Έρευνα: Γιατί κάποιοι μαθαίνουν πιο εύκολα την προφορά μιας ξένης γλώσσας
- 16/10/2026, 20:33
- SHARE
- Έρευνα από το UCL και το Πανεπιστήμιο Τοχόκου συνδέει την ακουστική ακρίβεια με την ταχύτερη εκμάθηση της προφοράς ξένων γλωσσών.
- Σε μελέτη 67 Ιαπώνων που μάθαιναν αγγλικά, όσοι διέκριναν καλύτερα τους ήχους μάθαιναν την προφορά με μεγαλύτερη ακρίβεια.
- Οι ειδικοί προτείνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ακρόαση και στην προφορά, παράλληλα με τη γραμματική και το λεξιλόγιο.
Η εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας δεν εξαρτάται μόνο από την απομνημόνευση λέξεων και γραμματικών κανόνων. Καθοριστικό ρόλο μπορεί να παίζει και η ικανότητα να αντιλαμβάνεται κανείς με ακρίβεια τους ήχους της, σύμφωνα με νέα έρευνα από το University College London (UCL) και το Πανεπιστήμιο Τοχόκου στην Ιαπωνία.
Οι ερευνητές μελέτησαν 67 Ιάπωνες που μάθαιναν αγγλικά, εξετάζοντας πόσο καλά μπορούσαν να εντοπίζουν μικρές διαφορές μεταξύ ήχων. Παράλληλα, χρησιμοποίησαν λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI) για να καταγράψουν την εγκεφαλική δραστηριότητα των συμμετεχόντων όταν άκουγαν αγγλικούς φωνηεντικούς ήχους που δεν υπάρχουν στην ιαπωνική γλώσσα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι διέθεταν μεγαλύτερη ακουστική ακρίβεια μάθαιναν την προφορά των νέων ήχων ταχύτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια. Αντίθετα, όσοι δυσκολεύονταν περισσότερο βασίζονταν σε μεγαλύτερο βαθμό στα ακουστικά μοτίβα της μητρικής τους γλώσσας, προκειμένου να ερμηνεύσουν τους ήχους που άκουγαν.
Γιατί ορισμένοι μαθαίνουν ευκολότερα
Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι άνθρωποι τείνουν να αντιλαμβάνονται τους ήχους μιας ξένης γλώσσας μέσα από όσα έχουν ήδη μάθει από τη μητρική τους. Όταν οι δύο γλώσσες διαφέρουν σημαντικά στην προφορά, αυτή η συνήθεια μπορεί να δυσκολεύει την αναγνώριση και την αναπαραγωγή νέων ήχων.
Ο καθηγητής Καζούγια Σάιτο-βαν Πουτερέν του UCL εκτιμά ότι οι δυσκολίες στην εκμάθηση ξένων γλωσσών δεν οφείλονται απαραίτητα σε έλλειψη έμφυτης ικανότητας. Η περιορισμένη έκθεση σε μια γλώσσα και οι μέθοδοι διδασκαλίας που δεν καλλιεργούν επαρκώς τις ακουστικές δεξιότητες ενδέχεται να αποτελούν σημαντικό μέρος του προβλήματος.
Όπως εξήγησε, όσοι έχουν μεγαλύτερη ακουστική ακρίβεια μπορούν να αξιοποιήσουν αποτελεσματικότερα ακόμη και λίγες ώρες επαφής με μια γλώσσα την εβδομάδα, ενώ άλλοι μπορεί να χρειάζονται περισσότερη εξάσκηση μέχρι οι άγνωστοι ήχοι να τους γίνουν οικείοι.
Περισσότερη έμφαση στην ακρόαση
Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η διδασκαλία ξένων γλωσσών θα πρέπει να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ακρόαση και στην προφορά, παράλληλα με τη γραμματική και το λεξιλόγιο.
Ο καθηγητής Πάτρικ Μόναγκαν, ειδικός στις γνωστικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, υπογραμμίζει τη σημασία της έκθεσης σε μια γλώσσα για τη μαθησιακή διαδικασία. Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς την ευαισθησία τους στους ήχους, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια εκμάθησης.
Η μελέτη δεν δείχνει ότι το «καλό αυτί» αρκεί από μόνο του για την κατάκτηση μιας ξένης γλώσσας. Αναδεικνύει, ωστόσο, την ακουστική αντίληψη ως έναν παράγοντα που μπορεί να διευκολύνει την εκμάθηση της προφοράς και να αξιοποιηθεί περισσότερο στην εκπαιδευτική διαδικασία.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Οι δισεκατομμυριούχοι της Silicon Valley θέλουν να νικήσουν τον χρόνο – Τι είναι ο κυτταρικός επαναπρογραμματισμός
- The Arc: Η σειρά που γυρίστηκε με AI σε 3,5 εβδομάδες και κόστισε 38.000 δολάρια (vid)
- Από τις μίζες εκατομμυρίων της FIFA, στα «μαγειρεμένα» οικονομικά: Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στο ποδόσφαιρο