφος μπορεί να σκληρύνει και να απορροφά δυσκολότερα το νερό, αυξάνοντας τον κίνδυνο αιφνίδιων πλημμυρών όταν επιστρέψουν οι έντονες βροχοπτώσεις.

Καθώς το καλοκαίρι πλησιάζει στο τέλος του, η προσοχή μετατοπίζεται πλέον στην ξηρασία. Σύμφωνα με το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 50% της έκτασης της ΕΕ και του Ηνωμένου Βασιλείου βρισκόταν τον Ιούλιο σε κάποιο επίπεδο ξηρασίας, ενώ οι στάθμες μεγάλων ποταμών, όπως ο Ρήνος, ο Δούναβης, ο Πάδος και ο Λίγηρας, υποχώρησαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί η ξηρασία κοστίζει περισσότερο

Η Morningstar DBRS προειδοποιεί ότι η οικονομική επίπτωση μιας ακραίας ξηρασίας μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εκείνη ενός καύσωνα.

Μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου εκτιμά ότι μια σοβαρή ξηρασία μπορεί να μειώσει τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα βραχυπρόθεσμα. Η αντίστοιχη επίπτωση ενός ακραίου καύσωνα υπολογίζεται περίπου στη μισή ποσοστιαία μονάδα.

Η διαφορά εξηγείται από το εύρος των οικονομικών δραστηριοτήτων που εξαρτώνται από τη διαθεσιμότητα νερού. Η ξηρασία μειώνει τη γεωργική παραγωγή, περιορίζει την ποτάμια ναυσιπλοΐα, δυσκολεύει τη λειτουργία βιομηχανικών μονάδων και επηρεάζει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Οι χαμηλές στάθμες των ποταμών περιορίζουν τη δυνατότητα μεταφοράς εμπορευμάτων, αλλά και την ψύξη πυρηνικών και θερμικών σταθμών. Την ίδια στιγμή, οι απώλειες στις καλλιέργειες μπορούν να οδηγήσουν σε ανατιμήσεις τροφίμων, ενώ τα προβλήματα στην ηλεκτροπαραγωγή αυξάνουν τον κίνδυνο υψηλότερων τιμών ενέργειας.

Ο λογαριασμός για τα δημόσια οικονομικά

Οι κλιματικές καταστροφές δημιουργούν και αυξανόμενο δημοσιονομικό βάρος. Οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν αποζημιώσεις, μέτρα στήριξης και αποκατάσταση υποδομών, ενώ παράλληλα πρέπει να επενδύσουν περισσότερα στην πρόληψη και στην προσαρμογή.

Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι οι οικονομικές απώλειες από τις ξηρασίες αυξάνονται παγκοσμίως με ετήσιο ρυθμό από 3% έως 7,5%. Μια μέση ξηρασία το 2035 αναμένεται να κοστίζει τουλάχιστον 35% περισσότερο σε σύγκριση με ένα αντίστοιχο φαινόμενο το 2025.

Παρά τη διεύρυνση του κόστους, η Morningstar DBRS εκτιμά ότι οι άμεσες επιπτώσεις στις κρατικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις παραμένουν προς το παρόν περιορισμένες, καθώς θεωρούνται διαχειρίσιμες σε εθνικό επίπεδο.

Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, το οικονομικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την ετοιμότητα κάθε χώρας και από το ύψος των επενδύσεων σε ανθεκτικές υποδομές, διαχείριση υδάτων και προστασία από τις πυρκαγιές.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: