Μόλις ένας στους τέσσερις Έλληνες αισιοδοξεί για τα οικονομικά του
- 15/10/2026, 17:16
- SHARE
Με την οικονομική ανασφάλεια να παραμένει κυρίαρχη, αλλά τις απαιτήσεις από προϊόντα και επιχειρήσεις να αυξάνονται, ο Έλληνας καταναλωτής εμφανίζεται περισσότερο επιλεκτικός στις αγορές του. Αναζητά καλύτερη σχέση ποιότητας και τιμής, δηλώνει ευαισθητοποιημένος για το περιβάλλον, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει σημαντικά περισσότερο για ένα «πράσινο» προϊόν, ενώ στρέφεται σε πιο εξατομικευμένες επιλογές και αρχίζει να αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για τις αγορές του.
Αυτή την εικόνα αποτυπώνει η έρευνα NIQ Consumer Life Global 2026 της NielsenIQ, στην οποία η Ελλάδα συμμετέχει για πρώτη φορά, μαζί με άλλες 38 αγορές.
Το εύρημα που ξεχωρίζει αφορά τις οικονομικές προσδοκίες. Μόλις το 25% των Ελλήνων δηλώνει αισιόδοξο για το προσωπικό του οικονομικό μέλλον, το χαμηλότερο ποσοστό μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών που συμμετέχουν στην έρευνα.
Η απαισιοδοξία, ωστόσο, δεν μεταφράζεται σε αποκλειστική αναζήτηση της χαμηλότερης τιμής. Το 60% θεωρεί ότι η καλή σχέση ποιότητας και τιμής αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό μιας μάρκας, έναντι 48% που δίνει αντίστοιχη βαρύτητα στην τιμή.
Η διαφορά των 12 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει ότι η έννοια της αξίας αποκτά μεγαλύτερη σημασία για τις αγοραστικές αποφάσεις. Για τις επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαντλείται στην τιμολογιακή πολιτική, αλλά συνδέεται και με την ποιότητα, την αποτελεσματικότητα και το όφελος που αντιλαμβάνεται ο καταναλωτής από ένα προϊόν.
Αντίστοιχη απόσταση μεταξύ προθέσεων και πραγματικής αγοραστικής συμπεριφοράς καταγράφεται στο πεδίο της βιωσιμότητας.
Το 85% των Ελλήνων δηλώνει ότι ανησυχεί για τη ρύπανση και το 78% για την κλιματική αλλαγή, ενώ το 58% θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις οφείλουν να λειτουργούν με περιβαλλοντική υπευθυνότητα.
Παρά τα υψηλά αυτά ποσοστά, μόλις το 34% λαμβάνει υπόψη το περιβάλλον όταν αποφασίζει τι θα αγοράσει. Το κόστος αναδεικνύεται σε βασικό εμπόδιο, καθώς το 52% θεωρεί ότι οι πιο φιλικές προς το περιβάλλον επιλογές είναι πολύ ακριβές, ενώ το 31% εκφράζει αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητά τους.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν ένα δύσκολο πεδίο για τις επιχειρήσεις που επενδύουν στη βιωσιμότητα. Η περιβαλλοντική ευαισθησία μπορεί να ενισχύει την εικόνα μιας μάρκας, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε αγορά, εφόσον το προϊόν θεωρείται ακριβότερο ή λιγότερο αποτελεσματικό.
Την ίδια ώρα, ενισχύεται η ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις προσωπικές ανάγκες. Περισσότεροι από τους μισούς Έλληνες, ποσοστό 54%, προτιμούν προϊόντα που μπορούν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις τους, ενώ το 50% θεωρεί σημαντικό να περιποιείται ή να επιβραβεύει τακτικά τον εαυτό του.
Η τάση αυτή αποκτά νέα διάσταση με την εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης. Το 78% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η AI θα καταστήσει τις διαδικτυακές αγορές περισσότερο εξατομικευμένες, ενώ το 34% όσων χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στην Ελλάδα δηλώνει ότι τα έχει αξιοποιήσει για προτάσεις αγορών.
Η θετική στάση απέναντι στις δυνατότητες της νέας τεχνολογίας συνυπάρχει, πάντως, με έντονη ανησυχία για τις συνέπειές της στην απασχόληση. Περίπου το 77% πιστεύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα βελτιώσει πολλούς τομείς της καθημερινότητας, την ώρα που το 83% εκτιμά ότι θα οδηγήσει στην κατάργηση θέσεων εργασίας.
Στην ανάλυση TrendKey 2026 Greece, η οποία αξιοποιεί τα στοιχεία της έρευνας, δύο μακροπρόθεσμες τάσεις εμφανίζονται ισχυρότερες στην ελληνική αγορά. Η πρώτη είναι η περιβαλλοντική συνείδηση, με ποσοστό 24,4%, και η δεύτερη η έμφαση στις προσωπικές ανάγκες και επιλογές, με 24,1%.
Ακολουθούν τάσεις που σχετίζονται με την αναζήτηση εμπειριών, την πιο προσεκτική κατανάλωση, την ενημέρωση, την ευκολία στην καθημερινότητα, την ευεξία, την ανάγκη του ανήκειν και την ασφάλεια.
Η κατάταξη δείχνει ότι η ελληνική αγορά δεν κινείται αποκλειστικά προς την οικονομία ή προς την κατανάλωση με περιβαλλοντικά κριτήρια. Αντίθετα, οι καταναλωτές επιχειρούν να συνδυάσουν διαφορετικές επιδιώξεις, συχνά δύσκολα συμβατές μεταξύ τους: χαμηλότερη οικονομική επιβάρυνση, υψηλότερη ποιότητα, υπεύθυνη παραγωγή και μεγαλύτερη εξατομίκευση.