Στουρνάρας: Πώς μπορεί η Ελλάδα να φτάσει στην αξιολόγηση «Α» πριν από το 2030 – Οι τρεις μεγάλες προκλήσεις
- 14/10/2026, 15:45
- SHARE
- Η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει πιστοληπτική αξιολόγηση «Α» πριν από το 2030, σύμφωνα με τον Γιάννη Στουρνάρα, εφόσον συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις και βελτιώσει την ποιότητα των θεσμών της.
- Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην ευρωζώνη, ενώ τα spreads των ελληνικών ομολόγων παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα σε σχέση με το 2023.
- Η ενεργειακή αβεβαιότητα, η τεχνητή νοημοσύνη και οι δημοσιονομικές πιέσεις αποτελούν βασικές προκλήσεις, με τον διοικητή της ΤτΕ να ζητά ισχυρότερους ευρωπαϊκούς θεσμούς και περισσότερες επενδύσεις στην παραγωγικότητα.
Τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να αποκτήσει πιστοληπτική αξιολόγηση «Α» πριν από το 2030 περιέγραψε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, υπογραμμίζοντας ότι η δημοσιονομική αξιοπιστία και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την επόμενη αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας.
Μιλώντας σε εκδήλωση του Lean In Network Greece, ο κ. Στουρνάρας επισήμανε ότι η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο μετά την κρίση χρέους, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών και τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η επίτευξη υψηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη δημοσιονομική επίδοση, αλλά και από την ποιότητα των θεσμών, την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Ο στόχος της αξιολόγησης «Α» και το μήνυμα για τις μεταρρυθμίσεις
Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, η Ελλάδα διαθέτει τις προϋποθέσεις για να προσεγγίσει την κατηγορία «Α» πριν από το 2030, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρήσει τη μεταρρυθμιστική της δυναμική.
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στη βελτίωση των θεσμικών επιδόσεων, καθώς οι οίκοι αξιολόγησης λαμβάνουν υπόψη, πέρα από τα δημοσιονομικά μεγέθη, τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης και τη συνολική ποιότητα διακυβέρνησης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, η πρόοδος στο δικαστικό σύστημα.
Ο μέσος χρόνος έκδοσης πρωτόδικης δικαστικής απόφασης έχει μειωθεί στις 357 ημέρες, από 774 ημέρες πριν από τη μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη.
Η συγκεκριμένη βελτίωση αποτελεί σημαντικό βήμα, καθώς η ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης επηρεάζει το επιχειρηματικό περιβάλλον και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε στην ανθεκτικότητα που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία παρά τις διεθνείς αναταράξεις.
Όπως σημείωσε, το ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην ευρωζώνη.
Η επίδοση αυτή αντανακλά, σύμφωνα με τον διοικητή, τη δημοσιονομική εξυγίανση των τελευταίων ετών, την ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος και τη σταδιακή βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Παρά τη θετική εικόνα, ωστόσο, επισήμανε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες.
Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο αντανακλά τις εξωτερικές χρηματοδοτικές ανάγκες και τις ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας.
Η αντιμετώπιση των συγκεκριμένων αδυναμιών θεωρείται απαραίτητη για τη διατήρηση της αναπτυξιακής πορείας σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Ελληνικά ομόλογα: Τι δείχνει η μείωση των spreads
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο διοικητής της ΤτΕ στην εικόνα της ελληνικής αγοράς ομολόγων.
Όπως ανέφερε, οι διαφορές αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών βρίσκονται περίπου 60 μονάδες βάσης χαμηλότερα σε σύγκριση με τις 4 Αυγούστου 2023.
Πρόκειται για την ημερομηνία κατά την οποία η Scope Ratings επανέφερε την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα.
Η εξέλιξη αυτή προσεγγίζει προηγούμενη εκτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των spreads κατά περίπου 70 μονάδες βάσης.
Παράλληλα, ακόμη και μέσα στο σημερινό περιβάλλον έντονης διεθνούς μεταβλητότητας, τα ελληνικά spreads έχουν παρουσιάσει μόνο μέτρια άνοδο από την αρχή του έτους.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, αναδεικνύει την εμπιστοσύνη που έχει οικοδομηθεί απέναντι στην ελληνική οικονομία.
Ενεργειακή κρίση και δημόσιο χρέος: Οι κίνδυνοι για την Ευρώπη
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος περιέγραψε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον στο οποίο οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν άμεσα τις αγορές και τις προοπτικές ανάπτυξης.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ και οι αυξημένες τιμές ενέργειας δημιουργούν πιέσεις στον πληθωρισμό και στην οικονομική δραστηριότητα.
Ταυτόχρονα, οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών μεγάλων οικονομιών εντείνουν την αβεβαιότητα.
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε στις υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των Ηνωμένων Πολιτειών και στις δημοσιονομικές προκλήσεις της Γαλλίας, επισημαίνοντας ότι ακόμη και τα κρατικά ομόλογα που παραδοσιακά θεωρούνται ασφαλή δεν μένουν ανεπηρέαστα από τις εξελίξεις.
Όταν αυξάνεται η αβεβαιότητα γύρω από τις συγκεκριμένες αγορές, οι επιπτώσεις μπορούν να μεταφερθούν στο κόστος χρηματοδότησης και άλλων κρατών.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε τη σημασία της ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών.
«Τα ρομπότ δεν πληρώνουν φόρους»: Η προειδοποίηση για την τεχνητή νοημοσύνη
Ξεχωριστή θέση στην ομιλία του είχε η τεχνητή νοημοσύνη (AI) και οι επιπτώσεις της στην αγορά εργασίας, στην παραγωγικότητα και στα δημόσια οικονομικά.
Ο διοικητής της ΤτΕ αναγνώρισε ότι οι νέες τεχνολογίες μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικές ευκαιρίες για αύξηση της παραγωγικότητας.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι η αυτοματοποίηση ενδέχεται να εκτοπίσει ορισμένες θέσεις εργασίας και να δημιουργήσει νέες προκλήσεις για τη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών συστημάτων.
«Τα ρομπότ δεν πληρώνουν φόρους ούτε εισφορές κοινωνικής ασφάλισης», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση ανέδειξε το ζήτημα της προσαρμογής των φορολογικών και ασφαλιστικών συστημάτων σε μια οικονομία όπου ολοένα περισσότερες δραστηριότητες μπορούν να πραγματοποιούνται μέσω αυτοματοποιημένων τεχνολογιών.
Το επενδυτικό χάσμα Ευρώπης – ΗΠΑ και ο κίνδυνος για το ευρώ
Ο κ. Στουρνάρας στάθηκε ιδιαίτερα στην απόσταση που χωρίζει την Ευρώπη από τις Ηνωμένες Πολιτείες στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως εξήγησε, εάν το χάσμα αυτό διατηρηθεί και η τεχνολογική πρόοδος οδηγήσει σε μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ, θα μπορούσαν, υπό τις ίδιες λοιπές συνθήκες, να ασκηθούν πιέσεις υποτίμησης στο ευρώ.
Παράλληλα, επισήμανε ότι περίπου το ένα τρίτο των επενδύσεων των κατοίκων της ευρωζώνης σε εισηγμένες μετοχές κατευθύνεται στις αμερικανικές κεφαλαιαγορές.
Το ποσοστό αυτό είναι συγκρίσιμο με τις αντίστοιχες επενδύσεις που πραγματοποιούνται εντός της ευρωζώνης.
Παρότι οι συγκεκριμένες τοποθετήσεις δημιουργούν αποδόσεις για τους Ευρωπαίους αποταμιευτές, η χρηματοδότηση της επιχειρηματικής ανάπτυξης και της καινοτομίας πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό στις ΗΠΑ.
Για τον λόγο αυτό, ο διοικητής της ΤτΕ ζήτησε την επιτάχυνση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και την προώθηση κοινών ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη κοινών ευρωπαϊκών εκδόσεων χρέους, οι οποίες θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν στρατηγικές προτεραιότητες όπως η άμυνα, η ενεργειακή ασφάλεια και η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.
Το μάθημα της ελληνικής κρίσης και το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Γιάννης Στουρνάρας αναφέρθηκε στην εμπειρία της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Κύπρου και της Πορτογαλίας από την ευρωπαϊκή κρίση χρέους.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η συγκεκριμένη περίοδος ανέδειξε δύο βασικά διδάγματα.
Το πρώτο είναι ότι ακόμη και σοβαρές οικονομικές ανισορροπίες μπορούν να αντιμετωπιστούν όταν υπάρχει πολιτική βούληση και κατάλληλος συνδυασμός εθνικών και ευρωπαϊκών πολιτικών.
Το δεύτερο αφορά το κόστος της καθυστέρησης.
«Η καθυστέρηση αναγνώρισης, αποδοχής και επίλυσης των προβλημάτων αυξάνει το τελικό συνολικό κόστος επίλυσής τους», υπογράμμισε.
Για την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά η δημιουργία των προϋποθέσεων για την επόμενη αναβάθμιση.
Η δημοσιονομική σταθερότητα, η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η θεσμική αποτελεσματικότητα και η ανταγωνιστικότητα αποτελούν, σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, τα βασικά στοιχεία που θα καθορίσουν εάν η χώρα μπορεί να πετύχει τον στόχο της πιστοληπτικής αξιολόγησης «Α» πριν από το 2030.