ΕΕ: Ο λογαριασμός της επόμενης 7ετίας – Χρέος, τόκοι και νέες χρηματοδοτικές ανάγκες
- 08/10/2026, 21:51
- SHARE
Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να σχεδιάσει τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της σε ένα πιο απαιτητικό δημοσιονομικό περιβάλλον, με τις υποχρεώσεις από τα προηγούμενα χρόνια να αυξάνονται και τα περιθώρια για νέες δαπάνες να περιορίζονται.
Η ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) για το 2025 καταγράφει υψηλότερο ποσοστό σφαλμάτων στις ευρωπαϊκές δαπάνες, αδυναμίες στους ελέγχους του Ταμείου Ανάκαμψης και εκκρεμείς δανειακές υποχρεώσεις που ανήλθαν στα 738,9 δισ. ευρώ και αναμένεται να πλησιάσουν το 1 τρισ. ευρώ έως το 2027.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της περιόδου 2028-2034, καθώς η ΕΕ θα πρέπει να χρηματοδοτήσει νέες προτεραιότητες, ενώ ταυτόχρονα θα συνεχίσει να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί από τα προηγούμενα χρόνια.
Περισσότερα σφάλματα στις ευρωπαϊκές δαπάνες
Το εκτιμώμενο ποσοστό σφάλματος στις δαπάνες του προϋπολογισμού της ΕΕ αυξήθηκε στο 3,8% το 2025, από 3,6% το 2024. Το ποσοστό παραμένει αισθητά υψηλότερο από το όριο σημαντικότητας του 2% που χρησιμοποιούν οι ελεγκτές.
Για έβδομη συνεχόμενη χρονιά, το ΕΕΣ διατύπωσε αρνητική γνώμη για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών. Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκοί λογαριασμοί παρουσιάζουν λανθασμένη εικόνα για την οικονομική κατάσταση της Ένωσης. Αφορά το κατά πόσο οι δαπάνες πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους προβλεπόμενους κανόνες.
Τα σφάλματα, άλλωστε, δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκη με απάτη ή κατάχρηση ευρωπαϊκών πόρων. Μπορούν να αφορούν μη επιλέξιμες δαπάνες, παραβιάσεις των κανόνων χρηματοδότησης ή προβλήματα στις διαδικασίες ανάθεσης συμβάσεων.
Η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στον τομέα της συνοχής, όπου το ποσοστό σφάλματος ανήλθε στο 6,6%, από 5,7% το 2024. Πρόκειται για έναν από τους βασικούς τομείς του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, καθώς καλύπτει έργα υποδομών, περιφερειακή ανάπτυξη και κοινωνική πολιτική.
Στα φυσικά αποθέματα και το περιβάλλον, το αντίστοιχο ποσοστό αυξήθηκε στο 3,9%, από 2,6% ένα χρόνο νωρίτερα.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τις δυσκολίες που δημιουργεί η εφαρμογή σύνθετων χρηματοδοτικών κανόνων, ιδιαίτερα όταν τα προγράμματα περνούν από διαφορετικά επίπεδα διοίκησης και ελέγχου.
Ταμείο Ανάκαμψης: Οι εκταμιεύσεις και τα κενά στους ελέγχους
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ο οποίος αποτέλεσε βασικό εργαλείο για τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών οικονομιών μετά την πανδημία.
Μέσα στο 2025 πραγματοποιήθηκαν 37 πληρωμές επιχορηγήσεων συνολικού ύψους 40,1 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το ΕΕΣ εντόπισε προβλήματα συμμόρφωσης σε εννέα από αυτές, που αφορούσαν εννέα κράτη-μέλη.
Από τα 420 ορόσημα και στόχους που εξετάστηκαν, οι 16 δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Παράλληλα, οι ελεγκτές εντόπισαν αδυναμίες τόσο στους ελέγχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσο και στον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η εκπλήρωση των δεσμεύσεων από τα κράτη-μέλη.
Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης λειτουργεί διαφορετικά από τα παραδοσιακά ευρωπαϊκά προγράμματα. Οι πληρωμές συνδέονται κυρίως με την επίτευξη συγκεκριμένων οροσήμων και στόχων και όχι με την εκ των υστέρων επιστροφή συγκεκριμένων δαπανών.
Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν καταβληθεί 237,5 δισ. ευρώ από τα συνολικά 359,9 δισ. ευρώ που προβλέπονται για επιχορηγήσεις. Έμεναν επομένως προς εκταμίευση 122,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 34% του συνόλου.
Για την Ελλάδα, οι εκταμιεύσεις επιχορηγήσεων είχαν φτάσει τα 12 δισ. ευρώ, έναντι συνολικού διαθέσιμου ποσού 18,2 δισ. ευρώ. Η απορρόφηση διαμορφωνόταν στο 66,1%, ενώ περίπου 6,2 δισ. ευρώ παρέμεναν προς εκταμίευση.
Καθώς το πρόγραμμα πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή του, η πρόκληση για τα κράτη-μέλη είναι να αποδεικνύεται ότι οι στόχοι έχουν επιτευχθεί και ότι τα έργα και οι μεταρρυθμίσεις που χρηματοδοτούνται οδηγούν σε ουσιαστικά και διατηρήσιμα αποτελέσματα.
Το ευρωπαϊκό χρέος προς το 1 τρισ. ευρώ
Σημαντική παράμετρος της έκθεσης είναι και η πορεία του ευρωπαϊκού δανεισμού.
Οι εκκρεμείς δανειακές υποχρεώσεις της ΕΕ έφτασαν στο τέλος του 2025 τα 738,9 δισ. ευρώ, από 601,3 δισ. ευρώ το 2024 και 235,6 δισ. ευρώ το 2021.
Με βάση τις εκτιμήσεις του ΕΕΣ, το ποσό μπορεί να προσεγγίσει το 1 τρισ. ευρώ έως το τέλος του 2027, κυρίως λόγω του δανεισμού που συνδέεται με το NextGenerationEU.
Η αύξηση αυτή δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη δημοσιονομικού προβλήματος. Σε μεγάλο βαθμό αντανακλά την επιλογή της ΕΕ να χρηματοδοτήσει από κοινού την ανάκαμψη των οικονομιών των κρατών-μελών μετά την πανδημία.
Ωστόσο, δημιουργεί μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις που θα πρέπει να καλυφθούν από τους μελλοντικούς ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.
Το ΕΕΣ εκτιμά ότι μόνο το κόστος τόκων για τη μη επιστρεπτέα στήριξη του NextGenerationEU μπορεί να φτάσει έως τα 93 δισ. ευρώ την περίοδο 2028-2034. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη για έναν σαφέστερο και ολοκληρωμένο σχεδιασμό σχετικά με την αποπληρωμή των υποχρεώσεων σε βάθος χρόνου.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω του υψηλότερου κόστους δανεισμού σε σχέση με τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του προγράμματος.
Περιορισμένα περιθώρια για τον νέο προϋπολογισμό
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στο χρέος. Στο τέλος του 2025, οι εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων της ΕΕ ανέρχονταν σε 501,1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ποσά που έχουν ήδη δεσμευθεί, αλλά δεν έχουν ακόμη καταβληθεί.
Την ίδια στιγμή, η απορρόφηση των κονδυλίων συνοχής για την περίοδο 2021-2027 παραμένει χαμηλή. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΕΣ, είχε φτάσει μόλις στο 14,8%, έναντι 24% στο ίδιο στάδιο της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου.
Ο συνδυασμός των καθυστερήσεων στις πληρωμές, των αυξανόμενων δανειακών υποχρεώσεων και των νέων αναγκών χρηματοδότησης αφήνει μικρότερα περιθώρια ευελιξίας για τα επόμενα χρόνια.
Έτσι, η συζήτηση για τον προϋπολογισμό της περιόδου 2028-2034 δεν αφορά μόνο τον τρόπο με τον οποίο θα κατανεμηθούν τα κονδύλια μεταξύ των παραδοσιακών πολιτικών της ΕΕ και των νέων προτεραιοτήτων. Στο τραπέζι βρίσκεται πλέον και η χρηματοδότηση των υποχρεώσεων που έχουν ήδη δημιουργηθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο επανέρχεται η συζήτηση για την εξεύρεση νέων ιδίων πόρων της ΕΕ, την πιθανή αύξηση των εθνικών συνεισφορών και τις δύσκολες επιλογές ανάμεσα σε ανταγωνιστικές ανάγκες χρηματοδότησης.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο δεν αμφισβητεί την ανάγκη ενός ισχυρού ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Επισημαίνει, όμως, ότι η αύξηση των διαθέσιμων πόρων πρέπει να συνοδεύεται από αποτελεσματικότερη διαχείριση και αξιόπιστο έλεγχο των αποτελεσμάτων.
Για την επόμενη δημοσιονομική περίοδο, η πρόκληση για την ΕΕ είναι επομένως διπλή: να βρει τους πόρους για τις νέες προτεραιότητές της, χωρίς οι υποχρεώσεις του παρελθόντος να περιορίσουν υπερβολικά τη δυνατότητά της να χρηματοδοτεί τις ανάγκες του μέλλοντος.