Παγκόσμια οικονομία: Η κρυφή απειλή πίσω από την ανθεκτική ανάπτυξη
- 12/10/2026, 12:40
- SHARE
Παρά τους ισχυρούς τριγμούς από την κρίση στη Μέση Ανατολή και το ενεργειακό σοκ που προκλήθηκε μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ στο Ιράν τον Φεβρουάριο, οι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη επιδεικνύουν μια απροσδόκητη ανθεκτικότητα. Η αλματώδης αύξηση των δαπανών στην Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί ως βασικός καταλύτης για τη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας, όμως πίσω από τους θετικούς δείκτες του ΑΕΠ καραδοκούν «ανησυχητικά σημάδια».
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα των Brookings-FT Tracking Indexes for the Global Economic Recovery (Tiger), η πραγματική οικονομική δραστηριότητα σε ισχυρές οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ινδία συνεχίζει να αντέχει στις πιέσεις των υψηλών τιμών καυσίμων.
Ωστόσο, ο επίμονος πληθωρισμός και το διογκούμενο δημόσιο χρέος περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών των χαρακτών πολιτικής, δημιουργώντας ένα ασταθές περιβάλλον.
Τα ευρήματα αυτά έρχονται στο προσκήνιο ενόψει των ετήσιων συνόδων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας στη Μπανγκόκ. Υπουργοί Οικονομικών και διοικητές κεντρικών τραπεζών καλούνται να διαχειριστούν τις αυξανόμενες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του κρατικού χρέους, αλλά και τις νέες προκλήσεις που αναδύονται από την ταχεία ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης.
Στο πλαίσιο αυτό, το ΔΝΤ επικαιροποιεί τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, οι οποίες τον Ιούλιο έδειχναν επέκταση τουλάχιστον 3% για φέτος και το επόμενο έτος, καταγράφοντας μικρή υποχώρηση από το 3,5% του 2025.
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Cornell και ανώτερος ερευνητής στο Brookings Institution, Eswar Prasad, επισημαίνει ότι η παγκόσμια οικονομία έχει ξεπεράσει μια σειρά από πισωγυρίσματα, οδεύοντας προς μια χρονιά σταθερής ανάπτυξης. Παρ’ όλα αυτά, η δημοσιονομική ασυδοσία και ο υψηλός πληθωρισμός έχουν οδηγήσει σε εκτόξευση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, συμπιέζοντας την ιδιωτική ζήτηση.
Οι ανατιμήσεις στο πετρέλαιο, με τιμές που ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι στους μήνες μετά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο Ιράν, αναζωπύρωσαν τις πληθωριστικές πιέσεις στις ηγέτιδες οικονομίες. Μέχρι στιγμής, η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων έχει βοηθήσει στην προστασία των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών από τα χειρότερα, όμως οι φτωχότερες εισαγωγικές οικονομίες πετρελαίου και φυσικού αερίου παραμένουν εξαιρετικά εκτεθειμένες.
Την ίδια στιγμή, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εκτόξευση των τιμών της βενζίνης αυξάνει την πολιτική πίεση στους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του επόμενου μήνα. Μάλιστα, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την Ουκρανία όταν ανακοίνωσε συμφωνία με τον Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν για την αποδέσμευση ρωσικού ντίζελ στην παγκόσμια αγορά.
Στην Ευρώπη, η Γερμανία καταγράφει ισχυρότερη ανάπτυξη από την αναμενόμενη χάρη στις κρατικές δαπάνες για υποδομές και άμυνα που χρηματοδοτούνται από χρέος, ενώ η Γαλλία καθηλώνεται εν μέσω εντεινόμενων ανησυχιών για τη βιωσιμότητα του χρέους της.
Στις αναδυόμενες αγορές, η Ινδία ξεχωρίζει με την κεντρική της τράπεζα να προβλέπει ανάπτυξη 7,1% για το οικονομικό έτος, ενώ η Κίνα παραμένει βαριά εξαρτημένη από την εξωτερική ζήτηση καθώς η εγχώρια κατανάλωση επιβραδύνεται.
Η μεγαλύτερη ανησυχία επικεντρώνεται στο κύμα πωλήσεων στα κρατικά ομόλογα, το οποίο πήρε μορφή «φαύλου κύκλου» τον Σεπτέμβριο και εκτόξευσε το κόστος δανεισμού σε υψηλά πολλών δεκαετιών. Καθώς οι υψηλές τιμές ενέργειας και η ανθεκτική ανάπτυξη ανάγκασαν τις κεντρικές τράπεζες να εγκαταλείψουν τα σχέδια μείωσης επιτοκίων και να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις, οι προϋπολογισμοί των κρατών δέχονται ασφυκτική πίεση.
Οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων στις ΗΠΑ και τη Γαλλία άγγιξαν τα υψηλότερα επίπεδα από το 2002, στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 2007, ενώ στην Ιαπωνία διαπραγματεύονται στα υψηλότερα επίπεδα αυτού του αιώνα.
Όπως υπογραμμίζει ο Eswar Prasad, με τα περιθώρια νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής να εξαντλούνται, οι κυβερνήσεις δεν έχουν άλλη επιλογή από το να προωθήσουν δομικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας, προϊόντων και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η απελευθέρωση της αύξησης της παραγωγικότητας αποτελεί πλέον τη μοναδική βιώσιμη οδό για τη δημοσιονομική σταθερότητα.